CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστοσωψυχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστοσωψυχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24.7.08

Αισθήσεις και συνειρμοί 5.00μ.μ

"Τι έχεις ρε παιδάκι μου";
"Ώχου, δε με παρατάς; Τίποτα"...

Nada
Aν το θαύμα της ημέρας είναι ν' αγαπάς τη μέρα
με τη σάρκα με το αμάρτημα του έρωτα
της νυχτός το θαύμα είναι τίποτε να μην αγαπάς
κανέναν έρωτα καμια γλύκα της μέρας

Είναι του έρωτα το θαύμα τίποτε να μην αγαπάς
απ' των άστρων τα ανοίγματα να μη μαθαίνεις τίποτε
να μην ξέρεις να μη ζεις και να μη φαίνεσαι
να' σαι η φλόγα και σε τίποτα να μην υπάρχεις

(Jean Pierre Jouve σε μετάφραση Ελύτη)

16.4.08

Ο Vargas, o Natividad, ο Πλεύρης, ο γάτος και το φανταρικό μου, όλα στο μίξερ

Ήδη εδώ και δύο εβδομάδες οι διαδικτυακές κοινότητες στην Ελλάδα και παγκοσμίως, φλέγονται από μία εξοργιστική είδηση: ο Guillermo Habacuc Vargas έδεσε και άφησε να πεθάνει της πείνας έναν αποσκελετωμένο αδέσποτο σκύλο, τον Natividad. Σαδιστικό άλλα συνηθισμένο; Η πράξη του όμως αυτή παρουσιάστηκε το 2007 ως καλλιτεχνικό έκθεμα στην γκαλερί της Κόστα Ρίκα "Centro Nacional de la Cultura". Το γεγονός αυτό κινητοποίησε τεράστια κύματα διαδικτυακής διαφωνίας για αυτού του είδους την τέχνη αλλά και την έναρξη μιας διαδικτυακής συλλογής υπογραφών που εξέφραζε τη ρητή αντίθεσή της στην επανάληψη του εκθέματος στη Μπιενάλε Κεντροαμερικανών Καλλιτεχνών στην Ονδούρα το 2008 (με συγκεντρωμένες ήδη πάνω από δύο εκατομμύρια υπογραφές).
Απέφυγα αρχικά να αναπαραγάγω μια οποιαδήποτε οργή, ή έστω αντίθεση, κάνοντας μια επιπόλαιη έρευνα στο google (άκαρπη σε ακριβή στοιχεία), αλλά και παρατηρώντας τη σιωπή των ευαισθητοποιημένων για τέτοια θέματα (που ελέγχουν όμως προσεκτικά και τις πηγές τους), Λασκαράτου – Ροΐδη και αποκαλυμμένης Ίσιδας. Στην πορεία ο φίλοι Νεφέλικας (1, 2) και Urfurslaag (1, 2, 3) εξέφρασαν τεκμηριωμένα τις επιφυλάξεις τους, στέλνοντας με και στους/τις εξίσου ψύχραιμους/ες Chumba, Λολίτα, Justanothergoneoff και Αρκούδο. [Αν οι σύνδεσμοι σας φαίνονται πολλοί, ξεκινήστε από τους Νεφέλικα κι Αρκούδο. Αν πάλι θέλετε να διαβάσετε αντίθεση κι οργή, επισκεφθείτε για αρχή τους/τις Αθηνά [1, 2, 3], Polsemannen, Παράφωνο και ArtAttack. Στη συλλογή υπογραφών δε θα σας στείλω.]
Το μόνο που μπορώ λοιπόν να σας παρουσιάσω ως σίγουρο είναι ότι σε μια γκαλερί της Κόστα Ρίκα εκτέθηκε για κάποιες ώρες ένας αδέσποτος αποσκελετωμένος σκύλος, ο Νατιβιδάδ, για τον οποίο δηλωνόταν ότι θα αφεθεί εκεί δεμένος να λιμοκτονήσει. Σκοπός ήταν να καταδειχθεί η αδιαφορία των φιλότεχνων επισκεπτών/τριών, από τους οποίους/ες κανείς/μία δε διαμαρτυρήθηκε. Ο σκύλος μπορεί να πέθανε, να ταϊζόταν από τον καλλιτέχνη εκτός ωρών έκθεσης, να δραπέτευσε, ή να αφέθηκε ελεύθερος. [Για τις αντικρουόμενες πηγές, κατευθυνθείτε στον Νεφέλικα 2.]
Όσοι/ες δε δέχτηκαν αυτές τις επιφυλάξεις (οπότε θεώρησαν ότι ο σκύλος πέθανε στο όνομα της τέχνης) σκυλόβρισαν τον καλλιτέχνη, εξέφρασαν την αηδία τους, ζήτησαν να απαγορευθεί κάθε τέτοιο καλλιτεχνικό έργο και μάλλον υπέγραψαν στη διαδικτυακή συλλογή υπογραφών. Ακόμη όμως και αρκετοί/ές από όσους/ες αναγνώρισαν την αντιφατικότητα των πηγών, δήλωσαν τη ρητή διαφωνία τους με το να χρησιμοποιείται ως έκθεμα ένα ζώο και οι περισσότεροι/ες υπερθεμάτισαν ότι «αυτό δεν είναι τέχνη» ή έστω ότι «αυτό είναι κακή τέχνη». Κάπου εδώ ξεκινάει το πραγματικό θέμα αυτής της ανάρτησης.
Στο μίξερ του μυαλού μου τα παραπάνω μπλέχτηκαν με τρία σχετικά (από διαφορετικές πλευρές) γεγονότα. Για τη στρατιωτική μου θητεία έχω γράψει ελάχιστα σε αυτό το ιστολόγιο και μάλλον θα συνεχίσει έτσι, ήταν μία σκούρα γκρι περίοδος της ζωής μου (κυρίως για τις απογοητεύσεις που τη συνόδευσαν εκτός στρατού), οπότε προτιμώ να μην την πολυθυμάμαι γράφοντας. Ίσως όμως το πιο μαύρο της σημείο ήταν ότι για δύο μήνες σε ένα ορεινό φυλάκιο της Χίου παρακολουθούσα τους τέσσερις συναδέλφους μου να βασανίζουν και να σκοτώνουν γάτες και σκύλους με οξύ, πέτρες, θηλειές και καυτό λάδι, κάτω από την ανοχή του ηλίθιού μας δόκιμου. Ναι, φυσικά και αντέδρασα και φώναξα και έδιωχνα τα ζώα όταν πλησιάζαν στο φυλάκιο, ήμουν όμως ένας και ήταν τέσσερις, οπότε από ένα σημείο και μετά βυθίστηκα στη στοργική αγκαλιά της απαθούς κατάθλιψης, όπως και τόσες άλλες φορές που έχω συναντήσει δυσκολίες. Καμία υπογραφή δε με ξεπλένει από τη συγκεκριμένη βαρβαρότητα που ανέχτηκα εκείνο το σκοτεινό καλοκαίρι.
Περνώντας σε ένα ζήτημα χαλαρότερο, πρόσφατα στειρώσαμε το γάτο μας, ο οποίος ήταν πλέον σε οίστρο, άφηνε στις πολυθρόνες ένα υγρό με φρικιαστική οσμή μαζί με τα ούρα του και ούρλιαζε σαν δαιμονισμένος (με δεδομένο ότι μένουμε σε διαμέρισμα, αν τον αφήναμε ξαμολυτό να βρει γάτα στη γειτονιά, μάλλον δε θα τον ξαναβλέπαμε). Έχουμε λοιπόν ήδη δύο γεγονότα βίας σε ζώο που άφησα να γίνουν, το πρώτο γιατί ήμουνα δειλός, το δεύτερο γιατί ήθελα τη βολή μου, για να μην αναφέρω ότι τίποτα δεν έχω κάνει για τα τόσα αδέσποτα που γυρνούν σε αυτή τη βίαιη τσιμεντούπολη, ούτε να αφήσω καν ένα πιατάκι με φαΐ στην εξώπορτα της πολυκατοικίας μου. Ας μην παρεξηγηθώ, σε καμία περίπτωση δεν υπονοώ πως όσοι/ες υπογράψανε είναι απαθείς απέναντι στα αδέσποτα. Δεν είδα όμως και καμιά σταυροφορία υπογραφών να τρέξει στη μπλογκόσφαιρα για τα ζώα που έχουμε δίπλα ή μέσα από την πόρτα μας, αναρτήσεις προσωπικές αλλά και πιο πολιτικές ναι, συντονισμένη δράση όμως όχι. Οι προσωπικές μου εμπειρίες αναφέρθηκαν απλώς και μόνο για να καταδείξω ότι αφορμές και ευκαιρίες έχουμε υπερβολικά πολλές, για να χρειαζόμαστε έναν καλλιτέχνη από την Κόστα Ρίκα.
Ένας λόγος εξάλλου που μάλλον αντιπαθώ τις διαδικτυακές κινητοποιήσεις είναι ότι σπάνια έχουν χαρακτηριστικά κινηματικά, όχι με την παλαιομαρξιστική έννοια, αλλά την απλή και καθημερινή, σπάνια σκοπεύουν δηλαδή να ξεσηκώσουνε τους διαδικτυακούς πολίτες από την άνεση της πολυθρόνας τους με τα ροδάκια. Το πολύ πολύ να τους/τις κινήσουν καθιστούς/ές προς τον εκτυπωτή ή να τους/τις στρέψουν για λίγο στην τηλεόραση που κάτι σχετικό με την κινητοποίηση θα παίζει, κρυφή μας προσμονή παρά την απαξίωση που της τρέφουμε. Πέρα δηλαδή από τη συγκέντρωση στο Σύνταγμα, ποια άλλη εκβολή απ’ το διαδίκτυο στους δρόμους έχουμε να θυμηθούμε; Και μήπως είναι εντέλει βολικός ένας σκύλος που βασανίζεται στην Κόστα Ρίκα;
Είπα τηλεόραση και θυμήθηκα το τρίτο γεγονός που με απασχόλησε συνδυασμένο με το Vargas. Αν βλέπετε δελτία ειδήσεων αυτές τις μέρες ή έστω το Λαζόπουλο, πιθανόν και να πετύχατε τη βασιλική φαιδρότητα του Πλεύρη senior να επαίρεται αλλά και να εξηγεί πώς κατάφερε να απαγορευτεί από τις σχολικές βιβλιοθήκες το βιβλίο της Έρσης Σωτηροπούλου «Ζιγκ ζαγκ στις νεραντζιές», με τη βοήθεια βέβαια του δικαστή Γεωργίου Γαβαλά (περισσότερα στο Ροΐδη). Ελάχιστα ιστολόγια ασχολήθηκαν με αυτό το ζήτημα, παρόλο που παίχτηκε από τα κυρίαρχα μέσα, αντίθετα ένα πλήθος ιστολόγων προέτρεψαν σε υπογραφή ώστε να μη φιλοξενηθεί ο Βάργκας στη Μπιενάλε της Ονδούρας. Με αυτά και με εκείνα, ξέρουμε ωραία ωραία να υπογράφουμε υπέρ της ελευθερίας στο διαδίκτυο και κατά της νομοθετικής ρύθμισης στη μπλογκόσφαιρα, ξέρουμε επίσης να υπογράφουμε ώστε να μην εκθέσει ένας καλλιτέχνης τα έργα του, ξέρουμε και να σφυρίζουμε κλέφτικα όταν η λογοκρισία δεν χτυπά την πόρτα μας.
Θα μου πείτε ο Vargas κάνει «κακή τέχνη» ή ακόμη περισσότερο «δεν κάνει τέχνη», ενώ η Σωτηροπούλου πήρε Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Από παλιά δυσκολευόμουνα πολύ να ξεχωρίσω καλή από κακή τέχνη, το προηγούμενο Σάββατο όμως έστειλα μια φίλη θεατρολόγο σε μία εξαιρετική κατά τη γνώμη μου παράσταση, για να τη βρω μετά το τέλος της σοκαρισμένη να δηλώνει ότι δεν έχει δει τίποτα χειρότερο φέτος, πιθανόν και σε όλη της τη ζωή. Το έχουμε πει και άλλες φορές εδώ, το γούστο είναι μια κοινωνικο-ιστορική κατασκευή που χωροχρονικά ποικίλλει και δε χωράει αντικειμενικότητες, χωράει όμως ευκολότερα ηθική: κανένα πλάσμα που πονάει δεν πρέπει να βασανίζεται για καλλιτεχνικούς λόγους (το πιο τερατώδες παράδειγμα είναι νομίζω οι αριστουργηματικές εικόνες της Λένι Ρίφενσταλ με τρόφιμους στρατόπεδων συγκέντρωσης), για το Vargas όμως δεν ξέρουμε ακόμα αν το έκανε και μάλλον θα μείνουμε με την απορία. Τη δικαιολογημένη αντίθεση απέναντι στην τεκμηριωμένη έλλειψη συναίνεσης του Natividad να δεθεί σε μία έκθεση τη βρίσκω από την άλλη κάπως πρεσβυωπική, όταν συνυπάρχει με την τεκμηριωμένη έλλειψη συναίνεσης όλων των αδέσποτων, οικόσιτων και εκτρεφόμενων για σφαγή ζώων αυτής της χώρας, όσον αφορά τις συνθήκες της ζωής τους.
Σας έχω ξεσυνηθίσει από σεντόνια, τόσο όμως χρειάστηκα για να ξεδιπλώσω την πρεσβυωπική υποκρισία, τον εγωκεντρισμό και την απάθειά μου, απέναντι στα ζώα κατ’ αρχήν και γενικότερα στους ανθρώπους. Ναι, τη δική μου, εγώ είμαι το πρόβλημα και όχι ένας Vargas στην Κόστα Ρίκα, με την οποία πρώτη φορά ασχολήθηκα στη ζωή μου και πιθανόν να μην ξανασχοληθώ. Όπως και με τόσα άλλα.

25.6.07

Έξι μήνες: Το ιδιωτικό και το δημόσιο – De veritate personae

Οι σταθεροί/ες επισκέπτες/τριες θα έχουν προσέξει ότι κάθε που κλείνει ένας μήνας ύπαρξης του μπλογκ, ανεβάζω ένα κείμενο που μιλάει για το πώς τα ψυχολογικά μου συναντούν τη γραφή μου, μικρές προσπάθειες για ανασκόπηση και αυτογνωσία. Τώρα όμως που φτάσαμε τους έξι μήνες, αντιμετωπίζω το ιδιότυπο πρόβλημα ότι αυτό που με καίει, δε θέλω με τίποτα να το γράψω στις λεπτομέρειές του.
Με δεδομένο λοιπόν ότι δε θέλω να γράψω για το ότι χώρισα πρόσφατα και για την έντονη θλίψη που μου προκάλεσε αυτό το γεγονός, σκέφτηκα πόσο προσωπικός επιτρέπω στον εαυτό μου να γίνομαι εδώ και ποια είναι τα όρια που έχω ασυνείδητα θέσει στη γραφή μου. Για αυτό θα σας μιλήσω σήμερα.
Ακόμα και το πιο θεωρητικό ή πολιτικοποιημένο μπλογκ ενέχει βέβαια ένα ποσοστό αυτοέκθεσης, αφού καταθέτει προσωπικές απόψεις. Όσοι όμως από εμάς γράφουμε ημερολόγια που αφορούν τη ζωή μας μάλλον βρισκόμαστε πολύ συχνά μπροστά στο δίλημμα, τι να αποκαλύψουμε και τι να αποκρύψουμε. Συνειδητοποιώ πλέον ότι σε αυτό το μπλογκ έκανα ό,τι και στην υπόλοιπη ζωή μου: μίλησα χαλαρός, ειλικρινής και αυτοσαρκαστικός για διάφορες πλευρές του εαυτού μου που δε με αγχώνουν και δε ντρέπομαι γι’ αυτές. Κρύβονται όμως πολλά κάτω από το χαλί και της πιο βαθιάς εξομολόγησης.
Από την άλλη όσοι από εμάς γράφουμε ιστορίες μπορεί να αυτολογοκριθούμε όσον αφορά τη θεματολογία μας, να αποφύγουμε το σεξ ή τη βία, να ερωτοτροπήσουμε με το υψηλό ύφος και τα ευφυή σύμβολα. Η όποια μαγκιά μου σε αυτόν τον τομέα (κατά καιρούς πέφτουν γερές δόσεις από μπινελίκια, σεξ και αγριότητα στα ποστ μου) είναι όμως και λίγο ιδιότυπη, για να μην την πω και τσάμπα. Με το να γράφω έτσι αλλά και να παρουσιάζομαι ως εξαιρετικά ευγενικός στα σχόλια, όπως και το να δείχνω κατά καιρούς μια κάποια καλλιέργεια, μάλλον οικοδομώ την περσόνα ενός μοντέρνου διανοούμενου/ συγγραφέα, χωρίς πολλές αγκυλώσεις και κολλήματα. Και σε αυτόν τον τομέα δεν έκανα λοιπόν κάτι πολύ διαφορετικό από την υπόλοιπη ζωή μου, περίπου αυτό είναι το κοινωνικό μου πρόσωπο, όταν με κάποιον/α γνωριζόμαστε και θέλω να του/της φανώ συμπαθής.
Παλιότερα έβλεπα την περσόνα μου, του Άμμου, σαν ξένη και ταυτόχρονα απελευθερωτική, ότι με βοηθούσε να αναπτύξω ένα λόγο ειλικρινή και χειραφετικό για εμένα το σάρκινο, που δυσκολευόμουν να τα πω εκεί έξω. Δεν ξέρω αν συναντηθήκαμε στην πορεία ή από την αρχή ήμασταν μαζί και δεν αναγνωρίζαμε ο ένας τον άλλον. Με χαρούμενη έκπληξη διαπιστώνω όμως ότι εδώ και καιρό τα κείμενά μου γράφονται στην έρημο, με χέρια από άμμο.

[Η αγαπημένη μου ΓιατηνΑρλέτα συνέχισε τη συζήτηση με ένα δικό της εξαιρετικό κείμενο. Την ευχαριστώ και από εδώ για όλα τα καλά της λόγια.]

21.5.07

Πέντε μήνες: Οι ρίζες του φθόνου, τα φτερά της ζήλιας - Invidia

Πάνε πέντε μήνες από το πρώτο ποστ αυτού του μπλογκ. Οι τακτικοί/ές επισκέπτες/τριές μας γνωρίζουν μάλλον ότι με το κλείσιμο κάθε μήνα γράφω ένα κείμενο για τη σύνδεση της ζωής μου με το μπλόγκινγκ, έχουν όμως πιθανόν χορτάσει και να διαβάζουν για μένα τον τελευταίο καιρό. Σήμερα λοιπόν θα το μοιράσουμε: θα σας μιλήσω στην αρχή για το φθόνο, και μετά θα κάνουμε έναν ωραίο περίπατο στη μπλογκόσφαιρα.
Μετεωρίστηκα πολύ καιρό στη ζωή μου ανάμεσα στη ματαιοδοξία και τη μειονεξία, να είμαι μονίμως βέβαιος ότι ξεπερνάω τους/τις άλλους/ες, και ταυτόχρονα να αισθάνομαι ότι ποτέ δεν πρόκειται να τους/τις φτάσω. Μέχρι όμως να ξεκινήσω το μπλόγκινγκ, το συγκεκριμένο σύμπλεγμα δεν είχε αγγίξει τη γραφή μου. Στο γυμναστήριο σκεφτόμουν ότι ο άτριχος τύπος με τους εντυπωσιακούς κοιλιακούς είναι ηλίθιος, ενώ θα ήθελα πάρα πολύ να του μοιάζω, στις διανοούμενες παρέες εξόργιζα με τις έξυπνες αντιρρήσεις μου αυτούς/ές που ήταν υπερβολικά σίγουροι/ες, ενώ αγωνιούσα για μια ιδεολογική βεβαιότητα στη ζωή μου, στη σεξουαλική μου ζωή ανέπτυσσα μια όλο και πιο επαρκή τεχνική, ενώ σκεφτόμουν ότι είμαι αγύμναστος και όχι ιδιαίτερα προικισμένος, μπροστά από τον υπολογιστή μου όμως ήμουν πάντα αρχηγός. Ως το Δεκέμβριο.
Έχω μιλήσει και άλλη φορά για τον ελεφάντινο πύργο του/της συγγραφέα, στον οποίο μπορεί να παραμένει κλεισμένος/η, δέσμιος/α της ματαιοδοξίας και της μοναξιάς του/της, μέχρι να εκδώσει. Με όλα τα προβλήματά της, αυτή η κατάσταση έχει και ένα καλό: παρέχει ασφάλεια. Μπήκα λοιπόν στη μπλογκόσφαιρα και άρχισα να γράφω, αρκετά συχνά και ξεπερνώντας την τεμπελιά μου. Με το να γίνω όμως μέλος ενός συνόλου συγγραφέων, άνοιξα τους ασκούς του Αιόλου και βγήκαν έξω όλοι οι άνεμοι της σύγκρισης. Ιδίως τους πρώτους δύο μήνες έχω κάνει όλες τις βλακείες που μπορεί να κάνει ένας/μία ανασφαλής μπλόγκερ: έμπαινα στα ξένα sitemeter και extremetracking για να δω πόσους/ες επισκέπτες/τριες έχουν, συνέκρινα τον αριθμό των λινκ μας στο technorati, μετρούσα σχόλια στα ποστ των άλλων κτλ.
Δεν έχει νόημα να αναφέρω όλες τις αλλαγές του χειμώνα και της άνοιξης, που με κάνουν πλέον να χαίρομαι και να ζηλεύω με τη θετική έννοια τους/τις συμπλόγκερ μου, οι τακτικοί/ές επισκέπτες/τριες του μπλογκ τις έχουν παρακολουθήσει εξάλλου. Η βασικότερη μετατόπισή μου όμως υπήρξε στο ότι πλέον ζηλεύω περισσότερο αυτούς/ές που δεν μου μοιάζουν καθόλου, δε συγκρίνομαι μαζί τους, αλλά σκέφτομαι πόσο ενδιαφέρον θα είχε να είμαι στη θέση τους. Θα σας παρουσιάσω λοιπόν σήμερα πέντε μπλόγκ (ο αριθμός με αφορμή τους πέντε μήνες), τα οποία δε θα μπορούσα ποτέ να κρατάω ο ίδιος, αλλά χαίρομαι πραγματικά που υπάρχουν.
1. τα μούτρα του George Le Nonce: Το πρώτο μπλογκ που διάβασα στη ζωή μου, οδηγημένος από ένα άρθρο της Ελευθεροτυπίας. Η πρώτη σκέψη παραμένει ως σήμερα: ένα μπλογκ εξαιρετικής αλλά συχνά και βίαιης ή προκλητικής αισθητικής, (ιδίως στις εικόνες του) γραμμένο σε ελληνικά που πολλοί/ές συγγραφείς θα ζήλευαν. Ο Le Nonce είναι συχνά ερμητικός, παίζοντας ατέρμονα με τη γραφή και το πρόσωπο, κι άλλες φορές προχωρά σε εξομολογήσεις που λίγοι/ες θα αποτολμούσαν στο μπλογκ τους.
2. Fight back’s Bloggin’ circus: Ίσως ο πιο χαλαρός ταλαντούχος μπλόγκερ που ξέρω. Μπορεί να γράψει θαυμάσια ποιήματα ή αφηγήματα τη μία μέρα, και την αμέσως επόμενη να ανεβάσει ποστ για τα τρίκυκλα ή με ατάκες από το «Ρετιρέ» του Γιάννη Δαλιανίδη. Πάντα τσακωμένος με τη σοβαροφάνεια, τα σχόλιά του Fightback είναι οάσεις καλής διάθεσης, όπως και πολλά από τα ποστ του, όταν δεν μπαίνει βέβαια στο ασανσέρ του ύφους, για να εκτοξευθεί στον τελευταίο όροφο, στο ρετιρέ της γραφής.
3. ο Σάκος με τα Μπιφτέκια: Ένα ελληνικό μπλογκ αφιερωμένο αποκλειστικά στην κριτική της showbiz, με τρόπο όμως θα έκανε πολλές τηλεκουτσομπόλες να κρυφτούν από ντροπή για την ανεπάρκειά τους. Η Κατερίνα έχει κηρύξει πόλεμο στο πρότυπο της πλαστικής, ανορεκτικής ομορφιάς και συχνά μας υπενθυμίζει πόση έλλειψη κοινής λογικής συγχωρούμε στους/τις διάσημους/ες, κράζοντας και σατιρίζοντάς τους/τες σε απολαυστικά ελληνικά. Το αγαπημένο μπλογκ της συγκατοίκου μου (και δεν εννοώ ένα από τα δύο αγαπημένα της μαζί με το δικό μου, αλλά το αγαπημένο της, τελεία).
4. Απ’ το τίποτα στο τίποτα: Μινιμαλισμός, πυκνότητα, σεμνότητα, βάθος. Υπενθυμίζει σε κάτι ανοικονόμητους τύπους σαν εμένα, πόσες ενδιάμεσες στάσεις υπάρχουν ανάμεσα στη σιωπή και τη φλυαρία.
5. Νερίνα: Μια ημίτρελη νοικοκυρά με δύο θεότρελες κόρες (η μία από τις δύο μάλιστα, η Νάσια, γιορτάζει κι αυτή σήμερα), καταγράφει με απίστευτο χιούμορ, καμιά φορά όμως και έντονη πίκρα, μια καθημερινότητα που μόνο συμβατική δεν μπορείς να την πεις. Μας καλημερίζει συχνά με υπέροχα τραγούδια και εμένα τουλάχιστον με καθησυχάζει ότι πάντα μπορείς να μεγαλώνεις ωραία, αρκεί να έχεις το νου σου. Το μότο της βέβαια είναι το ακριβώς αντίθετο: «Ποτέ δεν είναι αργά για να ζήσεις ευτυχισμένα παιδικά χρόνια.»

[Παρεμπιπτόντως: για αρκετό καιρό έπαιζα με το όνομα «Μιχάλης», όταν έγραφα μυθοπλαστικά κείμενα που με είχαν ως ήρωα. Θα συνεχίσω να το κάνω σε αυτές τις περιπτώσεις, το πραγματικό μου όνομα όμως είναι Κώστας. Και σήμερα γιορτάζω!]

10.5.07

30

Έχει έρθει πια η άνοιξη στη Θεσσαλονίκη, στην Άνω Πόλη απλώνεται ένα υπέροχο φως και φυσάει γλυκο αεράκι. Άνοιξα όλα τα παράθυρα του σπιτιού και κυκλοφορώ γυμνός, αφήνω τον αέρα να με χαϊδεύει, νιώθω ήρεμα, καλά.
Έφτιαξα μια παραλία μέσα μου και ξαπλώνω σε αυτήν. Παίρνω στη χούφτα μου την άμμο και την αφήνω να κυλήσει ανάμεσα στα δάχτυλα, δηλώνω πως ο χρόνος κυλάει, δεν τον μετράω όμως, τον επανατοποθετώ. Σήμερα έτσι αλλάζει το τοπίο, με χάδια και αγγίγματα, μπήκε η σκούπα στη γωνιά της.
Ανοίγω ένα αγαπημένο βιβλίο, ίσως το πιο καθοριστικό στη συγκρότηση του ύφους μου, διαβάζω σ' αυτό: "Tης πήραν τα παιγνίδια και τον εραστή της. Έσκυψε λοιπόν το κεφάλι και παρ' ολίγον να πεθάνη. Mα τα δεκατρία ριζικά της σαν τα δεκατέσσερά της χρόνια εσπάθισαν την φευγαλέα συμφορά. Kανείς δεν μίλησε. Kανείς δεν έτρεξε να την προστατεύση κατά των υπερποντίων καρχαριών που την είχαν ήδη ματιάξει όπως ματιάζει η μυίγα ένα διαμάντι μια χώρα μαγεμένη. K' έτσι ξεχάστηκε ανηλεώς αυτή η ιστορία όπως συμβαίνει κάθε φορά που ξεχνιέται από τον δασοφύλακα το αστροπελέκι του στο δάσος." Πάντα αισθανόμουν συγγενικός κι ερωτευμένος με αυτό το ανώνυμο κορίτσι, φανταζόμουν να είναι μικρή ψυχή μέσα μου, να είμαι κι εγώ καυλωμένος εραστής μέσα της, μαζί να χαιρετάμε τις φευγαλέες συμφορές καθώς οργάζουμε.
Ίσως το καλύτερο δώρο των χρόνων μου να υπήρξε ο τσαμπουκάς της αβεβαιότητας, ξέρω πως δεν ξέρω, μα ορμάω πια παρόλ' αυτά. Κρύφτηκα πολύ καιρό σαν χαζός πίσω από το έξυπνο μυαλό μου, ονομάζοντας την έλλειψη ξεκάθαρης στάσης μετριοπάθεια, σχετικισμό, μεταμοντερνισμό, κραδαίνοντας και τη σχετική βιβλιογραφία.
Επιστρέφω στην εικόνα της παραλίας, αφήνοντας τον απολογισμό για μέρες που είναι καταλληλότερες για αυτόν, που δεν είναι επέτειοι. Βλέπω τα εικοσιεννιά μου ριζικά να ξεπροβάλλουν σιγά σιγά γυμνά μέσα από το κύμα. Στα μακριά μαλλιά τους είναι μπλεγμένα κοχύλια και θραύσματα από αγγεία, διαβάζω ονόματα εσωστρακισμένα: "Γιάννης, Μαρία, Εύη, Γιώργος, Ιωάννα, Νίκος, Δώρα, Αγγελική". Κοιτάζουν γύρω με γκρίζο, κεραυνοβόλο βλέμμα, όλα όμως είναι ήσυχα, ειρηνικά. Αρχίζουν να χορεύουν γύρω από το γυμνό μου σώμα. Καυλωμένος, με λυμένα τα μαλλιά μου, σηκώνομαι και περπατάω αργά προς τη θάλασσα. Στο πρώτο άγγιγμα με το νερό, τα πόδια μου γεμίζουν λέπια και χάνονται, βουτάω όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο μακριά. Ξέρω ότι προορισμός μου είναι η Αθήνα τον Ιούλιο, αναρωτιέμαι πού να ταξιδέψω μέχρι τότε.
Θυμάμαι το στίχο του Σαββόπουλου: "Γεννήθηκα στη Σαλονίκη, να δω τους ποιητές πρόλαβα εγώ, στο υπόγειο νησί τους ταξίδεψα ως εδώ". Δε γεννήθηκα στη Σαλονίκη, μεγάλωσα όμως καλά, βαθιά και άγρια εδώ. Συνειδητοποιώ τη μέσα θάλασσα, το σώμα - βυθό, παραλία, έρημο, άμμο. Συνεχίζω να κολυμπάω, γυμνός, καυλωμένος, γοργόνα, αντιφατικός, προς τα χρόνια που έρχονται.

[Σήμερα έγινα τριάντα.]

24.4.07

Τέσσερις μήνες: Αυτός που κάνει λάθη δεν είναι αυτός που αμαρτάνει – Peccatrix

Οι τελευταίες ημέρες υπήρξαν πολύ έντονες για μένα, όμορφα και κοπιαστικά. Κάτι που μάλλον δεν έχω αναφέρει στις δημοσιεύσεις μου είναι ότι έχω σχέση με μια γυναίκα που μένει μόνιμα στην Αθήνα, την Ε., με την οποία προσπαθούμε να συναντιόμαστε τα Σαββατοκύριακα, ως μια μεσοβέζικη λύση μέχρι τον Ιούλη που θα κατέβω μόνιμα. Ήταν ένα από αυτά τα Σαββατοκύριακα. Παρακολούθησα επίσης ένα συνέδριο για την Κοινωνιολογία της Γλώσσας που με ενδιέφερε πολύ, ενώ βρέθηκα με ωραίους ανθρώπους συζητώντας για την τέχνη, την επιστήμη και την αυτογνωσία, προτού περάσουμε στα αστεία και τις μαλακίες, για να επιστρέψουμε πάλι στις «σοβαρότερες» κουβέντες. Φυσικά και σεξ, χορός, κρασί, τσιγάρα, τζιν τόνικ. Αναρωτιόμουν σήμερα κατά πόσο όλο αυτό μπορεί να ισορροπήσει με την ηλικία μου (έχω γεννηθεί το Μάη του ’77, επομένως είμαι σχεδόν τριάντα). Δεν με έχει πιάσει καμία διάθεση αυτομαστίγωσης, ούτε αισθάνθηκα να χτυπάει το βιολογικό μου ρολόι, ντε και καλά να κάνω οικογένεια και να σοβαρευτώ. Αισθάνομαι όμως σε αυτήν την περίοδο της ζωής μου τρεις δυνάμεις, εξίσου ισχυρές και δικαιολογημένες, να τραβούν προς διαφορετικές κατευθύνσεις.
Υπάρχει σίγουρα το κομμάτι της αλλοτρίωσής μου σε έναν επαγγελματικό χώρο, που αυτήν την περίοδο διαρκεί ένα οχτάωρο, με αρκετό λουφάρισμα όμως (ας πω μόνο ότι η πλειοψηφία των ποστ έχουν δημιουργηθεί σε ώρες γραφείου, καλή ώρα σαν τον εξαφανισμένο gelial). Η συγκεκριμένη επιλογή προέκυψε επειδή αισθάνθηκα από ένα σημείο και μετά τελείως υποτιμημένος από τους εργοδότες μου, αλλά αν με παρουσιάσω γενικότερα ως επαγγελματία έχω εργαστεί από υπερβολικά έως ελάχιστα, ανάλογα με τον τύπο της δουλειάς και τους ανθρώπους που συναντούσα. Στην αλλοτρίωσή μου εντάσσω και τις πιέσεις του περιβάλλοντος μου να αναλάβω ρόλους που ταιριάζουν με την ηλικία και τη μικροαστική μου καταγωγή: είμαι τριάντα χρονών, πήγα στρατό, τελείωσα τις σπουδές μου, καιρός πια να βρω μια σταθερή δουλειά, να παντρευτώ και να κάνω οικογένεια.
Μια άλλη δύναμη, εντελώς διαφορετικής κατεύθυνσης, είναι η λογοτεχνική και η επιστημονική μου δημιουργικότητα. Μπορεί κάποιον/α να ξενίζει η συμπαράταξη αυτών των δύο, να εξηγήσω όμως ότι γίνεται με συναισθηματικούς όρους: είναι δύο τομείς στους οποίους βγάζω γούστα, όπου όμως πρέπει να κοπιάσεις για να αναπτυχθείς ή έστω να διατηρήσεις μια ποιότητα. Δεν είναι ακριβώς δουλειά, δεν είναι μόνο διασκέδαση.
Και υπάρχουν μετά και οι απολαύσεις, με το θάρρος και την αντοχή που απαιτούν. Δεν είναι τόσο απλό να διεκδικείς ένα οργασμικό σεξ, μια βαθιά επικοινωνία, μια ενθουσιασμένη βραδινή έξοδο, θέλουν και αυτά τον κόπο τους, μια ουσιαστική εμπλοκή στις ηδονές και τους μόχθους που ζητά και δίνει η ομορφιά. Ας μην καταλάβει κανείς/καμιά μια λανθάνουσα μανιακή στάση απέναντι στα πράγματα (οφείλω να περνάω καλά συνεχώς, το πάρτι ποτέ δεν πρέπει να σταματάει κτλ.) Απλά είμαι σε μια φάση που οι όμορφοι, βαθείς άνθρωποι στη ζωή μου ολοένα και αυξάνονται, νιώθω πολύ ικανοποιημένος από το σώμα μου και τη σεξουαλική μου ζωή, βγαίνω έξω συχνά διασκεδάζοντας άνετα κι αυθόρμητα, αλλά και για αυτούς ακριβώς τους λόγους αισθάνομαι συχνά κουρασμένος κι ελλιπής απέναντι στις υπόλοιπες υποχρεώσεις μου. Και προφανώς όταν είμαι επαρκής στα άλλα, μου λείπουν αυτά.
Η συγκάτοικος μου η Λουίζα, που είναι με έναν απλό τρόπο πολύ σοφή κάποιες φορές (και έξυπνη σχεδόν πάντα) επιμένει να μου λέει ότι δεν υπάρχει τρόπος να συνδυαστούν όλα αυτά αρμονικά και ότι πρέπει να συμφιλιωθώ με τα διλήμματα, την κούραση, την ανεπάρκεια. Αν θέλω να κάνω πολλά, θα τα κάνω από λίγο και θα τρέχω να τα προλάβω. Αν αποφασίσω να εμμείνω σε κάτι, να εμβαθύνω και να βυθιστώ, οφείλω να προετοιμαστώ για την έλλειψη των υπόλοιπων πλευρών μου, την αίσθηση ότι είμαι ελλιπής ο ίδιος. Όπως εγώ το καταλαβαίνω η Λουίζα με ρωτάει αν προτιμώ να νιώθω μισός ή μισοτελειωμένος και σταθερά απαντώ το δεύτερο, με μια κρυφή αίσθηση ενοχής. Θα μου άρεσε να είμαι τέλειος και να γίνονται τέλεια όλα, το μόνο όμως που καταφέρνω με αυτόν τρόπο είναι να αυτοϋποτιμούμαι και να δηλητηριάζω τη ζωή μου. Ίσως και να είναι ένα εργαλείο που χρησιμοποιώ ασυνείδητα, ακριβώς για να αυτοϋποτιμούμαι και για να δηλητηριάζω τη ζωή μου.
Οι συστηματικοί/ές μας αναγνώστες/τριες θα έχουν προσέξει πως κάθε φορά που έκλεινε ένας μήνας ύπαρξης του μπλογκ, έγραφα ένα αρκετά προσωπικό κείμενο, που συνέδεε καταστάσεις της ζωής μου με το μπλόγκινγκ. Έχω ήδη γράψει για τη ματαιοδοξία, την οκνηρία και την απομόνωσή μου. Το σημερινό ποστ είναι επίσης επετειακό και μιλάει για τον εαυτό μου με έναν αρκετά προσωπικό τρόπο. Η κρίσιμη διαφορά του με τα προηγούμενα προσωπικά μου κείμενα είναι όμως πως η βασική χρονική ένδειξη εδώ δεν είναι το «όχι πια» αλλά το «ακόμη και σήμερα». Δεν είναι μάλλον τυχαίο ότι εμφανίζεται αμέσως μετά από ένα ποστ που σας ζητούσε να κρίνετε αρνητικά κάποια κείμενά μου. Η μετάβαση μου πιθανότατα έφτασε στο καλό σημείο να νιώθω αρκετά ασφαλής, ώστε να ζητάω κριτική και να μοιράζομαι μαζί σας την παρούσα μου κατάσταση. Αν όλα αυτά σας τα είχα πει δια ζώσης, θα είχαμε αρχίσει να γινόμαστε φίλοι.

23.3.07

Τρεις μήνες: Οι καταναγκασμοί ως λύση ανάγκης – Acedia

Το μπλογκ αυτό ξεκίνησε στα τέλη του περσινού Δεκέμβρη, μετά από ένα φθινόπωρο που είχα κλειστεί στο σπίτι μου παίζοντας World of Warcraft. Για όσους δεν ξέρουν περί τίνος πρόκειται, είναι ένα online παιχνίδι ρόλων (RPG) στο οποίο ο ήρωας σου σκοτώνει τέρατα και αναλαμβάνει αποστολές ως πολεμιστής, μάγος, ιερέας, κυνηγός κτλ. σε μια παραμυθοχώρα που θυμίζει τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» του Τόλκιν. Αυτή η απόσυρσή μου από τον κόσμο της πραγματικότητας ήταν επακόλουθο ενός από τα πιο οριακά καλοκαίρια της ζωής μου, τη συγκεκριμένη ιστορία όμως θα την αφηγηθώ μια άλλη φορά, αν την αφηγηθώ ποτέ σε αυτό το μπλογκ.
Το Δεκέμβρη του 2006 δεν ήμουν ακόμα τελείως στα καλά μου, έβλεπα όμως ήδη την οκνηρία μου ως ένα κεντρικό πρόβλημα της ζωής μου. Ήξερα από παλιότερα ότι πρώτα γίνομαι δημιουργικός και μετά αισθάνομαι αυτοπεποίθηση ή ικανοποίηση από τον εαυτό μου. Ένιωθα επίσης ότι το μόνο δημιουργικό πράγμα που είχα όρεξη να κάνω εκείνη την περίοδο, ήταν να ανοίξω ένα λογοτεχνικό μπλογκ. Δεν το σκέφτηκα και σαν την τελευταία μου ευκαιρία, αλλά σαν την πρώτη μου καλή ευκαιρία μετά από καιρό.
Όταν λοιπόν ξεκίνησα αυτό το μπλογκ, μου ήταν ξεκάθαρο ότι θα γράφω κάθε δύο ημέρες, όχι συχνότερα (φοβούμενος σαν το σπαγκοραμμένο μπας και μου τελειώσουν οι ιστορίες) ούτε όμως και σπανιότερα. Το Δεκέμβρη αποφάσισα λοιπόν ότι έπρεπε να είμαι δημιουργικός, χωρίς όμως να το θέλω ακόμη.
Το καλό ήταν ότι έτσι άνοιξα τους ασκούς του Αιόλου. Αυτό που ξεκίνησε ξεκάθαρα ως καταναγκασμός, γρήγορα εξελίχθηκε σε μία καθημερινή πρακτική, σε μία στάση απέναντι στον κόσμο και τα ερεθίσματα του. Το ότι έπρεπε να γράφω κάθε δεύτερη μέρα, όξυνε το βλέμμα μου ώστε να φαντάζεται τις μεταφορές σε όλη τη λάμψη τους, άνοιξε το αυτί μου ώστε να ακούει το βουητό της μυθοπλασίας σε κάθε πραγματική ιστορία.
Μια φίλη μπλόγκερ κάθε φορά που κουβεντιάζουμε, επιμένει ότι είμαι συγγραφέας σε αντίθεση με αυτήν. Έχω προσπαθήσει κάποιες φορές να της εξηγήσω ότι εφόσον το γούστο είναι υποκειμενικό (ή καλύτερα κοινωνικά και ατομικά προσδιορισμένο), καμία αντικειμενική ποιότητα δεν υπάρχει, που να με κάνει περισσότερο συγγραφέα. Υπάρχουν τα κείμενα που γράφουμε και το κοινό στο οποίο απευθύνονται, η σχέση της συγγραφής παρά η ποιότητά της.
Μακριά από μένα η θεωρία της λογοτεχνίας. Θα χρειαζόταν πολλή ματαιοδοξία για να «παρουσιάσω» μέσα σε μία παράγραφο τι είναι η συγγραφή. Με σχετικά απλά ελληνικά λέω πως αισθάνομαι εγώ αυτό που κάνω και πως μπλέκεται με προσωπικά μου ζητήματα. Για να καταλήξω εντέλει ότι αν η συγγραφή είναι σχέση με τον κόσμο και σχέση με τους άλλους, το μπλογκ αυτό με έκανε με ένα σταθερό τρόπο συγγραφέα, για πρώτη φορά στη ζωή μου.

[Τρεις μέρες μετά από το πρώτο μου ποστ διέγραψα όλους μου τους χαρακτήρες στο λογαριασμό του World of Warcraft, εκτός από ένα Τρολλ Σαμάνο. Ως κίνηση αποδείχθηκε προφητική.
Η πρώτη φορά που έσπασε ο περιορισμός του διήμερου ήταν στις 9 Φεβρουαρίου του 2007. Πλέον γράφω γιατί γουστάρω. Πολύ.]

21.2.07

Δύο μήνες: Η ψυχοθεραπεία της γραφής - Superbia

Είναι μάλλον κοινός τόπος ότι η γραφή (δημιουργική, ημερολογιακή, στοχαστική κτλ.) βοηθάει τους ανθρώπους να ανακαλύψουν πλευρές του εαυτού τους που αγνοούσαν, ακόμη ακόμη και να βρουν ισορροπίες που μάταια έψαχναν σε άλλα μονοπάτια. Το σημερινό κείμενο δεν αναφέρεται καθόλου σε αυτή τη διαδικασία.

Μετά από δύο μήνες μπλόγκινγκ με απασχολεί αντίθετα πώς μπορεί η γραφή να θεραπεύσει τον εαυτό της, μέσα από μια ταπεινή προσπάθεια όπως αυτή (με το «ταπεινή» ούτε αστειεύομαι, ούτε υποκρίνομαι ταπεινοφροσύνη, αλλά κυριολεκτώ όπως θα φανεί και στη συνέχεια).
Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν έχω γράψει ποτέ ημερολόγιο κι έτσι δεν ξέρω ούτε τις χαρές του, ούτε τους καημούς του. Εμπειρία έχω από κείμενα λογοτεχνικά, δοκιμιακά ή ακαδημαϊκά (οι σταθεροί όμως επισκέπτες θα ξέρουν ότι πνεύμα έχω πουλήσει λίγο μέχρι τώρα).
Σχετικά με τη λογοτεχνία λοιπόν. Έχω γράψει ξανά για τον παραδοσιακά μοναχικό συγγραφέα που απομονώνεται γράφοντας, συσσωρεύοντας ένα έργο, με μόνη δυνατότητα ευρύτερης επικοινωνίας την έκδοση, έστω σε κάποιο λογοτεχνικό περιοδικό. Ποικίλες παθολογίες μπορούν να αναπτυχθούν όσο η συγκεκριμένη επικοινωνία αργεί να ξεκινήσει αλλά αυτή που εγώ κυρίως αντιμετώπισα ως τώρα ήταν η ανάπτυξη μιας συγγραφικής ματαιοδοξίας, ώστε να υποστηρίξω το μάταιο της προσπάθειάς μου: αν δεν έγραφα κάτι σπουδαίο, για ποιο λόγο να έγραφα;
Από τη ματαιοδοξία μου έχω τραβήξει πολλά και όχι μόνο ως συγγραφέας. Αυτό όμως είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία. Σημασία έχει ότι εδώ άρχισα να τη θεραπεύω, μαθαίνοντας σιγά σιγά να γράφω και καλύτερα.
Δεν είναι κακές οι διακειμενικές αναφορές, τα περίπλοκα αφηγηματικά σχήματα και η ποικιλία των φωνών του αφηγητή, οι γιορτές τελικά του ύφους. Σημασία έχει όμως να τα χρησιμοποιείς ως εργαλεία που ισχυροποιούν τη γραφή σου και την κάνουν οξύτερη και όχι ως συγγραφικές δικαιώσεις. Όσο απλοϊκό και να ακούγεται, σημασία έχει να κάνεις ύφος, όχι να πουλάς υφάκι.
Το έγραψα και πριν, το μέσο είναι ταπεινό και το έργο που φιλοξενείται επίσης. Τα κείμενα δεν μπορούν να έχουν μεγάλη έκταση, και η μετακίνησή τους προς τα πίσω κάνει προβληματική ακόμα και μια ιστορία σε συνέχειες. Οι επισκέπτες δεν είναι ούτε φιλόλογοι, ούτε συνήθως βιβλιοφάγοι και πρέπει να σεβαστείς και τη δυσκολία τους να διαβάζουν από μια οθόνη. Τα κείμενα πρέπει να είναι μικρά και απλά, για να μπορούν να διαβάζονται.
Και που να συγκεντρώσεις έργο, να δείξεις συνδέσεις και συνοχή; Τα κείμενα σπρώχνονται αέναα προς τα πίσω, κρύβονται στους προηγούμενους μήνες. Στους συχνούς αναγνώστες μένουν θολές αναμνήσεις υποθέτω, μια «ατμόσφαιρα» της γραφής, που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από την ένταση των εμμονών σου.
Δε φεύγει μόνο το φλούδι της γραφής τελικά, αλλά και ένα μεγάλο μέρος της σάρκας της. Αυτό που μένει, η σφιχτή σάρκα γύρω από το κουκούτσι, είναι σίγουρα η επικοινωνία μαζί με τα στοιχειώδη υλικά της τέχνης σου: μια καλή ιστορία, που θα βάλει και λίγο τον άλλο να σκεφτεί ή να συγκινηθεί.

«Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος, πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμά σου» που έλεγε και ένας Κώστας, δύο χρόνια μεγαλύτερός μου τότε.

21.1.07

Ένας μήνας - Purgatorium

Σκεφτόμουν αρχικά να μην αναφέρω τίποτα, σήμερα που κλείνω ένα μήνα γράφοντας. Λίγες οι ιστορίες, ακόμη λιγότερες οι σκέψεις, πάνω σε τι να σταθείς για να μιλήσεις;

Όταν όμως αναρωτιέσαι κάτι τέτοιο, θέλεις να μιλήσεις ή να περηφανευτείς; Μάλλον το δεύτερο, κι από την όποια ψυχική σου ισορροπία πηγάζει η αμηχανία να το κάνεις.

Ωστόσο, ο πυρήνας αυτής της ομιλίας, η ανάγκη που την κινεί, νομίζω ότι είναι πέρα από το ναρκισσισμό μου, ή καλύτερα μαζί με αυτόν αλλά και πέραν του.

Εμείς που λέμε ιστορίες ή ψιθυρίζουμε ποίηση, είμαστε παραδοσιακά καταδικασμένοι σε μια τέχνη μοναχική. Το γραφείο και το συρτάρι (ή πλέον ο σκληρός δίσκος) ήταν πάντα καλό περιεχόμενο για τη μεταφορά του ελεφάντινου πύργου. Εκεί μέσα έγραφες, έσβηνες, διόρθωνες και έβγαινες καμιά φορά και στο παράθυρο, ρίχνοντας έξω τα γραπτά σου σαν άλλη Ραπούνζελ ("Θα έρθει άραγε κανένας εκδότης με λαμπερή πανοπλία να με σώσει;")

Δεν ξέρω τι έχω καταφέρει ως τώρα με τη γραφή μου εδώ, ξέρω όμως ότι βγήκα από τον ελεφάντινο πύργο και δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής. Ακόμα και αν σταματήσω αυτό το μπλογκ αύριο, θα ξέρω πια ότι είναι κάτι που μπορώ να κάνω. Ότι επιλέγω να μην επικοινωνήσω τη γραφή μου και όχι ότι δεν μπορώ.

Αυτή τη μικρή αυτογνωσία κέρδισα μέσα σε αυτόν τον ένα μήνα. Α, και ότι έκοψα τα μαλλιά μου. Όπως βλέπετε τα κείμενά μου είναι μικρά, δεν περιμένουν κανένα εκδότη να τα σώσει.