Ήδη εδώ και δύο εβδομάδες οι διαδικτυακές κοινότητες στην Ελλάδα και παγκοσμίως, φλέγονται από μία εξοργιστική είδηση: ο Guillermo Habacuc Vargas έδεσε και άφησε να πεθάνει της πείνας έναν αποσκελετωμένο αδέσποτο σκύλο, τον Natividad. Σαδιστικό άλλα συνηθισμένο; Η πράξη του όμως αυτή παρουσιάστηκε το 2007 ως καλλιτεχνικό έκθεμα στην γκαλερί της Κόστα Ρίκα "Centro Nacional de la Cultura". Το γεγονός αυτό κινητοποίησε τεράστια κύματα διαδικτυακής διαφωνίας για αυτού του είδους την τέχνη αλλά και την έναρξη μιας διαδικτυακής συλλογής υπογραφών που εξέφραζε τη ρητή αντίθεσή της στην επανάληψη του εκθέματος στη Μπιενάλε Κεντροαμερικανών Καλλιτεχνών στην Ονδούρα το 2008 (με συγκεντρωμένες ήδη πάνω από δύο εκατομμύρια υπογραφές).
Απέφυγα αρχικά να αναπαραγάγω μια οποιαδήποτε οργή, ή έστω αντίθεση, κάνοντας μια επιπόλαιη έρευνα στο google (άκαρπη σε ακριβή στοιχεία), αλλά και παρατηρώντας τη σιωπή των ευαισθητοποιημένων για τέτοια θέματα (που ελέγχουν όμως προσεκτικά και τις πηγές τους),
Λασκαράτου – Ροΐδη και
αποκαλυμμένης Ίσιδας. Στην πορεία ο φίλοι
Νεφέλικας (
1,
2) και
Urfurslaag (
1,
2,
3) εξέφρασαν τεκμηριωμένα τις επιφυλάξεις τους, στέλνοντας με και στους/τις εξίσου ψύχραιμους/ες
Chumba,
Λολίτα,
Justanothergoneoff και
Αρκούδο. [Αν οι σύνδεσμοι σας φαίνονται πολλοί, ξεκινήστε από τους Νεφέλικα κι Αρκούδο. Αν πάλι θέλετε να διαβάσετε αντίθεση κι οργή, επισκεφθείτε για αρχή τους/τις Αθηνά [
1,
2,
3],
Polsemannen,
Παράφωνο και
ArtAttack. Στη συλλογή υπογραφών δε θα σας στείλω.]
Το μόνο που μπορώ λοιπόν να σας παρουσιάσω ως σίγουρο είναι ότι σε μια γκαλερί της Κόστα Ρίκα εκτέθηκε για κάποιες ώρες ένας αδέσποτος αποσκελετωμένος σκύλος, ο Νατιβιδάδ, για τον οποίο δηλωνόταν ότι θα αφεθεί εκεί δεμένος να λιμοκτονήσει. Σκοπός ήταν να καταδειχθεί η αδιαφορία των φιλότεχνων επισκεπτών/τριών, από τους οποίους/ες κανείς/μία δε διαμαρτυρήθηκε. Ο σκύλος μπορεί να πέθανε, να ταϊζόταν από τον καλλιτέχνη εκτός ωρών έκθεσης, να δραπέτευσε, ή να αφέθηκε ελεύθερος. [Για τις αντικρουόμενες πηγές, κατευθυνθείτε στον Νεφέλικα 2.]
Όσοι/ες δε δέχτηκαν αυτές τις επιφυλάξεις (οπότε θεώρησαν ότι ο σκύλος πέθανε στο όνομα της τέχνης) σκυλόβρισαν τον καλλιτέχνη, εξέφρασαν την αηδία τους, ζήτησαν να απαγορευθεί κάθε τέτοιο καλλιτεχνικό έργο και μάλλον υπέγραψαν στη διαδικτυακή συλλογή υπογραφών. Ακόμη όμως και αρκετοί/ές από όσους/ες αναγνώρισαν την αντιφατικότητα των πηγών, δήλωσαν τη ρητή διαφωνία τους με το να χρησιμοποιείται ως έκθεμα ένα ζώο και οι περισσότεροι/ες υπερθεμάτισαν ότι «αυτό δεν είναι τέχνη» ή έστω ότι «αυτό είναι κακή τέχνη». Κάπου εδώ ξεκινάει το πραγματικό θέμα αυτής της ανάρτησης.
Στο μίξερ του μυαλού μου τα παραπάνω μπλέχτηκαν με τρία σχετικά (από διαφορετικές πλευρές) γεγονότα. Για τη στρατιωτική μου θητεία έχω γράψει ελάχιστα σε αυτό το ιστολόγιο και μάλλον θα συνεχίσει έτσι, ήταν μία σκούρα γκρι περίοδος της ζωής μου (κυρίως για τις απογοητεύσεις που τη συνόδευσαν εκτός στρατού), οπότε προτιμώ να μην την πολυθυμάμαι γράφοντας. Ίσως όμως το πιο μαύρο της σημείο ήταν ότι για δύο μήνες σε ένα ορεινό φυλάκιο της Χίου παρακολουθούσα τους τέσσερις συναδέλφους μου να βασανίζουν και να σκοτώνουν γάτες και σκύλους με οξύ, πέτρες, θηλειές και καυτό λάδι, κάτω από την ανοχή του ηλίθιού μας δόκιμου. Ναι, φυσικά και αντέδρασα και φώναξα και έδιωχνα τα ζώα όταν πλησιάζαν στο φυλάκιο, ήμουν όμως ένας και ήταν τέσσερις, οπότε από ένα σημείο και μετά βυθίστηκα στη στοργική αγκαλιά της απαθούς κατάθλιψης, όπως και τόσες άλλες φορές που έχω συναντήσει δυσκολίες. Καμία υπογραφή δε με ξεπλένει από τη συγκεκριμένη βαρβαρότητα που ανέχτηκα εκείνο το σκοτεινό καλοκαίρι.
Περνώντας σε ένα ζήτημα χαλαρότερο, πρόσφατα στειρώσαμε το γάτο μας, ο οποίος ήταν πλέον σε οίστρο, άφηνε στις πολυθρόνες ένα υγρό με φρικιαστική οσμή μαζί με τα ούρα του και ούρλιαζε σαν δαιμονισμένος (με δεδομένο ότι μένουμε σε διαμέρισμα, αν τον αφήναμε ξαμολυτό να βρει γάτα στη γειτονιά, μάλλον δε θα τον ξαναβλέπαμε). Έχουμε λοιπόν ήδη δύο γεγονότα βίας σε ζώο που άφησα να γίνουν, το πρώτο γιατί ήμουνα δειλός, το δεύτερο γιατί ήθελα τη βολή μου, για να μην αναφέρω ότι τίποτα δεν έχω κάνει για τα τόσα αδέσποτα που γυρνούν σε αυτή τη βίαιη τσιμεντούπολη, ούτε να αφήσω καν ένα πιατάκι με φαΐ στην εξώπορτα της πολυκατοικίας μου. Ας μην παρεξηγηθώ, σε καμία περίπτωση δεν υπονοώ πως όσοι/ες υπογράψανε είναι απαθείς απέναντι στα αδέσποτα. Δεν είδα όμως και καμιά σταυροφορία υπογραφών να τρέξει στη μπλογκόσφαιρα για τα ζώα που έχουμε δίπλα ή μέσα από την πόρτα μας, αναρτήσεις προσωπικές αλλά και πιο πολιτικές ναι, συντονισμένη δράση όμως όχι. Οι προσωπικές μου εμπειρίες αναφέρθηκαν απλώς και μόνο για να καταδείξω ότι αφορμές και ευκαιρίες έχουμε υπερβολικά πολλές, για να χρειαζόμαστε έναν καλλιτέχνη από την Κόστα Ρίκα.
Ένας λόγος εξάλλου που μάλλον αντιπαθώ τις διαδικτυακές κινητοποιήσεις είναι ότι σπάνια έχουν χαρακτηριστικά κινηματικά, όχι με την παλαιομαρξιστική έννοια, αλλά την απλή και καθημερινή, σπάνια σκοπεύουν δηλαδή να ξεσηκώσουνε τους διαδικτυακούς πολίτες από την άνεση της πολυθρόνας τους με τα ροδάκια. Το πολύ πολύ να τους/τις κινήσουν καθιστούς/ές προς τον εκτυπωτή ή να τους/τις στρέψουν για λίγο στην τηλεόραση που κάτι σχετικό με την κινητοποίηση θα παίζει, κρυφή μας προσμονή παρά την απαξίωση που της τρέφουμε. Πέρα δηλαδή από τη συγκέντρωση στο Σύνταγμα, ποια άλλη εκβολή απ’ το διαδίκτυο στους δρόμους έχουμε να θυμηθούμε; Και μήπως είναι εντέλει βολικός ένας σκύλος που βασανίζεται στην Κόστα Ρίκα;
Είπα τηλεόραση και θυμήθηκα το τρίτο γεγονός που με απασχόλησε συνδυασμένο με το Vargas. Αν βλέπετε δελτία ειδήσεων αυτές τις μέρες ή έστω το Λαζόπουλο, πιθανόν και να πετύχατε τη βασιλική φαιδρότητα του Πλεύρη senior να επαίρεται αλλά και να εξηγεί πώς κατάφερε να απαγορευτεί από τις σχολικές βιβλιοθήκες το βιβλίο της Έρσης Σωτηροπούλου «Ζιγκ ζαγκ στις νεραντζιές», με τη βοήθεια βέβαια του δικαστή Γεωργίου Γαβαλά (περισσότερα στο
Ροΐδη). Ελάχιστα ιστολόγια ασχολήθηκαν με αυτό το ζήτημα, παρόλο που παίχτηκε από τα κυρίαρχα μέσα, αντίθετα ένα πλήθος ιστολόγων προέτρεψαν σε υπογραφή ώστε να μη φιλοξενηθεί ο Βάργκας στη Μπιενάλε της Ονδούρας. Με αυτά και με εκείνα, ξέρουμε ωραία ωραία να υπογράφουμε υπέρ της ελευθερίας στο διαδίκτυο και κατά της νομοθετικής ρύθμισης στη μπλογκόσφαιρα, ξέρουμε επίσης να υπογράφουμε ώστε να μην εκθέσει ένας καλλιτέχνης τα έργα του, ξέρουμε και να σφυρίζουμε κλέφτικα όταν η λογοκρισία δεν χτυπά την πόρτα μας.
Θα μου πείτε ο Vargas κάνει «κακή τέχνη» ή ακόμη περισσότερο «δεν κάνει τέχνη», ενώ η Σωτηροπούλου πήρε Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Από παλιά δυσκολευόμουνα πολύ να ξεχωρίσω καλή από κακή τέχνη, το προηγούμενο Σάββατο όμως έστειλα μια φίλη θεατρολόγο σε μία εξαιρετική κατά τη γνώμη μου παράσταση, για να τη βρω μετά το τέλος της σοκαρισμένη να δηλώνει ότι δεν έχει δει τίποτα χειρότερο φέτος, πιθανόν και σε όλη της τη ζωή. Το έχουμε πει και άλλες φορές εδώ, το γούστο είναι μια κοινωνικο-ιστορική κατασκευή που χωροχρονικά ποικίλλει και δε χωράει αντικειμενικότητες, χωράει όμως ευκολότερα ηθική: κανένα πλάσμα που πονάει δεν πρέπει να βασανίζεται για καλλιτεχνικούς λόγους (το πιο τερατώδες παράδειγμα είναι νομίζω οι αριστουργηματικές εικόνες της Λένι Ρίφενσταλ με τρόφιμους στρατόπεδων συγκέντρωσης), για το Vargas όμως δεν ξέρουμε ακόμα αν το έκανε και μάλλον θα μείνουμε με την απορία. Τη δικαιολογημένη αντίθεση απέναντι στην τεκμηριωμένη έλλειψη συναίνεσης του Natividad να δεθεί σε μία έκθεση τη βρίσκω από την άλλη κάπως πρεσβυωπική, όταν συνυπάρχει με την τεκμηριωμένη έλλειψη συναίνεσης όλων των αδέσποτων, οικόσιτων και εκτρεφόμενων για σφαγή ζώων αυτής της χώρας, όσον αφορά τις συνθήκες της ζωής τους.
Σας έχω ξεσυνηθίσει από σεντόνια, τόσο όμως χρειάστηκα για να ξεδιπλώσω την πρεσβυωπική υποκρισία, τον εγωκεντρισμό και την απάθειά μου, απέναντι στα ζώα κατ’ αρχήν και γενικότερα στους ανθρώπους. Ναι, τη δική μου, εγώ είμαι το πρόβλημα και όχι ένας Vargas στην Κόστα Ρίκα, με την οποία πρώτη φορά ασχολήθηκα στη ζωή μου και πιθανόν να μην ξανασχοληθώ. Όπως και με τόσα άλλα.