CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Sexdrunk lovesick singalong. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Sexdrunk lovesick singalong. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11.6.09

Στους άλικους αγρούς

Άλικοι αγροί του θέρους. Το γρασίδι τους είναι απαλό.
«Το ποτίζουν με την καλύτερη τεκίλα» μου λες.
«Don Julio»?
«El Jimador»!

Τα δάχτυλα σου περπατάνε σαν χαρούμενα μαμούδια πάνω στο δέρμα μου. Κι εμένα μου έλειψες. Τι εννοείς «δεν υπάρχει ζωή -μονάχα στιγμές». Όλες οι στιγμές μου μαζί σου ήταν ζωή. Είναι ακόμα.

Αναπνέω. Ξεφυσάς- λες και θες να ρίξεις χάμω το φεγγάρι.

«Απ’ όλους τους ανθρώπους στην οικογένειά σου ταυτίζομαι περισσότερο με τον πατέρα σου, κι ας μην το γνώρισα ποτέ».
«Α, δε σου είπα: έχετε γεννηθεί την ίδια μέρα».
«Περίεργη σύμπτωση»- λες.
«Μετά σου λένε να μην πιστεύεις στα ζώδια»- λέω.

Κοιτάω πάλι τ’ άστρα. Όσα αφήνει το φεγγάρι να φανούν. «Οι αστερισμοί είναι ανθρώπινες κατασκευές, δεν υπάρχουν αντικειμενικά. Αρα πώς μπορεί να επηρεάζουν και να γεννούν τα ζώδια, αφού δεν υπάρχουν».
«Έσκισα στο συνέδριο -σου λέω! Όλοι κατάλαβαν τι είναι ο αστερισμός! Έσκισα- το ξέρω».
«Ψωνάρα»- λες και γελάς.
Με φιλάς. Σε κοιτάω.
«Μ’ αρέσουν οι άλικοι αγροί» -μου λες.

Γιατί πάντα είχες μια ροπή στην κόλαση. Και στο αίμα. Που κοχλάζει. Όπως πάντα κάνεις
το αίμα μου να κοχλάζει. Σαν είμαστε μαζί. Κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο, τι παραλήρημα κι αυτό.

Σε θέλω και νιώθω αμήχανα. Ποιος είσαι πια εσύ που σε θέλω; Ποιος είσαι; Τι μου είσαι; Γιατί είμαστε ακόμα εδώ; Και γιατί τα λιβάδια είναι πάντα πράσινα και μόνο μαζί σου κοκκινίζουν; Γιατί το φεγγάρι μοιάζει να ανέβηκε εκεί πάνω μόνο επειδή εσύ ζήτησες «να πάμε κάπου να να σε βλέπω, πάμε κάπου να έχει λίγο φως να σε χαζεύω όσο θέλω, ναι»;

Στους άλικους αγρούς το φως είναι σα χνούδι λαμπερό και το χορτάρι δροσερό.
«Παιδιά, προσοχή τώρα που ανεβαίνετε στο βουνό- είναι περίοδος πυρκαγιών»- λέει ο φύλακας στην πόρτα.
«Με τέτοια κάψα κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο, όσες συστάσεις και να μας κάνουν δε μπορούμε να αποφύγουμε μερικές εστίες φωτιάς»- λες. Γελάω κι οδηγώ κατά εκεί.

Στους άλικους αγρούς η μουσική πέφτει απ’ τα αστέρια καθώς μιλάς, και όσο και να κοιτάω δεν μπορώ να δω κανέναν αστερισμό. «Γιατί δεν υπάρχουν στ' αλήθεια» με μαλώνω νοερά, «γιατί δεν υπάρχουν: τα άστρα υπάρχουν αντικειμενικά, οι αστερισμοί όχι, είναι μονάχα ανθρώπινες, υποκειμενικές οπτικές κατασκευές».
Μα στραμμένη με το πρόσωπό στον ουρανό, με εκείνο το φεγγαρίσιο φως να με κάνει γήινη και ταυτόχρονα εξαϋλωμένη σαν σε πίνακα του Βερμεέρ, ψάχνω .

«Μωρό μου δε μπορώ» λες, «σε θέλω τόσο, μια νύχτα γύρναγα σπίτι, σε ήθελα, δεν μπορείς να φανταστείς, ήταν αργά δεν τόλμησα να σε πάρω τηλέφωνο, δεν ήξερα πού ήσουν, αλλά σου έστειλα μήνυμα, κάτι του τύπου «πάρε με αμέσως μόλις το δεις, πάρε με αμέσως». Δεν ήρθε ποτέ. Αλλά σαν από τότε να σε θέλω τόσο».

Ψάχνω στα αστέρια με αγωνία. «Δεν μπορεί», παραμιλάω, «δεν μπορεί, πρέπει να υπάρχει ένας αστερισμός, πρέπει να υπάρχει κάτι εκεί πάνω απόψε, δεν μπορεί να κυκλοφορεί τόσος έρωτας αδέσποτος, κάποιος τον ορίζει, δεν μπορεί απλά να βρισκόμαστε έτσι στα τυφλά και στα χαμένα...

«Αχ μωρό μου, δεν αντέχω άλλο, δε μπορώ να κρατηθώ» –λες και νοιώθω το δέρμα μου να καίγεται, νοιώθω το κορμί μου να βουλιάζει στο υγρό χώμα, το άλικο λιβάδι μουσκεύει στην καλοκαιρινή δροσιά κι απλώνω το χέρι ψηλά, βουτάω στην τύχη μια χούφτα άστρα και τα χώνω με στο στόμα μου για να μην ουρλιάξω. Από ευτυχία.
«Σ’ αγαπώ» –μου λες. Πνίγομαι. Τα χάνω. Τ’ αστέρια χύνονται έξω απ’ το στόμα μου όπως βήχω. Και λάμπω.
Για άλλη μια φορά μέσα στα χέρια σου, στους άλικους αγρούς. Χωρίς ανάσα.
Και λάμπω…

12.11.08

Εμπιστοσύνη

( «Η μεγαλύτερη οδύνη του άλλου είναι κατώτερη απ’ τη δική μου απόλαυση» πιστεύει ο θύτης, και η Ζυστίν «επιθυμώ να είμαι το θύμα σου: με αναστατώνει η ιδέα πως θα γίνω η αιτία για ένα έγκλημα». Οι ψυχροί ήρωες του Sade παρουσιάζονται αναίσθητοι αφού –κατά τη φιλοσοφία του- οι συγκινήσεις του έρωτα οδηγούν σε μεγάλη σπατάλη ψυχικών δυνάμεων, ενώ η απάθεια φροντίζει να φυλάς δυνάμεις, σε κρατά μακριά απ’ την φθορά. Στην παρακάτω ιστορία βιώνονται μεγάλες συγκινήσεις. Σωματική φθορά. Μα καμία ψυχική κακοποίηση. Και είναι s/m).
Σημείωμα: στις ιδανικές συνθήκες, θα ήθελα να κάνετε κλικ στην πρώτη πρόταση και να ξεκινησετε να διαβάζετε παράλληλα με το τραγούδι)

-Είσαι εκείνη που λατρεύω. Είσαι η πόρνη μου. Θα γίνεις μάνα των παιδιών μου μα εσύ θα είσαι το μωρό μου…
Με κοιτάς με εκείνο το γυάλινο βλέμμα, γαλάζιο του πάγου -γαλάζιο του πάγου που καίει.

-Άουτς, καίει!
-Καίει μωρό μου, και με ξαναχτυπάς

Σε κοιτάω, με κοιτάς. Η παλάμη σου πέφτει με δύναμη στο γλουτό μου κι εγώ από παιδί ξέρω να αντέχω στον πόνο. Πεισματώνω και δεν κλαίω. Το δέρμα καίει μα δεν κλαίω. Ξέρω πως θες να φανώ δυνατή. Ποιο το νόημα να είσαι με κάποια που λυγίζει με τη μια. Με κάποια που την έχεις του χεριού σου- βαρετό. Μα κάποια που θες εσύ να τη δαμάσεις -ενδιαφέρον αυτό.

-Άουτς, ξαναλέω λίγο μετά. Πονάω!
-Το ξέρω, και γελάς.
Γαλάζια τα μάτια σου, γαλάζιο του πάγου και καίνε.
-Σταμάτα, πονάω λέμε.
-Και; Τι θες;
-Να σταματήσεις!
-Δεν είσαι πειστική.

Δεν είμαι. Γιατί σε κοιτάω και με κοιτάς. Γαλάζια μάτια, γαλάζια του πάγου και καίνε: νιώθω σα να με ψήνεις ζωντανή, σαν μάγισσα στην ιερά σου εξέταση. Αχ, σταμάτα αυτή τη διείσδυση με τα μάτια σου και μόνο, αυτό το βλέμμα - πώς το κάνεις;- πώς έρωτα μου κάνεις με το βλέμμα σου και μόνο;

-Σταμάτα, πονάω, σταμάτα.
-Σταμάτα και τι;
-Σταμάτα κι έλα πάρε με αγκαλιά.

Ξαπλώνεις στο πλάι, γαντζώνομαι πάνω σου, η καρδιά μου κοντεύει να σπάσει. Κατά περίεργο τρόπο και η δική σου. Η καρδιά σου χτυπάει πάνω στη δική μου όπως με αγκαλιάζεις, το πρόσωπό μου στο λαιμό σου, «γιατί το κάνεις; σου αρέσει»; «Προφανώς, μ’ αρέσει η αίσθηση στο δέρμα σου που τσιτώνει, εσένα»; Εμένα μου αρέσεις εσύ, θα είμαι πάντα η πουτάνα σου, θα γίνω μάνα των παιδιών σου μα θα είμαι το μωρό σου. Μα λέξη δε λέω και μόνο σε κοιτάω.
Γαλάζια τα μάτια σου, γαλάζια και μοιάζουν παιδικά.
Με φιλάς και γλιστράς το χέρι σου κάτω από τα μαλλιά μου. Γλιστράς το χέρι σου κάτω απ’ το μαξιλάρι. Τραβάς ένα καλώδιο. Χοντρό καλώδιο κόκκινο σε κύκλο τυλιγμένο. Το πιάνεις απ’ τη μέση και όπως το κρατάς θα ’λεγες μοιάζει με καρδιά. Σκληρό καλώδιο usb σαν κόκκινη καρδιά.

-Δε θα το κάνεις, σου λέω και σε κοιτάω.
Γαλάζια μάτια, γαλάζιο του πάγου και καίνε όταν με κοιτάς.
-Δε θα το κάνω μωρό μου; και με χτυπάς.

Το καλώδιο σκίζει τον αέρα κι εγώ γαντζώνομαι πάνω σου σα να πέφτω από γκρεμό, πιέζω τα δάχτυλα πάνω στην πλάτη σου, σφίγγω τις παλάμες και δαγκώνω τον ώμο σου να μην ουρλιάξω, κολλημένη πάνω σου, σάρκα από τη σάρκα σου, κρύβομαι στο λαιμό σου, αφουγκράζομαι τον παλμό σου, ακούω το αίμα να κοχλάζει, νιώθω το δέρμα σου να καίει όσο το δικό μου, τις φλόγες να χορεύουν στην κοιλιά σου, κι αν εξαγνίζει η φωτιά -δώσε φωτιά, αν εξαγνίζει η φωτιά είμαι αγνή κι είσαι κι εσύ, σε τόση φλόγα γινόμαστε κι οι δυο καθαροί, κι οι δυο πάλευκοι.

-Είσαι κάτασπρη εκεί που σ’ έπιανε το μαγιό! Είδες για να μην είσαι μαυρισμένη ολόκληρη αναγκάζομαι να σε μαυρίσω εγώ!
Σε κοιτάω, με κοιτάς, δε θα κλάψω. Σ’ αγαπώ, με κρατάς, δε θα σ’ απογοητεύσω. Δε θα σε αφήσω να με βαρεθείς τόσο εύκολα. Δε θα λυγίσω σαν τις άλλες σου εγώ. Θέλω να καταλάβεις τη δύναμη μου. Να δεις ότι είναι η δύναμη που με δένει μαζί σου, και όχι η αδυναμία όπως νομίζεις. Είναι η δύναμη μου η αδυναμία που σου έχω. Η δύναμη να βάλω κάτω τον εαυτό μου για σένα, να φυλακίσω τα δαιμόνια μου για να ΄χω χώρο να αγκαλιάσω τα δικά σου.

-Τι, και με κοιτάς. Τι θες; Και με φιλάς
-Θέλω να είσαι εραστής στο κρεβάτι μου και περίστροφο στο κεφάλι μου. Μέσα σου βρίσκω τη βρομιά. Μέσα σου μετρώ τ’ άστρα. Μέσα σου νιώθω όμορφη. Μέσα σου γίνομαι θεά. Δε πρέπει ποτέ να είμαστε χωριστά…

Και μπαίνεις μέσα μου. Γαλάζια μάτια. Γαλάζιο του νερού το καλοκαίρι. Γαλάζιο που αγριεύει και σκουραίνει, γαλάζιο που νυχτώνει και βαθαίνει, μπλε άπατης θάλασσας, μπλε του ωκεανού, μπλε τρικυμίας αμείλικτης, μπλε του κοβαλτίου- σαν το τοίχο του δωματίου, σαν το σεντόνι σου, σαν το δέρμα μου, μπλε πια το δέρμα μου, μπλε και με κοιτάς.

-Σου πάει το μπλε, και με φιλάς.
-Άουτς, πονάω τόσο εκεί που ακόμα και το φιλί ενοχλεί.

Φέρνεις ενυδατική λοσιόν και με κανακεύεις σαν μωρό. Όπως είμαι μπρούμυτα ξαπλωμένη γυρνάω σε κοιτάω. Ενώ γιατροπορεύεις τους γλουτούς μου με κοιτάς. Τα μάτια σου γαλάζια, το δέρμα μου μπλε, τα μάτια σου να καίνε, το δέρμα μου με καίει.
- She wore blue velvet, τραγουδάς…

Θυμάμαι την Isabella Rossellini μαυρισμένη στο ξύλο στην ταινία του Lynch.
Θυμάμαι την Kim Basinger υπάκουη Liz για τον dominant John~ Rourke στις 9 ½ βδομάδες.
Και θυμάμαι την Gyllenhall με μαυρισμένα οπίσθια να φοράει τελικά το νυφικό στη «γραμματέα». «Θα ‘μαι ωραία με το νυφικό δίπλα σου», σκέφτομαι και αφήνομαι στο στρώμα. Ζουλάω με το πρόσωπό μου το μαξιλάρι. Χαμογελώντας. Αφήνομαι να μου βάζεις λοσιόν. Αφήνομαι στα χέρια σου. Σαν παιδί στα χέρια του γονιού του. Σαν παιδί αφήνομαι. Με εμπιστοσύνη. Σ’ εσένα. «Τrue blue, baby I love you…»
  • Μια συνοπτική και ενδιαφέρουσα άποψη για την «ηθική του Ντε Σαντ» μπορείτε να βρείτε στον «Ερωτισμό» του Ζωρζ Μπαταιγ.
  • Οι προτάσεις σε italics είναι στίχοι του Ava Adore των Smashing Pumpkins

15.10.08

Λύκε a virgin!

Σε προηγούμενο κείμενο ο Άμμος έθιξε το θέμα του προσώπου & του προσωπείου. Με προβλημάτισε. Δεν είμαι σίγουρη αν αυτά που βρίσκω εδώ είναι απαντήσεις ή δικαιολογίες. Και δε μου αρέσουν οι δικαιολογίες ...

Στην πρώτη έξοδο πίναμε ποτά στο Kazu. Πολλά ποτά και δεν λέγαμε να το βουλώσουμε- λες και δε θα ξαναβλεπόμασταν κι έπρεπε να τα πούμε όλα εκείνο το συγκεκριμένο απόγευμα. Η κουβέντα μετά από 3 τζιν τόνικ και 3 λευκές Jimador είχε φτάσει στην προσπάθεια να κάνουμε στατιστικά –με πόσους για μια νύχτα, με πόσους χάλια, με πόσους bisexual, με πόσους παρθένους.

-1 και δεν το ήξερα ότι ήμουν η πρώτη του.
-Εγώ πάλι 4, 5, …8. Και πάω εν γνώσει μου γιατί με ρωτάνε πρώτα «μωρέ, θα το κάνεις»;
-8 παρθένες!;! Σε κοιτάω.
-Ναι γαμώ τη γκαντεμιά μου, με βλέπουνε συμπαθητικούλη και υπομονετικό και όλες με χώνουν για τη χαμαλοδουλειά, να το κάνω εγώ να τους φύγει η «ρετσινιά» .
-Είσαι ένας άγιος, σου λέω! Εγώ πάντως –just for the record- δεν είμαι παρθένα!
-Το καλό που σου θέλω, λες. Δεν είμαι να πλένω σεντόνια νυχτιάτικα!

Που ποια σεντόνια, ποιες κουβέρτες, το στρώμα είχε μεταμορφωθεί σε σχεδία να βολοδέρνει στην τρικυμία μας. Όταν ξαφνικά άκουσα ένα «ωχ». Και δεν ήταν ένα ενθουσιώδες «ωωωχ».
-Τι; είπα.
-Έχεις περίοδο; Με ρωτάς
-Όχι…
-Ε, χμ, πονάς… πόναγες, εννοώ, τόση ώρα;
Πετάγομαι από το κρεβάτι
-Πλάκα μου κάνεις, λέω και κοιτάω το ματωμένο κάλυμμα.
-Εγώ; Εσύ ήταν που δεν ήσουν παρθένα?

Σηκώνομαι να πάω στο μπάνιο. Ποτάμι το αίμα. Δεν πονάω αλλά αιμορραγώ. Τι διάολο; Κάθομαι στη μπανιέρα βαρελάκι και πάω μπρος- πίσω κάτω απ’ την ανοιχτή ντουζιέρα σαν εκκρεμές. «Τι έγινε τώρα; Να ναι ψιλοτραυματισμός; Κι αν είναι εσωτερικός τραυματισμός λες να με κόλλησε τίποτα. Γαμώτο, κι έχει πάει με τη μισή Αθήνα. Πάνω που πήγε να φτιάξει η τύχη μου θα κολλήσω κανένα AIDS».
Δεδομένου ότι είχαμε πάρει όλες τις προφυλάξεις γίνεται σαφές ότι αυτά τα ερωτήματα και οι φόβοι δεν είχαν βάση, ήταν όμως οι εκφραστικοί δορυφόροι του κεντρικού κι ανομολόγητου ερωτήματος «μήπως υπάρχει τιμωρία για τόσο πολύ και τόσο καλό σεξ την πρώτη βραδιά με κάποιον; Μήπως πήρα ότι μου άξιζε ως τσούλα»;

Βγαίνω έξω. Με περιμένεις στην πόρτα της τουαλέτας.
-Είσαι καλά;
-Ναι… Συγνώμη αν σε τρόμαξα. Τρόμαξα κι εγώ πάντως!
-Το φαντάζομαι, έλα δω, και με πήρες αγκαλιά.
Γυρνώντας στο υπνοδωμάτιο άλλαξες το σεντόνι. Ξεκίνησα να ντύνομαι.
-Πού πας;
-Σπίτι μου…
-Πας καλά; Φυσικά και θα σε κοιμίσω εδώ! Τι, μισές δουλειές θα κάνουμε; Αφού ήρθες θα πάρεις όλο το πακέτο, να έχεις μια ολοκληρωμένη εμπειρία. Και τέλος πάντως δε θα τη βγάλεις έτσι εύκολα καθαρή, έχεις να καθαρίσεις κι ένα σεντόνι το πρωί κυρία μου!
-Δεν ξέρω μωρέ, καλύτερα να γυρίσω. Δε μπορώ να κοιμηθώ σε ξένα σπίτια.

Ε, αφού δε με έδιωχνες και δε με τιμωρούσες εσύ έπρεπε να αυτομαστιγωθώ, να γυρίσω σπίτι να κοιμηθώ μόνη μου.
-Θα σε νανουρίσω εγώ, θα σου διηγηθώ την Κοκκινοσεντονίτσα- την Κοκκινοσκουφίτσα εννοούσα. Θα στην πω στην γαλλική παραλλαγή που συμβολίζει το πέρασμα απ’ την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση.
-Α μπα, τι μου λες;
-Καταρχάς, εκείνη την εποχή κόκκινες κάπες φορούσαν μόνο οι ώριμες σεξουαλικά γυναίκες, δει οι…περπατημένες. Άρα δεν ήταν και τόσο αθώα η μικρά! Επίσης στην εκδοχή αυτή ο Λύκος την ρωτά ποιο μονοπάτι θα διαλέξει για να πάει στη γιαγιά της, με τις Βελόνες ή με τις Καρφίτσες, κι εκείνη επιλέγει με τις καρφίτσες –γιατί τότε τα κορίτσια στην εφηβεία πήγαιναν μαθητευόμενες σε ράφτρες –οι οποίες εκτός από την ραπτική τις μυούσαν και στη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση.
-Κομματάκι τραβηγμένο!
-Καλά υπάρχει ακόμα καλύτερη σημειολογία: οι καρφίτσες συμβολίζουν την παιδική ηλικία -μπαίνουν στα ρούχα των μεγάλων και τα «στενεύουν» για να χωράνε στα παιδιά. Ενώ οι βελόνες, που προσθέτουν κομμάτια και μεταποιούν τα στενά ρούχα του παιδιού που μεγαλώνει, συμβολίζουν το πέρασμα στην ενηλικίωση.
-Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο; Ο Λύκος την τρώει την Κοκκινοσκουφίτσα?
-Ναι, αλλά η ιστορία τελειώνει εκεί. Δεν την ξαναβγάζει ολόκληρη ο κυνηγός, σαν τον Ιωνά από την κοιλιά του κήτους. Πεθαίνει για να μάθει να μη μιλάει σε ξένους το παλιοκόριτσο! Άσε που σε άλλη εκδοχή ο Λύκος αφού την έχει ταΐσει ένα κομμάτι από τη γιαγιά της…
-Μπλιαχ, σταμάτα, θα ξεράσω
-Μα είναι συμβολικό…
-Δε θα κλείσω μάτι με όλα αυτά!
-Έλα εδώ ρε κοτούλα.
Κι έσβησες το φως. Με πήρες αγκαλιά. Ο αγκώνας σου με ενοχλούσε και είχα στραβολαιμιάσει έτσι που με κράταγες.
-Καλά, εσένα δε σε ξεβολεύει να κοιμάσαι με αγνώστους; Σε ρώτησα
-Μ' αρέσει να κοιμάμαι με ανθρώπους, είχες πει.
Και λίγο μετά ροχάλιζες.
Ή βρυχώσουν σαν λύκος.
Όπως και αν το δεις, δεν έκλεισα μάτι…

Πέρασε ένας χρόνος. Φόραγα ωτοασπίδες πια, φόραγες επικαλαμίδες- πάντα κλωτσούσα στον ύπνο μου. Είχαμε κοιμηθεί μαζί και είχαμε ξυπνήσει μαζί. Ο ένας μέσα στον άλλο. Όταν ξαφνικά «Ωχ…» ακούω.
-Τι;
-Όχι κάτι ασυνήθιστο με εσένα, σ’ έσφαξα πάλι νομίζω…
- Δεν το πιστεύω. Ρε συ σόρρυ, δεν ξέρω τι έχω πάθει. Εννοώ δεν το έχω πάθει με άλλον αυτό…
-Ότι θα ήμουν και ο πρώτος σου σε κάτι, ε, αυτό δεν το περίμενα!

Γελάς και πας να πλυθείς.

Σηκώνομαι κι εγώ και φέρνω να μουσκέψω το σεντόνι - άμα στεγνώσει δυσκολεύει η δουλειά. Είμαι κάπως ανήσυχη. «Τι διάολο έχω πάθει» σκέφτομαι. «Ούτε την πρώτη μου φορά δεν είχα αίμα και έχω 15 χρόνια μετά»; Και τότε το κατάλαβα. Η πρώτη φορά στον έρωτα δεν πάει γραμμικά. Η πρώτη φορά δεν ταυτίζεται με την πρώτη σεξουαλική επαφή. «We can fuck forever but you’ ll never get my soul» ήταν πάντα το μότο μου. Μπορεί να γνώρισα πολλούς μα κράταγα μια απάτητη, παρθενική περιοχή μέσα μου. Μπορεί να μοίραζα το σώμα μου μα κράταγα αλώβητη την υπαρξιακή μου ακεραιότητα. Θα έπρεπε να έχω δοθεί ολοκληρωτικά στο πρώτο μου αγόρι- αν μη τι άλλο γι’ αυτό το σεξ λέγεται και «ολοκλήρωση» μιας σχέσης: έχεις ανοίξει την ψυχή σου και τελικά ανοίγεις το κορμί σου στον άλλο. Αλλά μ’ εκείνον απλά συνειδητοποίησα ότι το σεξ- για το οποίο έχω ακούσει και διαβάσει και φανταστεί- γίνεται και πρακτικά. Με τον δεύτερο έμαθα ότι μπορώ να διεκδικώ και να έχω οργασμούς και με τον επόμενο να τους προσποιούμαι. Και πολλά άλλα έμαθα εν καιρώ- εκτός απ’ το να αφήνομαι. Να δίνομαι ολοκληρωτικά.
Γιατί έτσι με έμαθαν, ότι αν αφεθείς αφελώς χωρίς αντιστάσεις, πάει σε έφαγε ο Λύκος, Κοκκινοσκουφίτσα. Με τέτοιες νουθεσίες, ταμπού και ηθικές μας γαλούχησαν, για να μας προστατεύσουν απ’ την σωματική και κυρίως ψυχική εκμετάλλευση. Μα στην πορεία όλα αυτά μας υπέβαλλαν σε «ερωτικό ιδρυματισμό»: δε μπορούμε να λειτουργήσουμε μέσα τους μα ούτε χωρίς αυτά –αφού αν εγκαταλείψεις τις «αρχές» σου εγκαταλείπεις τον εαυτό σου.
Όμως τελικά είναι τόσο κακό να «εγκαταλείπεις τον εαυτό σου; Είναι τόσο καταστροφικό να πεις «δε με νοιάζει τι ήμουν κυρ Λύκε μου, ήμουν καλά τότε στο κουκούλι του Εαυτού μου, αλλά τώρα είναι άλλο και θέλω να με κάνεις αυτό που είμαι. Κατασπάραξε τις σάρκες μου και βγάλε με νέα από εκεί μέσα. Σαν τα ρούχα που δε μου χωράνε πια γιατί μεγάλωσα, σκίσε το δέρμα μου γιατί δε με χωράει και άσε με να απλωθώ μέσα στο δικό σου, φάε με να ενωθούμε εις σάρκαν μια, εγκαταλείπω τον εαυτό μου και μετοικώ μέσα σου για λίγο».
Απίστευτο μα τόσα χρόνια που νομίζω ότι προχωράω μπροστά, στην ουσία κάνω βήματα πίσω. Στο παρελθόν, στο σκοτεινό, παρθένο δάσος μου. Κάθε φορά όλο και λιγότερο προφυλάσσω την ήσυχη ζωούλα μου και όλο περισσότερο πλησιάζω τον άγριο Λύκο. Και πια πλησίασα πολύ. Τον κοίταξα στα μάτια. Είσαι εσύ. Που παρότι είσαι ο τελευταίος μου έχεις πάρει τη παρθενιά μου. Όχι του κορμιού. Ολόκληρου του Εαυτού μου. We may not fuck forever but you’ ll always keep my soul

-Τι;
-Τίποτα.
-Αφού έχεις σκεπτικό βλέμμα, τι;
-Σκέφτομαι ότι δεν ξέρω τι τρέχει. Ο γυναικολόγος και την πρώτη φορά δε μου βρήκε τίποτα.
-Μα φωνάζεις κι εσύ κι εγώ νομίζω ότι σ’ αρέσει! Πονάς ρε βλαμμένο και δε μου το λες;
γυρνάς και με κοιτάς αυστηρά.
-Όχι, δεν πονάω. Σκέφτομαι επίσης ότι, technically speaking, την πρώτη φορά που λερώσαμε το σεντόνι δεν ήμουν παρθένα.
-Και ήσουν τη δεύτερη;
-Όχι, νομίζω ότι ήμουν τελικά και την πρώτη.
Ανοίγεις το στόμα δήθεν μου τάχα απορημένος.
-I made it through the wilderness, somehow I made it through -didn’t know how lost I was until I found youuuu…
-Ωχ Παναγία μου, θα σε είχα πάει στη Μαντόνα αν ήξερα ότι θα σου άφηνε τέτοιο απωθημένο!
-Μπα, νιώθω περισσότερο σαν παρθένα στην εκδοχή του Marilyn Manson! You’ re so fine and you’ re mine, I’ ll be yours till the end of time, cause you make me feel, yeah, you make me feel shiny and newww! Like a virgin touched for the very first time! Like a viiiiiiirgin, with your heart beat next to mine…
-Σταμάτα ρε παγανιστικό όργιο να χορεύεις και να τραγουδάς θα ξυπνήσουμε τον Μάριο δίπλα. Κάτσε παιδί μου να πλύνω το σεντόνι! Ε, μα εσύ το θες το ξυλίκι σου για να συνέλθεις.

Τ
α παρατάς όλα και με βάζεις στον ώμο.

-Καλέ πού με πας σαν αμνό προς τη σφαγή!
-Μη μιλάς καημένη μου γιατί τώρα την έβαψες. Θα χυθεί αίμα!

ΥΓ. Μερικές απόψεις για την παραλλαγή της Κοκκινοσκουφίτσας θα βρείτε εδώ (παραδόξως όχι, δεν σκέφτηκα εγώ όλα αυτά τα σεξιστικά σύμβολα για το παραμύθι)! Η αυθεντική ιστορία των Γκριμ είναι εδώ. Όσο για το original άσμα της Madonna εδώ

2.10.08

Χαμένοι στη μετάφραση

Στο προηγούμενο κείμενο ο Άμμος καταλήγει πως "τους ανθρώπους τους ενώνει η μέσα φωτιά. Κι αυτό είναι που κάνει τις διεισδύσεις και τις υποδοχές μας ξεκάθαρα πολιτικές. Το στοίχημα είναι αν θα τις αφήσουμε να μας πυρπολήσουν με πάθος προς την αυθεντικότητα". Δεν ξερω αν ο Άμμος λέγοντας "πολιτικές" εννοεί τον έρωτα ως statement (δήλωση, θέση, στάση ζωής). Εγώ πάντως ως τέτοιο τον αντιλαμβάνομαι.

«Τι σκατά του βρίσκεις, δεν βλέπεις πώς σου συμπεριφέρεται, πώς σου μιλάει!» ωρύεται ο LX.

«Είναι δυνατόν να κάθεσαι μαζί του για το καλό σεξ»; αναφωνεί η Άρια έτοιμη να με χαστουκίσει.
Σεξ;

Δεν ξέρω αν μιλάμε για το ίδιο πράγμα όταν αναφερόμαστε στο «σεξ».

Για εμένα αυτό που συμβαίνει στο κρεβάτι δεν είναι «σεξ». Αυτό που έχουμε εμείς είναι μια γλώσσα ακατάληπτη που κανείς δε μπορεί να συλλάβει. Γιατί αυτή η γλώσσα δεν υπάρχει πουθενά. Κι όπως η λάβα φτιάχνει το βράχο μα δεν ήταν στ’ αλήθεια αυτό το πέτρωμα, έτσι και του έρωτα η διάλεκτος μπορεί να μπει σε λέξεις μα είναι μόνο κέλυφος.
Και όταν μιλάμε ύστερα για όσα έχουν γίνει, όταν το αφηγούμαστε σαν κριτικοί στεκόμαστε και όχι σαν καλλιτέχνες. Το έργο περιγράφουμε μα όχι την πράξη- τέχνη.
Κι όταν μου λες «γιατί σου αρέσει τόσο πολύ έτσι;» κι εγώ σου λέω «γιατί είναι σα να με αγαπάς» -ξέρω ότι δε με αγαπάς, το έχεις πει. Μα εκείνη την ώρα που είσαι ολόκληρος μαζί μου -όχι μόνο τα λόγια μα οι ματιές και το ύφος σου, εκείνη την ώρα που η αναπνοή σου αλλάζει, που τα πόδια σου κρατούν παγιδευμένα τα δικά μου και τα δόντια σου μπήγονται πάνω από την κλείδα μου, που το make up φεύγει και ο ιδρώτας στάζει και φοβάμαι μη λιώσεις σαν κερί και σε χάσω απ’ τα χέρια μου, εκείνη την ώρα που με σφίγγεις και τσιρίζω σε μια άγρια χαρά και εσύ γελάς κι εγώ σε κοιτάω και με φιλάς και ψιθυρίζεις «γιατί σου αρέσει τόσο αυτό, πες μου», «γιατί έτσι που με κρατάς είναι σα να με αγαπάς», ναι το ξέρω.
Ξέρω ότι δεν θα το παραδεχτείς ποτέ αλλά εκείνη την ώρα με αγαπάς. Και όχι με το στόμα. Ούτε με το σώμα σου. Με όλο σου το Είναι. Γιατί μαζί μου εκείνη την ώρα καταλύεις το χρόνο δημιουργώντας το μοναδικό έργο τέχνης που γινόμαστε ο ένας μες στον άλλο. Το απολύτως προσωπικό μας αριστούργημα. Και αυτό γινόμαστε μόνο μαζί. Με άλλες κάνεις άλλα. Όχι αυτό όμως.


-Δεν είναι ότι δε μου αρέσεις ή ότι δεν είσαι έξυπνη. Αλλά δε γίνεται να είμαστε ζευγάρι γιατί είμαστε τόσο διαφορετικοί που πρέπει συνέχεια να σου εξηγώ και να μου εξηγείς τι εννοείς. Πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω πιο ταιριαστοί για εμάς που δε χρειάζεται να αναλώνουμε τόσο χρόνο στο να εξηγούμε πώς εννοούσαμε αυτό ή εκείνο.
Και με κοιτάς.
-Όχι, εντάξει, μην εξηγείς άλλο, το κατάλαβα, σου λέω.
-Δεν ξέρω τι να κάνω, θες να σου λέω ψέματα; Θες να σε αφήνω στον μικρόκοσμο των φαντασιώσεών σου, στον κόσμο που νομίζεις ότι είμαστε μαζί, μα δεν είμαστε και πρέπει να το ξέρεις- δεν πρέπει να σε ενημερώσω;
-Αλίμονο, λέω, είμαστε πάντα υπέρ της πληροφόρησης.

Είμαι ξαπλωμένη με τα ρούχα στο κρεβάτι και θέλω να βρω κουράγιο να σηκωθώ να φύγω, αλλά δε μπορώ. Δεν ξέρω ποιον να κατηγορήσω για το βάρος που νιώθω και κατηγορώ τα ρούχα. Απ’ την ώρα που χωριστήκαμε στο στρώμα και ντυθήκαμε άρχισε η αποσύνθεση όλης της ευτυχίας μου. Τα ρούχα ταυτίζονται με λέξεις, ο πολιτισμός είναι ο «εγγραμματισμός» και με τις λέξεις ου μπλέξεις, καμία ευτυχία δε μπορεί να κρατήσει πολύ μέσα στις δαγκάνες του «πλαισίου συμφραζομένων» μέσα στον «θόρυβο» της επικοινωνίας –τα λέει ο Βέλτσος αλλά ποιος ακούει. Μια χαρά δεν ήμασταν χωμένοι στο ερωτικό κουκούλι μας κλωσμένο απ’ την "ολική σωματική γλώσσα" του Jousse; Ποιος μπορεί να μεταφράσει λάθος ένα χάδι ή έναν αναστεναγμό; Κι άντε να περιγράψω με το αλφάβητο τη μυρωδιά σου που δε μοιάζει με τίποτα και με δένει σαν ξόρκι πάνω σου.

-Οπότε για να καταλάβω, αφού δεν έχουμε «σχέση» τι έχουμε;
-Έχουμε σχέση αλλά όχι όπως την εννοείς εσύ. Δεν έχουμε σχέση-«σχέση», έχουμε φιλική σχέση και κάνουμε σεξ πού και πού.
-Συνήθως αν κάνεις αυτά που κάνουμε μαζί- βγαίνουμε, πίνουμε, βλέπουμε dvd, κάνουμε έρωτα, κοιμόμαστε και το πρωί φεύγουμε χέρι- χέρι για τη δουλειά- κάποιοι το λένε «σχέση».
-Να τώρα βλέπεις; Πρέπει κάθε φορά να συζητάμε για το πώς θα μεταφράσουμε κάθε μας λέξη γιατί ανάλογα με το context δίνουμε άλλο νόημα ο καθένας.

Θα ήθελα να μπορούσαμε να σταματήσουμε να ασχολούμαστε με τις «λέξεις» και τα «πλαίσια» και να μην χρειάζεται να επικυρώσουμε λεκτικά αυτό που ζούμε, να μην πασχίσουμε να του δώσουμε διάρκεια κρατώντας το σε νάρθηκες λογικών προτάσεων. Θα ήθελα να μη χρειάζομαι να το ονομάσω «σχέση» όλο αυτό για να νιώθω ασφάλεια και θα ήθελα να μην χρειαζόταν να το ονομάσεις «sex- buddies» για να νιώσεις εσύ ασφάλεια. Και θα ήθελα να μπορούσες να καταλάβεις ότι όταν με ρωτάς «γιατί σου αρέσει τόσο έτσι» έχεις ήδη απαντήσει με τη φωνή σου σε αυτή την ερώτηση: γιατί είσαι εσύ εκεί. Και θα μου άρεσαν τα πάντα. Αφού είσαι εσύ ολόκληρος, ατόφιος, εκείνη την ώρα στην πιο πλήρη επικοινωνία που μπορούμε να έχουμε.

-Θα φύγεις τώρα; Με ρωτάς
-Ναι.
-Πρέπει να πάω κι εγώ για δουλειά, θα με αφήσεις στο ΜΕΤΡΟ;
-Ναι.
-Κοίτα δε γίνεται να φύγεις με τέτοια μούτρα, να σε δουν από απέναντι οι οικοδόμοι που σε καμάκωναν χτες και θα καταλάβουν ότι εγώ σε έκανα έτσι. Με τι κούτελο θα βγω στην κοινωνία;
-Ναι ε;
-Πρέπει να σου φτιάξω το κέφι.

-…στα γρήγορα;

-Αχ, μ αρέσει έτσι…
-Γιατί; Ρωτάς ψιθυρίζοντας μέσα στο αφτί μου
-Γιατί στο χω πει χίλιες φορές, έτσι όπως με κρατάς είναι σαν να με αγαπάς- και μην αρχίσεις τα…
-Σκάσε. Σκάσε… και με φιλάς.

Σκάω.
Από ευτυχία.

«Και καλά αφού δεν επικοινωνείτε τότε γιατί συνεχίζει να βγαίνει μαζί σου και να σε μπερδεύει» λέει ο LX.
«Ναι, γιατί δε βρίσκει άλλη;» ρωτά η Άρια.
«Γιατί με τις άλλες επικοινωνεί λεκτικά αλλά όχι στο κρεβάτι».
«Χμ, άρα δεν είσαι εσύ τελικά η χαμένη στη μετάφραση»λέει η Άρια.
«Ναι κι εγώ έτσι σκέφτομαι, ότι μάλλον είμαι η κερδισμένη στη μετάφραση» και συνεχίζω να γελάω σαν ηλίθια.
«Οh, that cum smile» λέει ο LX και παραγγέλνει κι άλλο ποτό.

3.9.07

Θέλω να είμαι σκυλάκι σου…

Ξύπνησα με τη μυρωδιά σου πάνω μου.
Ξύπνησα και μύριζα σαν λαγωνικό το μαξιλάρι. Έπιανα το μουσκεμένο ύφασμα και το έσκαβα με τα νύχια μου, έχωνα τη μύτη στις πτυχές του.
Ξύπνησα χάλια μετά από έναν ύπνο γεμάτο απ’ το σώμα σου. Που έβλεπα το πρόσωπό σου. Το άγγιζα. Το έπιανα, σε φίλαγα, γέλαγες.
Ξύπνησα κι είχα την αίσθησή στο στόμα μου. Την ανάσα σου –αλκοόλ και τσιγάρο.
Ξύπνησα και δεν ήθελα να ανασάνω. Δεν είχα το κουράγιο κι ούτε μ’ ένοιαζε. Ήθελα να πεθάνω εκείνη τη στιγμή, εκείνη την ώρα, με το άρωμά σου πάνω μου.
Ξύπνησα κι ούτε καν πλύθηκα, ντύθηκα και βγήκα στο δρόμο. Ρουθουνίζοντας σαν λαγωνικό. Βγήκα και οσφράνθηκα τον αέρα και ήξερα πώς έχεις γυρίσει. Είσαι κάπου σ’ αυτή την πόλη.
Έ
χεις γυρίσει, δε με πήρες τηλέφωνο, δεν μου το είπε κανείς μα το ξέρω. Το ξέρει ο ύπνος μου, η ανάσα μου, ο παλμός μου που χτυπάει πιο γρήγορα χωρίς λόγο, πιο γρήγορα μόλις σκεφτώ το όνομά σου.
Γύρισες και το ξέρω γιατί ξαφνικά αισθάνομαι πάλι. Αισθάνομαι. Χαρούμενος. Αδέξιος. Οργισμένος. Πιεσμένος. Ανίκανος. Χαζός. Λίγος. Λιγότερος. Ερωτικός. Άσχημος. Μέσα σου. Πουθενά. Ξεχωριστός. Συνηθισμένος. Παντού. Εγκαίρως. Κάπως. Ίσως. Έτσι. Αλλιώς. Με κάνεις και αισθάνομαι…
Γύρισες κι εγώ ακόμα γυρίζω εκεί έξω. Όπου να ναι, αρκεί μακριά σου. Να σε ξεχάσω. Μα εκεί στο πουθενά αναρωτιέμαι "τι γυρεύω εγώ εδώ". Και τότε σε θυμάμαι. Το κάθε μακριά με φέρνει πιο κοντά σου.
Νύχτωσε κι εγώ πίνω και γυρνάω σαν δαρμένο σκυλί στους δρόμους. Γυρνάω αλυχτώντας στα φανάρια, γρυλίζοντας σε όποιον με κοιτάζει.
Γύρισες κι εγώ περιφέρομαι αδέσποτος. Κι αν με ξαναπλησιάσεις ποτέ θα σε ξεσκίσω με τα δόντια μου. Θα σε κατασπαράξω. Θα φάω κάθε σάρκα και θα γλείψω τα κόκαλά σου. Δε θα αφήσω άλλον να σε γευτεί.
Μην πλησιάζεις. Άσε με εδώ, σε απόσταση. Πού και πού δίνε μου ένα ξεροκόμματο.
Να σε φιλάω μόνο.
Το μόνο που θέλω είναι να σε φυλάω.
Το μόνο που θέλω να είμαι ο σκύλος σου.


«που πια δεν έχω τίποτε άλλο
μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
να φωνάζω από 'σένα και να με χτυπά η φωνή μου
να μυρίζω από εσένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι»

Οδυσσέας Ελύτης - Μονόγραμμα