Ήλιος στο νεκροταφείο, ζεστασιά. Ούτε δάκρυ, ούτε πόνος. Μια παρήγορη αίσθηση αναπόδραστου. «Κι αν δεν είχε πεθάνει τότε, θα είχε πεθάνει ως τώρα». Όλοι πεθαίνουν κάποια στιγμή.
Στα πέντε χρόνια έλειωσε το σώμα. Το ξύλο από την κάσα έγινε σαν χαρτί. Μόλις το τράβηξαν επάνω άνοιξε απρόσμενα -νούφαρο καταχθόνιο. Έμεινε λίγο μακριά και έβλεπε εκείνους. Τους ξένους άντρες να της πιάνουν το κορμί. Το φουστάνι της έπλεε –«να που γινότανε να αδυνατίσει κι άλλο». Είδε τα χέρια να τραβάνε απ’ το ύφασμα. Τα κόκαλα στου χώματος το χρώμα –λάσπη και πολυκαιρία. Το καλσόν ανέπαφο –σκέφτηκε χωρίς να θέλει την οικολογική καταστροφή. Το τράβηξαν σαν το σακί μαζί με τα οστά της.
Πλησίασε κι έπιασε τα παπούτσια. Κοίταξε τις σόλες. Απάτητες.
«Μην χαλάς την παράδοση» της είπε την τελευταία φορά που την είδε.
«Ποια είναι η παράδοση».
«Βγήκαμε, γυρίσαμε και τώρα το κορίτσι φεύγει».
«Θέλω να ανέβω πάνω απόψε» του είπε.
«Δεν μπορείς όμως πια».
«Μα γιατί; Δε σου λέω για πάντα, σου λέω γι’ απόψε»
«Για μένα δεν είσαι γι’ απόψε, μη με μπερδεύεις».
«Σ’ αγαπάω»
«Δε φτάνει η αγάπη για να ξυπνάμε και να κοιμόμαστε μαζί».
«Μα τι θες πια που δε στο δίνω»
«Θέλω αυτό που δε μου δίνεις, το τίποτα που δε μπορείς. Φύγε»!
Έβγαλε τα παπούτσια της. Καινούριες γόβες κόκκινες. Τις άφησε μπροστά του.
Την πλάτη γύρισε αργά. Κατέβηκε έτσι τα σκαλιά. Και πάτησε γερά στον Κάτω Κόσμο.
Ήλιος ανεβαίνει κι άλλο στον ουρανό. Ούτε δάκρυ, ούτε πόνος. Μια παρήγορη αίσθηση αναπόδραστου. «Κι αν δεν την σκότωνα τότε, θα την σκότωνα ως τώρα». Όλους τους σκοτώνουμε κάποια στιγμή. Μέσα μας.
Βάδισε προς το αμάξι. Ικανοποιημένος. Που τουλάχιστον την σκότωσε νωρίς. Χωρίς βασανιστήρια και θάνατο αργό.
Στα πέντε χρόνια έλειωσε το σώμα. Το ξύλο από την κάσα έγινε σαν χαρτί. Μόλις το τράβηξαν επάνω άνοιξε απρόσμενα -νούφαρο καταχθόνιο. Έμεινε λίγο μακριά και έβλεπε εκείνους. Τους ξένους άντρες να της πιάνουν το κορμί. Το φουστάνι της έπλεε –«να που γινότανε να αδυνατίσει κι άλλο». Είδε τα χέρια να τραβάνε απ’ το ύφασμα. Τα κόκαλα στου χώματος το χρώμα –λάσπη και πολυκαιρία. Το καλσόν ανέπαφο –σκέφτηκε χωρίς να θέλει την οικολογική καταστροφή. Το τράβηξαν σαν το σακί μαζί με τα οστά της.
Πλησίασε κι έπιασε τα παπούτσια. Κοίταξε τις σόλες. Απάτητες.
«Μην χαλάς την παράδοση» της είπε την τελευταία φορά που την είδε.
«Ποια είναι η παράδοση».
«Βγήκαμε, γυρίσαμε και τώρα το κορίτσι φεύγει».
«Θέλω να ανέβω πάνω απόψε» του είπε.
«Δεν μπορείς όμως πια».
«Μα γιατί; Δε σου λέω για πάντα, σου λέω γι’ απόψε»
«Για μένα δεν είσαι γι’ απόψε, μη με μπερδεύεις».
«Σ’ αγαπάω»
«Δε φτάνει η αγάπη για να ξυπνάμε και να κοιμόμαστε μαζί».
«Μα τι θες πια που δε στο δίνω»
«Θέλω αυτό που δε μου δίνεις, το τίποτα που δε μπορείς. Φύγε»!
Έβγαλε τα παπούτσια της. Καινούριες γόβες κόκκινες. Τις άφησε μπροστά του.
Την πλάτη γύρισε αργά. Κατέβηκε έτσι τα σκαλιά. Και πάτησε γερά στον Κάτω Κόσμο.
Ήλιος ανεβαίνει κι άλλο στον ουρανό. Ούτε δάκρυ, ούτε πόνος. Μια παρήγορη αίσθηση αναπόδραστου. «Κι αν δεν την σκότωνα τότε, θα την σκότωνα ως τώρα». Όλους τους σκοτώνουμε κάποια στιγμή. Μέσα μας.
Βάδισε προς το αμάξι. Ικανοποιημένος. Που τουλάχιστον την σκότωσε νωρίς. Χωρίς βασανιστήρια και θάνατο αργό.
Ο ήλιος λαμπίριζε. Στραφτάλιζε από κάτω του του άντρα η ενοχή.
("λογαριάζω το μηδέν μου με το άπειρο/ και βρίσκω ανάπηρο τον κόσμο στα σημεία" -Λίνα Νικολακοπούλου)
ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΣΤΙΚΟΝ!!!
ΑπάντησηΔιαγραφήΈχω παραβρεθεί σε εκταφή και θυμάμαι όλες εκείνες τις μπερδεμένες σκέψεις... να αναρωτιέμαι πώς η σάρκα μεταμόρφωνε αυτό άσχημο κρανίο που θα μπορούσε να ανήκει στον καθένα, στον παππού που αγαπούσα και σεβόμουν.
Πολύ καλή ιστορία και δένει παράξενα με την "αφετηρία" του συνειρμού (αν οι στίχοι όντως ήταν αυτό). Εξέλαβα το διάλογο/μνήμη ως δεδικαιωμένη αιτία στο μυαλό του άντρα, την απουσία λεπτομερειών για το φόνο ως αδιαφορία για το μέσο, και τις σκέψεις για το πτώμα ως ικανοποίηση για το αποτέλεσμα... δεν ξέρω αν το σκέφτηκες έτσι!
Ρε Σαμμάνε, με φαντάστηκα μετά από καμιά εξαετία, με πολύυυ μεγάλο μέτωπο και τις πρώτες ρυτίδες έκφρασης να κρατάω στα χέρια μου συγκινημένος το βιβλίο «Δέκα χρόνια ελληνική μπλογκόσφαιρα: ιστορία, τάσεις, δυναμικές». Στη σελίδα 166 διαβάζω «Ιδιαίτερη περίπτωση αποτέλεσαν ο Άμμος με το Σαμμάνο, οι οποίοι εισήγαγαν τη γοτθική αφήγηση ως είδος των λογοτεχνικών μπλογκ. Η μυστηριώδης εξαφάνισή τους από την ελληνική μπλογκόσφαιρα στο τέλος του 2007, προκάλεσε απορία και ποικίλλες αντιδράσεις, με πιο ενδιαφέρουσα το μπλογκ που έστησαν η Misirlou Oubliez, o Τυχάρπαστος και η Idaki με τίτλο “Finding ammos”, με σκοπό την ανεύρεσή τους. Η τυχή τους δυστυχώς αγνοείται ακόμα.»
ΑπάντησηΔιαγραφή[Σοβαρά τώρα, τα πεζά ποιήματα σε πάνε και τα πας. Έχεις δει τα παλιότερα κείμενα του Τίποτα;]
τι είπες τώρα!
ΑπάντησηΔιαγραφήάψογο!
kalo!!!!!!!
ΑπάντησηΔιαγραφήidάκι μου,
ΑπάντησηΔιαγραφήγενικώς πιστεύω ότι κάθε χωρισμός είναι ένας μικρός θάνατος που πονάει σαν μεγάλος θάνατος. Η ευκολία που μερικοί άνθρωποι μπορούν να σκοτώνουν ανθρώπους μέσα τους -συμπεριφερόμενοι στους/ στις πρώην σαν "μακαρίτες" και ξεγράφοντάς τους από την ζωή τους- με σοκάρει. Ο στίχος της Λίνας ήρθε να επιβεβαιώσει ότι αυτοί οι άνθρωποι ανήκουν σε έναν κόσμο ανάπηρο στα σημεία... ΥΓ: Πάντως η έμπνευση ήταν η εκταφή της γιαγιάς μιας αγαπημένης φίλης και ο πρόσφατος χωρισμός μιας άλλης.
Άμμε, από εσένα τουλάχιστον περίμενα κάτι πιο "τι θα μου κάνετε ρε το μπλογκ, σαπουνόπερα"; Περίμενα αφιερώσεις τύπου "Μάυρη είν' η νύχτα στα βουνά στις άμμους πέφτει χίονι/ και στ' άγρια τα σκοτεινά/ Σαμμάνος βαλαντώνει". Ά, να χαθείς, όλα πια τα βλέπεις λογοτεχνικά κι εξιδανικευμένα!
@isis & kabamaru
Πάρτε με σε εκταφή να σας απαγγέλω στίχους! :-)
Σαμμάνε, funny you should say that, μέρες τώρα σκέφτομαι μια ιστορία χωρισμού... ;)
ΑπάντησηΔιαγραφήΜερικοί άνθρωποι αξίζουν να πεθάνουν μέσα μας, πάντως. Χμμμ...
idάκι
ΑπάντησηΔιαγραφήμερικοί άνθρωποι πράγματι το αξίζουν. Το θέμα είναι ότι κάποιοι θάβουν τους νεκρους και άλλοι τους κουβαλούν. Και η αποσύνθεση περνάει μέσα τους. Αν ξέρεις το δρόμο για τον καιάδα ανίατων σχέσεων, σημάδεψέ τον μου στον χάρτη plzzzzzzz!
αναποφευκτη...
ΑπάντησηΔιαγραφήΜακάβριο αλλά καλό
ΑπάντησηΔιαγραφήΔιαφορετικό
ΑπάντησηΔιαγραφήΚαλό σας βράδυ
Μ αιχμαλωτίζεις!
ΑπάντησηΔιαγραφήΜερικές φορές είναι όντως τραγικά άσχημα!Σε σκοτωνουν σιγά σιγά και το μόνο που μπορείς να σκεφτείς είναι το γιατί ? Ουτε καν σου περνάει απο το μυαλό το ¨τρέξε να σωθείς!¨. Όμως, αν το καλοσκεφτείς, εμείς φταίμε και γι αυτό.
ΑπάντησηΔιαγραφή