CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθοι μετ' αμμουσικης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθοι μετ' αμμουσικης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24.7.09

Oh, sweet Utopia

στις σκούρες των γραμμάτων φυλλωσιές, αναζητείστε μουσικές

Τρύπωσε στο περβόλι του εκεί, μες στο σκοτάδι. Ένα λαγούμι έσκαψε στο κόκκινο του χώμα - αφού από το φράχτη δεν μπορούσε να πηδήξει. Ήτανε εύθραυστη πολύ –η Λένια (εκ του Γυαλένια). Ήταν στ’ αλήθεια της φτιαγμένη από γυαλί.
«Είναι επαχθέστατο υλικό για να ‘σαι φτιαγμένος από αυτό, καθείς βλέπει τα μέσα μου -τι αισθάνεσαι, ποια είσαι, ψέματα δεν μπορείς να πεις κι αν κάποιος σου επιτεθεί αμέσως σε ραγίζει». Γι’ αυτό κι είχε απαγορέψει κουβέντες να της λεν’ βαριές- όπως πέτρα, ατσάλι, χτύπημα, χωρισμός.
Σε συναυλίες δεν εδύνατο να πάει (εκτός αν την συνόδευε ο Πουπουλένιος – φίλος που μπόγο θύμιζε, τεράστιο, ζουλώδη). Σαν αερόσακος εκείνος την αγκάλιαζε κι απορροφούσε τους κραδασμούς του πλήθους. Μα μόνη ως ήταν τον περισσότερο καιρό, στο δωμάτιο καθόταν: βότκα έπινε αντί νερό, με μουσικές τρεφόταν.
Στον κήπο της είχε φυτέψει δέντρα από σπάνια είδη μουσικής – εντόπια και ξένα, περίπλοκα και εύκολα, hi-fi και lo-fi. Μα για αγνώστους της λόγους μόνο τα indie pop στη γης της άνθιζαν. «Μήπως δεν τα ποτίζω αρκετά;» αναρωτιόταν συχνά. Κι ο Πουπουλένιος «το αντίθετο» της έλεγε, «το έχεις μουλιάσει στο αλατόνερο με τόσο κλάμα κάθε μέρα, κλείσε τις βρύσες πια απ’ τα μάτια σου, τι το ‘χεις μαραζώσει το κηπούλι».
Ερχόταν συχνά ο Πουπουλένιος κι αναπηδούσε στα κλαδιά –μιας κι εκείνος δεν έσπαγε- να της γεμίζει τα πανέρια με καρπούς απ’ τα ψηλά κλωνιά. Κι έκοβε έναν φρέσκο, ακόμα άγουρο καρπό, από το ένα δεντρό κι έναν ώριμο από το άλλο. Και μαζί με όσα είχε μαζέψει η Λένια από τους γύρω θάμνους της, τα ανέβαζαν στο σπίτι της να τα γευτούν παρέα.
Ωραίος ο κήπος της Γυαλένιας, μα μικρός: και πόσες φορές μπορείς να τρως το ίδιο φαγητό; Βαρέθηκε κάποια στιγμή. «Θέλω κι εγώ κάτι καινούριο» είπε. «Σε αυτό τον κήπο θέλω electro, από ambient ως ντάμπα ντούπα -έστω και disco στην ανάγκη»! Και κοίταζε από μακριά το περιβόλι του Σόκο. Κι έσφιγγε τα κρυστάλλινα δόντια της από ζήλια…

Ο Σόκο είχε κάτι μάτια σαν ελιές σοκολατένιες - όπως εκείνες που αγόραζαν οι γονείς της στις μεγάλες γιορτές και στο ντουλάπι τις κλείδωναν για να μην τις βρίσκει και τις τρώει η Λένια. Οι βλεφαρίδες του ήταν φτιαγμένες από σιρόπι κουβερτούρας, και το δέρμα του δροσερή σοκολάτα γάλακτος με καραμέλα.
Ο Σόκο είχε κληρονομήσει εκείνο το περιβόλι που ήταν γεμάτο μουσική. Και αγόρασε και το διπλανό και το παραδίπλα και πια είχε φυτέψει τα πάντα εκεί μέσα -αν και για κάποιο άγνωστο σε αυτόν λόγο μόνο τα electro ευδοκιμούσαν στη γη του.
«Όλα το ίδιο τα φροντίζω, μα μόνο μπιμπλικόδεντρα ευδοκιμούν εδώ» έλεγε στον φίλο του τον Μένιο (εκ του Κολλημένο- μιας και το μυαλό του κόλλαγε συνέχεια και δεν έπαιρνε στροφές). «Να πάρεις register για βιολογική καλλιέργεια μεγάλε» του έλεγε ο Μένιος, «να τα πιστοποιήσεις μιας και μόνο εσύ έχεις τέτοια εδώ, να βγάλεις φράγκα μεγάλε» του έλεγε.
Μα τον Σόκο δεν τον ένοιαζαν τα λεφτά- εκείνος μίλαγε με τα δέντρα του. Κατέβαινε τις νύχτες και μίλαγε με το Parovious (το γένος των πλατύφυλλων Stelarious) και το χρυσοπράσινο με τον στριφογυριστό κορμό του Οro Bendatura. Κατέβαινε τις νύχτες γιατί είχε σκιά κι ήταν δροσερά –κι ο Σόκο δεν μπορούσε στον ήλιο να κυκλοφορεί: το δέρμα του έλιωνε και τότε έπαιρνε αλλόκοτες μορφές και οι άλλοι του έλεγαν «σταμάτα να αλλάζεις όψεις –μα τι ανωριμότητα», κι αφού πάντα ήταν διαφορετικός όλοι ψιθύριζαν πώς άνθρωπος δεν είναι εμπιστοσύνης –κι έτσι δεν είχε φίλους. Μόνο τον Μένιο - που ήταν κολλημένος. Κι ο Σόκο πήγαινε τα βράδια και μίλαγε στα δέντρα του. Στα δέντρα του τις νύχτες.

Μέσα στο έρεβος λοιπόν, νύχτα χωρίς φεγγάρι, ήταν που Λένια βγήκε από το λαγούμι της και τίναξε απ’ το σκληρό κορμί το σκουριασμένο χώμα. Και το γυαλένιο σώμα της διάφανο έγινε ξανά. Αόρατη για όλους περπατούσε στο απαλό χορτάρι. «Bοnοbο της οικογενείας Pan Paniscus» ψιθύρισε ενθουσιασμένη χαιδεύοντας τον κορμό του. «Αχ, θεέ μου, έχει και σκουρόχρωμα φρούτα του πάθους!!! Κι αυτό εκεί, κι αυτό εκεί… Αυτό εκεί, αυτό το τεράστιο –μη με γελούν τα μάτια μου ή είναι… είναι Parovious ο πλατύφυλλος»; Κι έτρεξε προς το μέρος του πλούσιου δεντρού. Μα όπως έτρεχε κάπου χτύπησε μες στο πυχτό σκοτάδι. Ένα μπάμ άκουσε και «άουτς» είπε αυτή -και μια ανδρική φωνή ταυτόχρονα. Και ξαφνικά κράκ, κάτι έσπασε και σμάκ
η Λένια έσκασε πάνω σ’ έναν θάμνο.
«Άουτς διάολε» είπε κι έπιασε τον δεξί της δείχτη που είχε σπάσει
«όχι ρε γαμώτο αυτό το δάχτυλο, όχι» φώναξε, «πώς θα πιάνω τώρα τη βελόνα να την ακουμπάω στο δίσκο»;
Εκείνη την ώρα μυρωδιά σοκολάτας την έκανε να κοιτάξει μπροστά και ένιωσε μια σκοτεινή ύλη να πλησιάζει.
- Σόκο; Είπε καταντροπιασμένη.
-Κι εσύ μιας και με κόπο σε διακρίνω, να υποθέσω είσαι η Γυαλένια;
-Λένια, είπε εκείνη χαμηλώνοντας το βλέμμα.
-Τι γυρεύεις εδώ…
Δεν μπορούσε να πει ψέματα.
-Ήρθα καρπούς
να δρέψω από τα μπιμπλικόδεντρα- οι σπόροι που αγοράζω δεν κάνουν δουλειά κι ήθελα να γευτώ λίγους ολόδροσους καρπούς απ’ τα δικά σου. Κι ύστερα να σπείρω τα κουκούτσια στη δική μου γη μπας και και κάτι φυτρώσει εκει απ' τη δική σου συγκομιδή.
-Εσύ δεν καλλιεργείς indie μουσική; Εμένα δεν πιάνουν indie εδώ -μάλλον δεν ξέρω πώς να τα φροντίσω. Κόψε ότι θες, ποιο το νόημα τόσης παραγωγής αν δεν την μοιράζεσαι…
Και της έδωσε το χέρι να τη σηκώσει.
«Άουτς» ξαναείπαν μαζί. Αυτός κόπηκε στο σπασμένο της ακροδάχτυλο κι εκείνη τσίριξε απ’ την καυτή πραλίνα στην πληγή της.
-Πήζει ή είσαι αιμορροφιλικός; Του είπε βλέποντας την πραλίνα να τρέχει ποτάμι.
-θέλει λίγο χρόνο, αλλά κοκαλώνει, κάνει ένα κακάδι σαν σοκοφρέτα μετά. Εσένα κολλάει το δάχτυλό σου
-Δύσκολα… Αν βρω καλή κόλλα..
-Αν όμως, αν σου έκανα ένα σοκολατένιο δάχτυλο, με κάλυψη από βάφλα, και στο κόλλαγα εκεί με λίγη νωπή πραλίνα;

Κι έτσι κι έγινε. Την μέρα την επόμενη –ψέματα, την επόμενη νύχτα- ο Σόκο πήγε σπίτι της με ένα σοκολατένιο δάχτυλο και ένα καλάθι ολόδροσα downtempo.
-Μα χρειαζόμαστε κάτι σαν νάρθηκα μέχρι η πραλίνα να πήξει και το δάχτυλο να κολλήσει…
-Γάζα; Επίδεσμο; Τον ρώτησε η Λένια.
-Κάτι στέρεο, σαν… σαν κι αυτό!
Κι ο Σόκο έπιασε μέσα από το πιάτο με τα κουλουράκια που του είχε σερβίρει, ένα με μια τρύπα στη μέση. Και της το φόρεσε σαν δαχτυλίδι. Που μετά κόλλησε στην πραλίνα και δεν έβγαινε.

-Και τι δηλαδή, το σκεφτήκατε σοβαρά; Θα παντρευτείτε; Την ρώταγε ο Πουπουλένιος;
-Ναι μεγάλε, να παντρευτείτε, να ενώσετε και τις περιουσίες με τα μουσικόδεντρα, μιλάμε για πλούτο όχι αστεία- του έλεγε ο Μένιος ο Κολλημένος.
-Και με τι γάμο το βλέπετε; Πολιτικό; Ρώταγαν και οι δυο φίλοι τους φίλους τους.
-Κουζινικό… έλεγε η Λένια
-Ους η σοκολάτα ένωσε, άνθρωπος μη χωριζέτω! απαντούσε ο Σόκο

Και λίγο καιρό μετά η Λένια έβαλε ένα δαντελένιο νυφικό από ζάχαρη άχνη και ο Σόκο ένα κοστούμι από Μόκα (εξαιρετικής ποιότητας σύνθεση, 22% καφές Κολομβίας και 78% κακάο Περού).

Και ζήσαν αυτοί γλυκά κι εμείς γλυκύτερα…

15.11.08

Μπλο(γ)κάρισμα – Ντεμέκ βιογραφία μετά μουσικής

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας μπλόγκερ που ξαφνικά έχασε τη διάθεση να γράφει. Στην αρχή δεν ανησύχησε, του είχε συμβεί ξανά, είχαν περάσει λίγες μέρες κι ένα πρωί πήρε καφέ, τσιγάρα, πληκτρολόγιο κι έγραψε ένα ποστ αφαιρετικό και βαθυστόχαστο, από τα καλύτερά του. “Με γνωρίζω καλά” είπε πειστικά στον εαυτό του “κάτι σημαντικό επωάζεται μέσα μου, για αυτό σωπαίνω”. Οι μέρες όμως κυλούσαν και κυλούσαν, με δουλειές, γκομενίσματα, ξύδια και βόλτες, αλλά καμία ιδέα δεν προέκυπτε, καμία έμπνευση δε δινόταν από όλη αυτή τη ροή των γεγονότων. Μετά τη δεύτερη βδομάδα σιωπής τρόμαξε, δεν ήταν πια σκεπτόμενος αλλά βουβός.
Ο πρώτος άνθρωπος που σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να τον βοηθήσει ήταν μια πρώην του, που είχε κι αυτή μπλογκ, αλλά το είχε παρατήσει πια. Δεν έγραφε τόσο καλά όπως αυτός, αλλά τουλάχιστον θα τον καταλάβαινε: σήκωσε το τηλέφωνο και την κάλεσε χωρίς να τον απασχολήσει πως είχαν να μιλήσουν μισό χρόνο και παραπάνω. Μετά τα πρώτα εθιμοτυπικά για το πόσο κρίμα ήτανε που χάθηκαν και τα νέα του τελευταίου μισού χρόνου εν συντομία, η Έφη άκουσε με εγκάρδια υπομονή τον προβληματισμό του, προσέχοντας τα χασμουρητά της να είναι αρκετά χαμηλόφωνα, ώστε να μη φτάνουν στο άλλο ακουστικό. “Ποια είναι η γνώμη σου λοιπόν;” τη ρώτησε στο τέλος. “Αχ βρε Κωστή, είμαι σίγουρη πια, τον βαρέθηκα και το ναρκισσισμό και τη σοβαροφάνειά σου. Ένα χόμπι είναι, κι εσύ το κάνεις να μοιάζει με κέντρο του σύμπαντος. Χαλάρωσε, γίνε λίγο πιο ποπ! Η καλύτερα, επειδή δεν πιστεύω ότι το ποπ το 'χεις ή θα το βρεις ποτέ, απλώς άφησέ με ήσυχη...” είπε και του έκλεισε το τηλέφωνο.
Εκνευρίστηκε πολύ από τη συμπεριφορά της, τον παρουσίαζε λες και την έπαιρνε κάθε μέρα τηλέφωνο να της λέει τα προβλήματά του, τόσον καιρό είχαν να τα πουν. Φόρεσε τη μαύρη καμπαρτίνα του με ένα κόκκινο κασκόλ κι αποφάσισε να βγει μια βόλτα στην πόλη. Περπάτησε λίγο με κατεύθυνση το Καλλιμάρμαρο, αλλά σύντομα κουράστηκε και μπήκε στο πρώτο λεωφορείο για Ομόνοια, κατέβηκε εκεί και συνέχισε στην Αιόλου. Μετά από λίγο κοντοστάθηκε και τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Τελευταία φορά που είχαν μιλήσει ο Μιχάλης σπούδαζε θέατρο στο Παρίσι, πώς είχε βρεθεί να κάνει το ζογκλερ στην Αθήνα; Τον χάζεψε λίγο, τη χάρη των κινήσεων του, το νευρώδες του σώμα, τον θυμήθηκε γυμνό. Ωραία ήταν εκείνη η εποχή που πειραματιζόταν με διάφορα, που αφηνόταν να αγαπήσει τα πάντα, πέρασε όμως ο καιρός και πάει. Ίσως και να του ταίριαζε περισσότερο η προσεκτική μοναξιά, με το απλό, χωρίς έγνοιες σεξ της. Ο Μιχάλης έκανε διάλειμμα και τον πήρε χαμπάρι με τη σειρά του. “Ωπ Κωστή, τι έγινε; Καιρό έχουμε να βρεθούμε, Αθήνα κι εσύ;” Επέλεξε να μη του πει τα νέα του, αλλά να ξεκινήσει με αυτό που τον απασχολούσε, τη γραφή του ή καλύτερα την απουσία της. Ο Μιχάλης άναψε ένα τσιγάρο, το κάπνισε κι όταν έγινε αποτσίγαρο, το έριξε με το ένα χέρι κάτω και με το άλλο του έκλεισε το στόμα. “Μιλάς πολύ. Πάντα μιλούσες πολύ, αλλά μετά το Παρίσι οι αντοχές μου μειώθηκαν. Παίρνεις κάτι χαρούμενο και δημιουργικό και το παρουσιάζεις σαν υποχρέωση και θλίψη. Ξέρεις τι μου έλεγε μια φίλη μου η Έμμα; Δε με ενδιαφέρει να λύσω κανένα πρόβλημα, αν δε μπορώ να χορέψω στο ρυθμό του.” φώναξε θυμωμένα και ξανάρχισε να λικνίζεται πετώντας στον αέρα τις κορίνες, χωρίς να κοιτάζει καν προς τη μεριά του.
Σε αυτήν την περίπτωση δε θύμωσε, ήξερε πως είχε δίκιο, πόσο τον είχε κουράσει με το διανοουμενισμό του, τους μονολόγους για βιβλία και τις ροές σκέψεων για τα πάντα και τίποτε. Οι αναμνήσεις αυτές τον έφεραν στο παρόν και του θύμισαν το διδακτορικό του, ο επόπτης του θα ήταν στο γραφείο του κοντά στην Καπνικαρέα σήμερα, δε θα ήταν άσχημα να περνούσε να του πει ένα γεια, πιθανόν να είχε δει και την πιλοτική έρευνα που του έστειλε. Κατηφόρισε λίγο ακόμα την Αιόλου και χώθηκε στα στενά του κέντρου, πριν καλά καλά το καταλάβει έμπαινε στο γκρίζο κτίριο του Πανεπιστήμιου Αθηνών. Βρήκε στο Στέλιο να στρίβει ένα τσιγάρο, πίσω από δύο σωρούς βιβλίων, έναν για αυτά που δίδασκε και έναν για αυτά που τον ενδιέφεραν. “Βρε καλώς τον! Πάνω στην ώρα, πριν λίγο τελείωσα τα σχόλιά μου για το κείμενό σου, σου τα έστειλα με μέιλ.” Αποφάσισαν ότι δεν είχε νόημα να κουβεντιάσουν σήμερα, καλύτερα να διάβαζε πρώτα το μέιλ και να πίνανε κανένα καφέ στο Παγκράτι, γείτονες ήταν. Σκέφτηκε να ζητήσει τη γνώμη του για το πρόβλημά του, στο κάτω κάτω συγγραφέας ήταν κι αυτός, απλά ξεδίπλωνε επιχειρήματα και συνεπαγωγές, όχι ιστορίες. Ο Στέλιος χαμογέλασε με το μισό πρόσωπο (ώρες ώρες του έμοιαζε στη Τζοκόντα, με τόσα αινίγματα που κουβαλούσε στο κεφάλι του), άναψε το στριφτό του και σχολίασε. “Κωστή, έχεις ένα κάποιο ταλέντο στο γράψιμο, σου το γράφω κιόλας ότι είναι το πιο ευχάριστο πιλοτικό διδακτορικού που έχω διαβάσει. Πρέπει όμως να καταλάβεις ότι την πήρες την απόφασή σου, όσο περνάει ο καιρός θα γράφεις όλο και περισσότερη επιστήμη, θα βγάζεις την ενέργειά σου εκεί και θα έχεις όλο και λιγότερη όρεξη για λογοτεχνία. Η άλλη λύση είναι να τη δεις συγγραφέας πλήρους απασχόλησης και να φυλακιστείς στο γραφείο σου, γράφοντας το ένα κείμενο μετά το άλλο. Δε θα συμβούλευα όμως κανένα να κάνει τα ίδια λάθη με εμένα.” κατέληξε γελώντας και φύσηξε ένα δαχτυλίδι καπνού προς το μέρος του. Δεν του άρεσε ο τρόπος που τον κόλλαγε στον τοίχο τις περισσότερες φορές, λέγοντάς του πράγματα που δεν τα είχε ξανασκεφτεί, αυτός ο τόσο ευφυής. Μουρμούρισε ένα “Μάλλον έχετε δίκιο. Λοιπόν καλύτερα να πηγαίνω, να δω και το μέιλ με τα σχόλιά σας.” και πήρε να κατεβαίνει τις σκάλες προς την έξοδο.
Βγαίνοντας από το κτίριο ένιωσε τη δόνηση του κινητού του, το έβγαλε από την κωλότσεπη και είδε τον αριθμό του φροντιστηρίου που δούλευε, τι να τον ήθελαν πάλι. Το αφεντικό του ήταν ενθουσιασμένο με τις σημειώσεις για την Έκθεση που είχε ετοιμάσει, για να αντικαταστήσουν τις παλιές. Μπορεί να του 'χε παραπονεθεί ότι τις καθυστέρησε πολύ, το καλοκαίρι τις είχε υποσχεθεί και τις έφερε Νοέμβριο, φαινόταν όμως ότι δούλεψε κι έγραψε πολύ. “Μοιάζουμε πολύ, Κωστή” του είπε θυμόσοφα το αφεντικό “αν αποφασίσουμε να καταπιαστούμε με κάτι ή θα το κάνουμε πολύ καλά ή δε θα το κάνουμε καθόλου. Θα μου πεις τι καταλαβαίνω που το κάνω αυτό, με τρώει η δουλειά και δεν προλαβαίνω να ασχοληθώ με τίποτα άλλο, κι εσένα όπως σε βλέπω αν συνεχίσεις έτσι, σε αυτό θα καταλήξεις...” Τον κατάλαβε να παίρνει καταθλιπτικές στροφές και τον διέκοψε με τη δικαιολογία ότι τον έβρισκε στο δρόμο, δεν τον άκουγε καλά και καλύτερα να τα λέγανε από κοντά την Πέμπτη στο μάθημα. Συμφώνησε και τον χαιρέτισε, ευχαριστώντας τον μια ακόμη φορά για την όρεξη και τον κόπο του.
Ανέβηκε την Ερμού με προορισμό ένα ίντερνετ καφέ στο Σύνταγμα, είχε περιέργεια να δει τα σχόλια του επόπτη, η Άντα που έγραφαν μαζί στο μπλογκ είχε όμως προλάβει να του στείλει ένα μέιλ αμέσως μετά και ήταν πάνω πάνω στα εισερχόμενα. Ξεκίνησε με αυτό, αναρωτιόταν κιόλας τι να κάνει, πάλι την είχαν πιάσει οι μαύρες της και δεν έβγαινε από το σπίτι, επικοινωνούσε μόνο μέσω μέιλ και facebook. Λες και ήταν μέσα στο μυαλό του, είχε διαβάσει το τελευταίο του κείμενο για το μπλοκάρισμα του συγγραφέα, παρατήρησε πως είχε καιρό να γράψει, και τον ρωτούσε ευγενικά αν είναι καλά και για ποιο λόγο δεν έγραφε. Το κλείσιμο του γράμματος τον προβλημάτισε πολύ, η Άντα έβαζε ως ενδεχόμενο ότι το μπλογκ πιθανόν και να είχε κλείσει ένα κύκλο για αυτόν, τον ενάμιση χρόνο που τον παρακολουθούσε από κοντά στην Αθήνα, έδινε όλο και περισσότερη σημασία σε εξωτερικές δραστηριότητες και επαφές, “αποκηρύσσοντας την παλαιότερη, άπραγη ηρεμία” του. (Στα μέιλ της συχνά έβγαζε ένα λόγιο εαυτό, που έλειπε τελείως από τα κείμενά της, αντίθετα με εκείνον που ο διανοουμενισμός του ήταν συγγραφική τιμή του και καμάρι του.) Και επέμενε στον επίλογό της: “Ίσως πρέπει να αποδεχτείς ότι όπως το μπλογκ σε έβγαλε από τη χειμερία νάρκη σου, προς το διαδίκτυο αρχικά και μετά προς τα έξω, θα ερχόταν κι ο καιρός που θα όφειλες να το αποχαιρετίσεις, όντας πολύ εξωτερικός και φυγόκεντρος πια για να σε ενδιαφέρει.” Έκλεισε το παράθυρο του Firefox, χωρίς να τον νοιάζει να δει καν τα σχόλια του επόπτη του, τον είχε καταεκνευρίσει η μαλακισμένη. Ήταν τόσο αχάριστη που αντί να σκεφτεί πως εξαιτίας του είχε αρχικά ασχοληθεί με αυτήν την ιστορία, χάρη στην πρόσκλησή του βρήκε δημόσιο βήμα για τα γραπτά της πριν ενάμιση χρόνο, αντί να τον παρηγορήσει, του επιβεβαίωνε τους φόβους του και τον αποχαιρετούσε. Δεν μπορούσε να πάψει να βλέπει τον εαυτό του σαν καλλιτέχνη, του ήταν αδύνατο να πέσει τόσο στα μάτια του εαυτού του και των άλλων! Ένιωσε μια ισχυρή ανάγκη να την πάρει τηλέφωνο και να τη βρίσει, αλλά συγκρατήθηκε. Θα περπατούσε λίγο ακόμα και θα ηρεμούσε, ίσως μια φτηνή μπίρα στα Εξάρχεια να βοηθούσε τη διάθεσή του.
Περπατώντας γύρω από την πλατεία με κατεύθυνση το Αθήναιον στην Τσαμαδού, τον σταμάτησε μια παράξενη εξηντάχρονη, για να του ζητήσει χρήματα για το μωρό της, μια παιδική κούκλα που κουβαλούσε σε ένα ψεύτικο καροτσάκι, πεινούσε και δεν είχε ούτε ένα ευρώ για να του αγοράσει γάλα. Λυπήθηκε την τρέλα της και της έδωσε ένα πεντάευρω, έτσι κι αλλιώς ήταν ο πιο πρωτότυπος τρόπος που του είχαν ζητιανέψει χρήματα. Το πρόσωπο της γυναίκας φωτίστηκε, τον κοίταξε στα μάτια, κι αυτός αισθάνθηκε μια απόκοσμη ζεστασιά, σαν να είχε βγει καλοκαιρινός ήλιος μες στο φθινόπωρο και να τον χάιδευε με τις ακτίνες του. “Είσαι καλός άνθρωπος, παιδί μου, παρά τη μεγάλη αλαζονεία σου, που σε οδηγεί σε άσκοπους δρόμους. Είμαι η Μαντόνα των Εξαρχείων και μπορώ να πάρω ένα βάσανο από πάνω σου, όποιο θέλεις εσύ, αρκεί να μη βλάπτει κανέναν άλλο η επιθυμία σου, εκτός από σένα. Πες μου, μπορώ να σε βοηθήσω σε κάτι;” Κοίταξε την άκακη μισότρελη γυναίκα και αποφάσισε πως είχε έρθει πάνω στην ώρα, να τον ξεκουνήσει από τη σοβαροφάνεια και τα κολλήματά του. “Θέλω να ξαναρχίσω να γράφω στο μπλογκ μου” της είπε “δεν υπάρχει μεγαλύτερο βάσανο για μένα από τη σιωπή”. Άγνωστο πως, η κούκλα μωρό σήκωσε το δεξί της χέρι σαν τον ευλογούσε και η γυναίκα χαμογέλασε πλατιά, δείχνοντας ένα στόμα με τρία μισοσαπισμένα μπροστινά δόντια. “Έτσι θα γίνει, παιδί μου, μην ανησυχείς πια για αυτό. Πήγαινε στην ευχή του παιδιού μου.” Γέλασε για πρώτη φορά μετά από καιρό και κατευθύνθηκε πίσω στην Ομόνοια και τη Σταδίου, για να πάρει το λεωφορείο του γυρισμού προς το σπίτι. Με την άκρη του ματιού του την είδε να μπαίνει στην πλατεία και να πλησιάζει έναν τύπο με ράστα, ίσως για να αγοράσει πρέζα, ίσως για να τον βοηθήσει να σωθεί.

[Καμιά κορύφωση, λυπάμαι. Απλώς ο τύπος ξανάρχισε να γράφει.]

9.11.08

Τη ζωή μου μηδενίζω πάει να πει πώς ξαναρχίζω – indienone-logic set #0

-Ποιο είναι το πιο παράξενο ζώο που έχεις δει ποτέ, είπε η Ινδιάνα παρατηρώντας έναν βούβαλο.
-Εσύ, είχε απαντήσει ο Σαμμάνος μέσα από τους πυκνούς καπνούς εκείνου του μαντζουνιού, που έκαιγε μέσα από ένα καλάμι, στο στόμα του
-Και πώς θα με δάμαζες;
-Όπως όλα τα αλλόκοτα πλάσματα, θα σε μάγευα με τη μουσική.
-Και πού θα με κράταγες;
-Δε νομίζω ότι θα σε κράταγα. Κανείς δε μπορεί να σε κρατήσει για πολύ. Άσε που εμείς οι δυο θα τρώγαμε ο ένας τον άλλο με μαθηματική ακρίβεια.
«Με μαθηματική ακρίβεια»; Της είχε πει ότι δεν έχει καμία βεβαιότητα. Της είχε πει να μην έχει κι αυτή απολυτότητες. Και τώρα μιλάει με μαθηματικά, με την επιστήμη της ακριβείας;
-Μα… είχες πει… νόμιζα…ότι εμείς…
-Σταμάτα όλα να τα ψάχνεις. Κι έλα να κοιμηθούμε. Ναι;

Εκείνο το βράδυ έβρεξε. Κι όχι μόνο απ’ τα μάτια της Ινδιάνας. Οι ουρανοί βρυχώνταν σαν άγρια θεριά και η βροχή έπεφτε οργισμένη, σταγόνες νυχιές κι έγδερναν τη σκηνή που μέσα της κοιμόταν το ζευγάρι. Κι έπειτα ήρθε κι ο αέρας, τυφώνας μες την έρημο, σωστός κατακλυσμός σήκωσε την άμμο σε τρελό χορό και έγδυσε τα βάγια από τα σκληρά λέπια τους.
Το άλλο πρωί που η Ινδιάνα βρήκε τις αισθήσεις της ήταν μονάχη στην όχθη ενός ποταμού. Μα πουθενά ο Σαμμάνος. «Θα έρθει το ξέρω» έλεγε, «θα γυρίσει σ’ εμένα όπου κι αν πήγε κι αν βρεθεί».
Και έμεινε εκεί να τραγουδά τα τραγούδια του, να αφηγείται ιστορίες που τις έλεγε εκείνος. Μίλαγε και περίμενε να ταξιδέψει τη φωνή της ο άνεμος, να την ακούσει, να πιαστεί απ’ το νήμα της φωνής και να γυρίσει.

Ένας χρόνος είχε περάσει και η Ινδιάνα καθόταν στην όχθη του ποταμού, όταν άκουσε ήχο από άλογα και λίγο μετά είδε την φίλη της, την βασίλισσα των ΝαΚαρο- μιας φυλής που ζούσε αρκετά μίλια μακριά.
-Πόσο μου έλειψες καρδιά μου, της είπε η ΡιαΑμα μόλις την είδε
-Πώς κι από τα μέρη μας; παραξενευτηκε η Ινδιάνα
-Πάω να βρω την κόρη μου και να ζητήσω να έρθει με τον άντρα της. Ο Σαμμάνος μήνυσε να μαζευτούμε όλοι της φυλής και να δηλώσουμε πίστη και αφοσίωση στην γυναίκα που θα πάρει. Αχ, άφησε με, και αυτή η καινούρια η Δυτική που τον τύλιξε μας έχει ανακατέψει, μας έχει αναστατώσει, βάζει λόγια και προσπαθεί να καταστρέψει όλη την φυλή για να τον πάρει μαζί της.
Η Ινδιάνα κατέβασε το κεφάλι.
-Γλυκιά μου, δεν το ήξερες; Νόμιζα πως…
Κι έπιασε το χέρι της Ινδιάνας. Μα όπως το κρατούσε εκείνο έγινε σαν φύλλο καλαμποκιού, μαλάκωσε και γλίστρησε από τα δικά της.
Η Ινδιάνα γονάτισε στο χώμα.
-Τι έγινε, απόρησε η βασίλισσα
-Είναι ο καιρός, πλησιάζει χειμώνας, η αλλαγή στη φύση με ταράζει
-Δεν το ήξερες, είπε τότε η βασίλισσα. Δεν το ήξερες για την λευκή λύκαινα; Τόσα καραβάνια, τόσοι νομάδες περνούν. Νόμιζα πως θα στο είπαν, νόμιζα πως…
-Μα φυσικά μου το χουν πει. Είμαι εξέχων μέλος της φυλής και μου μιλά η φύση. Τα σύννεφα μου το χουν πει, και τα πουλιά ακόμα, όλοι τραγούδησαν τη χαρά του Σαμμάνου. Συρε τώρα και βρες την κόρη σου και μην ανησυχείς, όλα θα φτιάξουν. Και τότε και τώρα καλή θα είναι η τύχη στους ΝαΚαρο, καλή θα είναι η τύχη σε όλους μας.

Και η Ινδιάνα έφυγε και προχώρησε αργά προς τη σκηνή της. Έπιασε κλωστή την πιο χοντρή την πιο γερή κι έραψε την είσοδο κανείς να μην μπορεί να μπει, μήτε ο Δύνης, μήτε ο Άμμος, μήτε ο Ήλιος ο Πανόπτης ο υποκριτής- που τόσο καιρό μια τέτοια αλήθεια της την έκρυβε.
Και μαζί με την πόρτα έραψε και το στόμα της. Φωνή δεν ξανακούστηκε για μέρες. Μήτε τραγούδι ή μουσική. Οι άλλοι της φυλής την άφησαν στην ησυχία της- ποιος τόλμαγε να τα βάλει με τον πληγωμένο εγωισμό της; Μονάχα ο ΤεκιΤε πλησίασε. Μονάχα ο ΤεκιΤε πλησίασε ένα βράδυ:

-Έχω πάντα το διαστημόπλοιο κρυμμένο στη σπηλιά.
Δεν του απάντησε.
-Αν ήθελες να ζευγαρώσεις θα είχες πάρει πολεμιστές πολύ καλυτέρους του.
Τίποτα αυτή δεν είπε
-Είσαι παράλογη, το καταλαβαίνεις τουλάχιστον αυτο; Με το να μη μιλάς, τι κερδίζεις;
-Δεν μιλάω για να κερδίσω κάτι. Απλά πλέον δεν έχω λόγο να το κάνω. Μίλαγα γιατί νόμιζα ότι είναι κάπου χαμένος, πως προσπαθεί να γυρίσει και δεν βρίσκει τον δρόμο. Μίλαγα για να με ακούει. Μα αυτός μίλαγε ήδη σε άλλη και αυτήν ακούει και σε αυτήν τραγουδάει. Δε θέλω να μιλάω πια, φύγε από εδώ…
-Σιγά μη φύγω μόνος. Ή κανείς ή κι οι δυο μαζι.
Και όσο μίλαγε, με το δάχτυλο του κατάφερε να ανοίξει μια τρυπούλα στην είσοδο της σκηνής της.
-Πάμε μια βόλτα με το διαστημόπλοιο, έλα, θα κάνω σου στάση στο Λονδίνο, να δεις Άμλετ τον Jude Law

-Έλα και θα σε πάω στην Αμβέρσα να πιεις τεκιλες με τον Tom Barman με βέλγικα σοκολατάκια αντί για φιστίκια.

-Με κουράζεις όταν δεν παίρνεις από λόγια. Ξέρεις πώς δεν ξέρω άλλο τρόπο να συνεννοηθώ με εσάς του γήινους παρά μόνο μιλώντας…
Και ανοίγοντας κι άλλο την τρύπα ίσα να χωράει, βούτηξε με το κεφάλι μέσα στη σκηνή. Μα γκρεμοτσακίστηκε πάνω της –το μέρος δεν φημιζόταν για την ευρυχωρία του.
«Θα με λιώσεις, μα τι βλάκας είσαι» του είπε, «βλάκας που πιστεύει ότι καθένας έχει τον Παράδεισο που του αξίζει- και ο δικός σου δεν είναι απλά υπερατλαντικός σαν το Σαμμάνου, είναι υπεργαλαξιακός. Τι θα γίνει τώρα, θα φύγουμε; »!

-Αν με είχες χτυπήσει ένα χρόνο πριν θα είχα γλυτώσει πολύ πόνο, του είπε καθώς επιβιβαζόταν στο διαστημόπλοιο τρίβοντας το πόδι της, που είχε γδαρθεί απ’ το πέσιμο του πάνω της. Ο ΤέκιΤε γέλασε καθώς έβαζε στο πίσω μέρος ένα κιβώτιο γεμάτο τεκίλες κι έψαχνε τα κλειδιά της μηχανής…
«Θες να οδηγήσεις»; της είπε. "ή δεν είναι αρκετά πύρκαυλο για σένα";

ΥΓ. Η Ινδιάνα θα κάνει κρουαζιέρα στο διάστημα με τον ΤεκιΤε μέχρι να συνέλθει οπότε και θα επανέλθει με indieannalog set.

28.4.08

Μικρή ερωτική ιστορία (Shakespeare reloaded)

Η Vain ζήτησε μια μικρή ερωτική ιστορία με Brett Anderson, αλλά με το που έβαλα να ακούσω suede έπεσα στο Europe is our playground και θυμήθηκα την εισαγωγή του Romeo & Juliet (“two households, both alike in dignity/ in fair Verona -where we lay our scene”). Ήταν ζήτημα ελάχιστου χρόνου τα τραγούδια να φτιάξουν μια έμμετρη ερωτική ιστορία με επιρροές από Ρακίνα και Σαίξπηρ μέχρι Δημοτικό Τραγούδι και Μπουκόφσκι, που διεξάγεται στο αστικό τοπίου του 21 αι. Δεν διεκδικώ εύσημα για το στόρυ αλλά, το soundtrack είναι dream /brit pop και για Άνοιξη είναι καλό! Τα κατεβάζετε και τους έχω βάλει νουμεράκια για να παίξουν με τη σωστή σειρά! :)

Jack & Cherry

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ: Δωμάτιο, το σπίτι του Jack

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:
Μιλάμε για ένα σπιτικό πιο θλιβερό από φυλακή
-στην Ευρώπη το σκηνικό μας θα διαδραματιστεί,
στα μέρη της Αγγλίας, στη Βρετανίας το Νησί
όπου πριν 26 χρόνια ένα αγόρι έτυχε να γεννηθεί.
Ένα αγόρι φτιαγμένο από χώμα και νερό
που ο θεός στην πλάτη του έπαιξε παιχνίδι φθονερό.
Τόσο νέος και έξυπνος που σαν χίλια άστρα φώτιζαν στο νου
αγάπησε μια αταίριαστη, κόρη του Κυνισμού
κόρη της Κατανάλωσης που είχε μια φοβία
με τα ζευγάρια, τους δεσμούς και τη μονογαμία
και άλλαζε συντρόφους πιο συχνά θαρρείς
απ’ όσο σεντόνια αλλάζουν σε μοτέλ ημιδιαμονής.

Το αγόρι που το βάφτισαν με τ’ όνομα ενός σκύλου
μα όταν οι άλλοι το πρόφεραν ’ξεραν πως είχε ψυχή φίλου
θα πέρναγε τη νύχτα του ξανά μέσα στο σπίτι
να κλαίει για τη μοίρα του, που ήταν σαν κοπρίτη.
Στο facebook θα έπαιζε παιχνίδια στο iLIKE
και στο myspace θα άκουγε ξανά Larry Gus «live».
Μα εκείνο που τον τρόμαζε κι ήξερε θα συμβεί
είναι που όσο και να μην ήθελε θα ερχόταν κι αυτή εκεί

JACK.
«Αχ Milla Luna να χαρείς, πάρε το φάντασμά σου
από τη σκέψη και το νου, από τη μνήμη χάσου
από τους άντρες φεύγεις και χάνεσαι σαν αερικό
μα ζεις μες στο μυαλό μου σαν σε σπίτι πατρικό
κοιμάσαι μες στη σκέψη μου, ξυπνάς μες στα όνειρά μου
τρως όλες τις ιδέες μου κι αποπατείς στην καρδιά μου.
Ναι, σ’ αγαπώ μα δε μπορώ ζωή έτσι να ζήσω
Να διώχνω όποια έρχεται κοντά, εσέ να θέλω πίσω.
Νομίζω ήρθε η ώρα μου, θα φύγω, θα χαθώ,
σε δέντρο μες στο δάσος θα πάω να κρεμαστώ».


ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: Πλούσια μονοκατοικία στην ύπαιθρο, γίνεται γιορτή

CHERRY.
«Αυτή η γιορτή με έθλιψε, δεν ξέρω αν θα αντέξω
άλλο τσιγάρο και ποτό, θέλω να βγω εκεί έξω
ακόμα έναν celebrity να δω και θα ουρλιάξω
κι αν συστηθεί άλλη ως Δούκισσα νομίζω θα τη σφάξω.
Μα πως στο καλό βρέθηκα ανάμεσα σ΄ αυτούς
ανάθεμα τα προξενιά με Λονδρέζους αστούς!
Θα πάρω το παλτό μου στα δέντρα θα χαθώ
-νομίζω πριν γίνω άνθρωπος δέντρο ήμουν κι εγώ
είμαι γερή και σταθερή, δύσκολα μετακινούμαι
για να με πάνε εκδρομή δέκα άνθρωποι τραβούνε
στη γη μου βγάζω ρίζες και γη ειν’ όπου αγαπώ
αν κάποιον αγαπήσω θεριευω ως τον ουρανό!
Μα οι άνθρωποι είναι πλοία και δεν αντέχουν στη στεριά
κι έτσι πάντα φεύγουν σαλπάρουν μακριά
και μένω μπερδεμένη σε φύλλα και κλαδιά
τα δέντρα σε βαστούνε μ’ όλο το βάρος στην καρδιά».


ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ: στο δάσος, η Cherry σκαρφαλωμένη σε ένα δέντρο
και καταφθάνει ο Jack.

JACK.
«Η νύχτα θα ναι σύμμαχος σ’ αυτό που πάω να κάνω:
να πάρω μόνος τη ζωή απ’ το μυαλό που χάνω.
Θα βρω ένα δέντρο πράσινο και με γερά κλαδιά
και το καλώδιο usb θα πλέξω σε θηλιά
θα το περάσω στο κλαδί και στο λαιμό θα δέσω
θα σκαρφαλώσω στον κορμό και από εκεί θα πέσω.
Να το λοιπόν, το ετοίμασα, και τώρα θα ανέβω
Χαίρε γλυκιά μου Milla μου, να ξέρεις σε λατρεύω...

CHERRY:
«Χαίρε κι εσένα ξένε μου, να σου μιλήσω αν θες
μα πώς λες με λατρεύεις; Με ξέρεις κι από χτες»;

JACK: «Ω! δεσποινίς συγνώμη, δε μίλαγα σε εσάς,
και όταν είπα «Milla» δεν εννοούσα εσείς σε εμάς»

CHERRY: «Μπα, πως το εννοείς εσύ όταν λες «γλυκιά μου μίλα»;
Μιλιά όπως το θρόισμα του άνεμου στα φύλλα»;

JACK: «Ξεχάστε Milla και μιλιές και πείτε μου αλήθεια
Τι κάνει μια ευγενής μες στα κλαδιά τη νύχτα;»;

CHERRY: «Ανέβηκα για να κρυφτώ απ’ τους λάθος ανθρώπους
δώσε μου το χέρι σου- αν αυτό δε δείχνει κακούς τρόπους
να μου κάνεις παρέα εδώ θα σε τραβήξω-
νομίζω μαζί σου θα ήθελα να συζητήσω.
Και το πώς βρέθηκες εδώ να σε ρωτήσω»

JACK: «Κοίτα, θα είμαι ειλικρινής: ήρθα να αυτοκτονήσω»!

CHERRY: «Μα αυτό δεν είναι δυνατόν, τόσο νέο παιδί
Τι μπορεί να έγινε και θες να πας έτσι χαμένος»;

JACK: «Δεν θα ’μαι πολύ πρωτότυπος: είμαι ερωτευμένος
Πάλι με λάθος άνθρωπο και πάει πολύ καιρός
από τότε που χώρισα...»

CHERRY: «...Κι επειδή δεν έγινες γαμπρός
Θες να πέσεις να πεθάνεις;
Α εσύ θα με τρελάνεις!
Μήπως είσαι αδερφή;
Κανένας άντρας κανονικός δε θέλει να παντρευτεί»!

JACK: «Τότε δεν είμαι κανονικός υποθέτω, γλυκιά μου φίλη
νομίζω για πλάκα ο θεός στη γη με έχει στείλει
-για πλάκα δική του θέλω να πω
μάλλον παίζω κομπάρσος σε κάποιο σήριαλ θεϊκό
κάνω έναν άνθρωπο θαρρώ με σκύλου χαρακτήρα
σε βάναυσα αφεντικά όλο με στέλνει η μοίρα
ή ίσως είναι επιλογή, δεν ξέρω τι να πω
μυρίζομαι τις παλαβές σαν το λαγωνικό
κι αντί να φύγω γρήγορα για όσο πιο μακριά
εγώ τις πλησιάζω κουνώντας την ουρά
τους φέρνω τις παντόφλες, πιστά υπηρετώ
κι όσο μου ρίχνουνε κλωτσιές, ξωπίσω τρέχω εγώ.
Τώρα αν είσαι φίλη μου, τι λες, θα βοηθήσεις»;

CHERRY: «Μόνο να μην χορέψουμε, ό,τι άλλο θες να ζητήσεις»!
JACK: «Τι παράξενο κορίτσι, δε σ’ αρέσει να χορεύεις»
CHERRY: «Γιατί εσένα π.χ σου αρέσει να μαγειρεύεις»;
JACK: «Μα το μαγείρεμα δεν είναι το ίδιο με τον χορό»
CHERRY: «Γιατί το λες; Αν δεν κατέχεις ταλαιπωρία είναι και τα δυο»!
JACK: «Μα είναι εύκολο να μάθεις –χορό και οικοκυρικά»!
CHERRY: «Ναι αν είσαι άνθρωπος, εγώ ανήκω στα φυτά!
Κοίτα επειδή σε μπέρδεψα, εγώ που είμαι εδώ
δεν είμαι άνθρωπος που κάθεται, δέντρο είμαι κι εγώ.
Έτσι αν εσύ φύγεις απόψε και χαθείς
όποτε κι αν γυρίσεις εδώ θε να με βρεις»
JACK: «Μα τι σόι χαζομάρα θα ήτανε αυτή
να φύγεις από κάπου για να ξαναγυρίσεις εκεί»;
CHERRY: «Ανθρώπινη εξυπνάδα λέγεται αυτό
θέλετε να επιλέγετε απ’ όλα τα πιο καλό
και έτσι δοκιμάζετε θάλασσες και βουνά
ρούχα, ανθρώπους και ζωές –να βρείτε ταιριαστά.
Εγώ που είμαι δέντρο δεν είμαι βολική
είμαι τραχιά και άγρια κα μονολιθική
Έτσι κανείς δεν κάθεται κοντά μου για καιρό
τον πνίγει η σταθερότητα σαν το βαθύ νερό.
Και φεύγουνε να βρούνε αλλού την περιπέτεια ...»
JACK: «Και τους αφήνεις να επιστρέφουν χωρίς καμιά συνέπεια»;
CHERRY: «Μ’ αρέσει να βοηθάω και είναι βαρετό
να ζεις πάντα μονάχος, με χώμα και ... ααα, τι ήταν αυτό»;
JACK: «Σαν κλάμα ζώου ακούγεται, μάλλον στην εθνική
κάποιος πρέπει να χτύπησε αδέσποτο σκυλί»
CHERRY: «Αλήθεια λες να είναι μονάχα ένα σκυλί»;
JACK: «Ίσως να πέθανε η αγάπη: ο σκύλος απ’ την Κόλαση»!
CHERRY: «Ξημερώνει, η ανατολή έχει ένα χρώμα μαγικό...»
JACK: «Τι θα κάνεις δεντράκι, θα μείνεις εδώ;
Εγώ λέω να γυρίσω σπίτι, δε θα πεθάνω ούτε κι απόψε...»
CHERRY: «Για να με πάρεις μαζί σου σκύψε και τις ρίζες μου κόψε»
JACK: «Δεν έχω πριόνι»!
CHERRY: «Έχεις δόντια, δεν έχεις»;
JACK: «Μα είσαι τόσο λεπτεπίλεπτη, δε θέλω να πονέσεις».
CHERRY: «Θα πονέσω περισσότερο αν με αφήσεις εδώ»

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:
Κι εκείνος κάτω πήδηξε κι έσκαψε σαν σκυλί μανιακό.

Βρήκε τις ρίζες και τις πότισε με τον ιδρώτα του
μα μόλις πήγε να τις πιάσει στα δόντια του
κάτι έπεσε πάνω στο κεφάλι του κι έσκυψε να το πιάσει
μα ύστερα κι άλλο έπεσε, κι άλλο, κι άλλο ...κεράσι!
Το βλέμμα τότε σήκωσε, την είδε να ωριμάζει
κόκκινη απ' τον έρωτα κι έπεφτε σαν χαλάζι!
και έπλεξε τα χέρια του σε ένα γερό κοφίνι
και ούτε ένα κεράσι της δεν άφησε να μείνει
όλα εκεί τα μάζεψε, το κάθε της κομμάτι
και άκουγε το χαχάνισμα που έκανε γεμάτη
από χαρά, που μπόρεσε να γίνει κάτι άλλο
-όχι κάτι βαθύτερο ή κάτι πιο μεγάλο
μα κάτι τοσοδούλικο και κάτι πιο γλυκό
κάτι χωρίς προσποίηση, κάτι πιο φυσικό.
Κι ο Τζακ όμως δεν πίστευε στην τύχη του αυτή
αντί ένα κορίτσι δεκάδες είχε βρει!
Δεκάδες κερασάκια να αλλάζει τη σειρά
κάθε μέρα να φτιάχνει μια ... άλλη Κερασιά!
Τα λάθη της κουκούτσια, να θάβει στην αυλή
και να φυτρώνουν χάρες που σε άλλη δε θα βρει!

Μια ζοφερή ησυχία φέρνει μαζί του κάθε πρωινό
λες και πενθεί για τα αστέρια που ξεψυχούν στον ουρανό
κι εκείνο το λυκαυγές ήταν πιο σιωπηλό απ’ όλα
θαρρείς και o ήλιος δεν ήθελε να βγει και να χαλάσει
εκείνο που η Πλάση μ’ όνειρο είχε κάνει να μοιάσει.
Κι όταν τέλος ανέτειλε κανείς δεν ξέρει τι είδε

Κι αν κάποιος διαδώσει όσα διάβασε εδώ
να ξέρει πως θα τον γελάσουν και ίσως να τον πουν τρελό
γιατί δεν υπήρξε ερωτική ιστορία πιο παράξενη και μικρή
απ’ του Τζακ και της Κερασιάς
που συναντήθηκαν μια νύχτα στην εξοχή...

15.4.08

Η ασήκωτη ελαφρότητα

Από τραγούδια άκουγε μόνο τα πιο μελοδραματικά, ζεϊμπέκικα της Βίσση και κλαψουρίσματα του Πλούταρχου, κάθε φορά που ερωτευόταν έτρεχε στα μπουζούκια και μεράκλωνε, κάθε φορά που απογοητευόταν, κλεινότανε στο σπίτι της και έκλαιγε, πάντα το ίδιο σάουντρακ της χαρμολύπης. Και όταν εν τέλει αποφάσιζε να βγει ξανά σε νέα γύρα, βαφότανε τόσο πολύ για να ομορφύνει, που έφτιαχνε μάσκα κι όχι πρόσωπο, αλλεπάλληλες στρώσεις του λευκού, του πορφυρού, του γαλάζιου και του μαύρου. Και όσο για τα κοσμήματα και για τα μπιχλιμπίδια, φόρτωνε επάνω της χάντρες και επάργυρα και ολόχρυσα λίγα από τη γιαγιά της, περπάταγε στο δρόμο κουδουνίζοντας και αστράφτοντας, εκβίαζε τα βλέμματα και τραβούσε με αόρατα δάχτυλα τα αυτιά.
Μόνο που καμιά φορά σαν να μπερδεύονταν, ανάμεσα σε αυτό που ήξερε να κάνει και σε αυτό που δε θα μάθαινε ποτέ, περνούσε από έναν παιδικό της φίλο, πάντα στο σπίτι του κλεισμένο, πάντα να γράφει, να διαβάζει, να στοχάζεται, να μασουλάει αργά την υποτροφία. Σαν τον αέρα ταξίδευε η σκέψη του, ένα του έλεγες, δέκα σου απαντούσε, άλλα είχανε σχέση, άλλα δεν είχανε, της άρεσε να νανουρίζεται απ' τα λόγια του, να έχει την αίσθηση πως την καταλαβαίνει, να κολακεύεται πως ασχολείται με αυτήν, με τα κοινότοπα προβλήματα της.
Μέχρι που μια μέρα αυτός θυμήθηκε ένα στίχο και τον παράλλαξε ελαφρά με ικανοποίηση: «οι ελαφροί ας σε λένε ελαφρή, στα σοβαρά τα πράγματα ήσουν πάντα επιμελής». Κι ένα τραγούδι που είχε ακούσει κατά τύχη μια μέρα που έψαχνε τον Derti στο ραδιόφωνο απλώθηκε στα ξαφνικά μες στο κεφάλι της. Και σπίτι του ποτέ δεν ξαναπάτησε, ούτε και στα μπουζούκια.

7.2.08

Jigsaw falling into peaces

(τόσες μέρες στο facebook κατάλαβα ότι η μασημένη τροφή του internet με απωθεί απ' το να ασχοληθώ με οτιδήποτε θέλει πνευματική προσπάθεια. Αυτό το κείμενο είναι μια δοκιμασία: αντέχετε να διαβάσετε κάτι τόσο μεγάλο που θέλει προσήλωση για να ενώσεις τα κομμάτια του; Α, και τα χρωματιστά γράμματα έχουν τραγουδάκια...)

Το πρώτο του παζλ το θυμάται –ήταν ένα σπιτάκι που μια γιαγιά έψηνε κοτόπουλο στο τσουκάλι και πάνω απ’ την καμινάδα δυο κλέφτες έριχναν ένα σκοινί με αγκίστρι για να κλέψουν την κατσαρόλα με το φαγητό. Ύστερα έφτιαχνε παζλ με την αδερφή του. 1500, 2000, 3000 κομμάτια –κυρίως τοπία, φύση. Δύσκολα βρίσκεις μεγάλα πάζλ με ενδιαφέρουσες παραστάσεις. Το μόνο καλό ήταν ένα με 8000 κομμάτια, ένας χάρτης προ- Κολομβιανής εποχής –δώρο της Χαράς, παντρεύτηκε αυτή, πάει. Το είχαν φτιάξει μαζί κι όταν το τέλειωσαν η Χαρά ενθουσιασμένη είπε «θα βγω να το φωνάξω, επιτέλους τα ταιριάξαμε όλα!». Μα όπως άνοιξε τη μπαλκονόπορτα φύσηξε ένα διαβολεμένο ρεύμα και σήκωσε το πάζλ και το ταξίδεψε σαν μαγικό χαλί. Ξεκόλλησαν πολλά κομμάτια και δυο μάλιστα δεν τα ξαναβρήκαν ποτέ. Τον θυμάμαι. Δεν το είπε μα το ξέρω: δεν είχε αισθανθεί χειρότερα στη ζωή του από εκείνη την ημέρα που διαλύθηκε το παζλ στον αέρα.

Τώρα όλα είναι στη θέση τους. Σ’ αυτό εδώ. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε μέχρι πρότινος. Είχε βεβαιωθεί ότι αυτό το παζλ έτσι έπρεπε να είναι. Αλλά πώς μπορεί να είναι σίγουρος. Η εικόνα μοιάζει μ’ ολόγραμμα, όλο αλλάζει. Και τα κομμάτια είναι τα περισσότερα που είδε ποτέ. Μα φαινόταν να είναι σωστό ως εδώ. Κι όμως… Σαν κάτι να φταίει…

Όχι, δε θα δώσει σημασία. Θα το συνεχίσει. Είναι λογικό να παθαίνει σύγχυση πού και πού. Γιατί είναι ό,τι μεγαλύτερο έχει δει και έχει φτιάξει.

Για την ακρίβεια δεν το έχει φτιάξει ακόμα. Αγωνίζεται πάντως. Μέρα- νύχτα- τη νύχτα πιο δύσκολα. Είναι το φως αλλιώτικο, είναι η διάθεση κάπως. Γίνονται λάθη τη νύχτα και τα βλέπει το πρωί. Καμιά φορά ούτε καν την επόμενη μέρα, παρά μια βδομάδα μετά, ένα μήνα. Εκεί εκνευρίζεται. Αν πρέπει να τα χαλάσει τρελαίνεται. Τόσος κόπος, τόσα σωστά και τα παίρνει όλα, τα ξεσηκώνει ένα λάθος.

Μα τώρα όχι, δεν είναι λάθος. Κι αν είναι, δεν είναι δικό του. Δε φταίει αυτός. Κάθεται στο σαλόνι. Εκείνο το κομμάτι, εκείνο το λάθος κομμάτι είναι πίσω. Πολύ πίσω. Πάει εφτά χρόνια και δυο δωμάτια πίσω: είναι στη βιβλιοθήκη. Το έφτιαξε εκεί επίτηδες –είναι το δωμάτιο που μπαίνει λιγότερο. Κάποτε διάβαζε πολύ. Τώρα δεν έχει χρόνο. Έχει τη ζωή του να φτιάξει. Και την είχε φτιάξει. Μέχρι που έμαθε αυτό. Για τον Μάριο. Ο Μάριος δεν ήταν στη ζωή της Χαράς για ένα εξάμηνο. Το τελευταίο τους εξάμηνο.

Η Κατερίνα λέει τους είδε εκείνο το καλοκαίρι. Μετά το θάνατο του πατέρα της Χαράς, τους είδε μαζί. «Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Τι νομίζεις πως σε θέλει; Ταξιδάκι αναψυχής μονάχα. Επειδή πιέζεται τελευταία. Αυτό είσαι. Άσε την ήσυχη να πάει να πενθήσει κοντά σ’ εκείνον που την αγαπάει και τη νοιάζεται δέκα χρόνια τώρα». Έτσι του είπε η Κατερίνα. Κι ο Μάριος της είπε πως η Χαρά ζήτησε να πάει. Η Χαρά που ένα χρόνο τώρα είναι μαζί του, (Θεέ μου, έναν ολόκληρο χρόνο). Του λέει πως είναι ο αδερφός, ο άντρας και ο πατέρας της.

Εγώ ήμουν απλά το μωρό που βάραινα στην αγκαλιά της.

Δε μου το ’λεγε –είπε στην Κατερίνα- γιατί θα διαλυόμουν.

«Τον ξέρεις τώρα πώς είναι, χωρίς δουλειά, λίγα λεφτά. Αν τον αφήσω τώρα θα νιώσει τόσο άσχημα όσο εκείνη την ημέρα που διαλύθηκε το παζλ στον αέρα». Και περίμενε. Άλλα δυο χρόνια. Δυο χρόνια που βρήκα δουλειά, που αγοράσαμε αυτό το σπίτι και βγάλαμε τις άδειες του γάμου. Δυο χρόνια που εγώ έπλεα σε πελάγη ευτυχίας και αυτή κυλιόταν στα σκεπάσματα του Μάριου. Τρία χρόνια ψέματα. Τόση χαρά, τόση ζωή, όλη ένα ψέμα.

Μπαίνει μέσα στη βιβλιοθήκη. Μπαίνει και ψάχνει. Δεκάδες σειρές κομματιών. Κάθε σειρά μια παράλληλη ιστορία. Μερικές φορές οι οριζόντιες γραμμές συναντιούνται με τις κάθετες. Τόσες σχέσεις. Τόσα λόγια. Τόσοι άνθρωποι γύρω. Πάνω, κάτω, ανάμεσα, παντού. Οι πίκρες μιας εποχής πια φέρνουν γέλια. Και οι χαρές μια ανεξήγητη μελαγχολία. Το ψέμα όμως. Το ψέμα πάντα, όπου κι όποτε αποδομεί.

Τώρα ψάχνει. Κάπου εδώ γύρω είναι. Γενέθλια των 25 του. Η προηγούμενη δουλειά. Γέννηση του ανιψιού του. Πέσιμο με τη μηχανή. Ο Αντώνης φαντάρος. Ο Γιώργος στην Αγγλία α, να το: ο Μάριος. Κάνει να το πιάσει, μα κοντοστέκεται για λίγο. Ξέρει πώς είναι τα παζλ. Τα κομμάτια αγκιστρώνονται μεταξύ τους. Αν φύγει ένα τα άλλα μένουν σταθερά. Μα διστάζει. Έχει μείνει με το χέρι μετέωρο από πάνω του. Νιώθει τόσο ανήμπορος ξαφνικά.

Όπως ένιωσε εκείνη τη βραδιά που εξαφανίστηκε. Κι αφού την έψαξαν σε όλα τα νοσοκομεία και τα νεκροτομεία της πόλης τη βρήκαν στου Μάριου. «Δεν έγινε τίποτα» του είπε. «Τίποτα. Με πιστεύεις;». Σ’ αγαπάω του είπε. Σ’ αγαπάω του είπε. Σ’ αγαπάω –πόσες γαμημένες φορές του το είπε;

Το βλέπει ξαφνικά μπροστά του. Όλη τη σκηνή, σαν τοιχογραφία. Ραγισμένη τοιχογραφία με σκασμένο το χρώμα. Μα δεν είναι το χρώμα, είναι οι γραμμές των κομματιών. Του παζλ.

Και τότε ξαφνικά βγάζει μια κραυγή. Και πέφτει και πιέζει το κομμάτι με τον αντίχειρα. Πιέζει το πρόσωπο του Μάριου με τον αντίχειρα λες και θα μπορούσε να τον λιώσει έτσι. Να τον εξαφανίσει απ’ αυτό το παζλ. Τη ζωή του. Τη ζωή της. Κωλόπαιδο. Τσογλάνι. Αυτός, αυτός πρέπει να φύγει από ΄κει. Πια όλα είναι ένα ψέμα. Από τότε που ήρθε αυτός ένα ψέμα. Τα προσκλητήρια, τα όνειρα, οι νύχτες στο ΡΟΡ, τα γέλια στην αγκαλιά της, η ευτυχία που έβλεπε γύρω του, όλα ένα ψέμα.

Το πιάνει με φόρα. Μπήγει τα νύχια του στις εγκοπές του και το τραβάει με μίσος. Ένα κρατς –σαν σάρκα που σκίζεται απ΄ το κόκαλο. Το κομμάτι σκίζεται και φεύγει μόνο το πάνω μέρος. Πιάνει τον χαρτοκόπτη. Πιάνει και αρχίζει να το τραβάει. Να το τρυπάει, να το ξεσκίζει από παντού. Ένα κρατς ακόμα. Ένα κράτς και τέλος.

Μα τότε το ακούει. Τρίξιμο. Ένα τρίξιμο στον τοίχο που δεν έχει λογική. Τα παζλ είναι φτιαγμένα έτσι που αν φύγει ένα κομμάτι όλα τα άλλα μένουν σταθερά. Αλλά αυτό το παζλ έχει περίπου 6.948.848.236.209 κομμάτια μέχρι στιγμής και η αλήθεια είναι ότι ακούει ένα τρίξιμο. Που ξαφνικά μοιάζει περισσότερο με θρόισμα φύλλων. Απλώνει ασυναίσθητα το χέρι του πάνω σε μια σειρά κομματιών λες κι έτσι θα προλάβει το κακό. Κλείνει τα μάτια. Τα νιώθει -ένα φτερούγισμα αέρα. Σαν κάποιος ν’ ανακατεύει με γρήγορο, άγριο ξεφύλλισμα, τραπουλόχαρτα μπροστά στο πρόσωπό του. Δε θέλει να ανοίξει τα μάτια. Πια ξέρει. Ακούει να πέφτουν σε σειρά χάρτινα ντόμινο.

Μα δε μπορεί. Είναι η φρίκη που τον καλεί να τη θαυμάσει. Είναι η ανθρώπινη φύση που δε μπορεί να αντισταθεί στην οδύνη. Θέλει να την κοιτάξει κατάματα.

Και βλέπει λοιπόν τα κομμάτια του πάζλ, από εκεί που έφυγε ο Μάριος και μετά να κατρακυλάνε στο πάτωμα. Η σπασμωδική του κίνηση να πιάσει να σταματήσει μερικές σειρές ήταν μάταιη. Τα κομμάτια έφευγαν ταυτόχρονα κάθετα και οριζόντια, διακλαδίζονταν μέσα σε άλλες ιστορίες.

Ότι είχε γίνει- είχε γίνει και δεν έπρεπε να προσπαθήσει να το αλλάξει. Το παρελθόν. Έπρεπε να το δεχτεί. Έπρεπε να τον αφήσει εκεί το Μάριο. Καλώς ή κακώς πια ήταν κομμάτι της προσωπικής του ιστορίας. Τώρα ’φύγαν όλα. Όλη η ζωή του μετά απ’ αυτό. Μια πελώρια τρύπα που χάσκει πάνω στο σοβά. Ένας ξεφλουδισμένος, ραγισμένος σοβάς που δε δείχνει τίποτα πια. Δεν είναι ούτε σπίτι, ούτε παρηγοριά, ούτε κρησφύγετό του. Τρία χρόνια. Τρία χρόνια ψέματα. Και τώρα εφτά. Εφτά χρόνια μετά σε λάθος βάση. Πάνω σε ένα ψέμα. Όλη η χαρά που ήλπιζε να ξαναβρεί, ψεύτικη ήταν. Καμιά γυναίκα αλήθεια πια. Καμιά. Καμιά. Ποτέ.

Κι αυτός ο ηλίθιος. Έψαχνε ακόμα να βρει εκείνη που θα ταίριαζε στη σωστή θέση. Εκείνη που θα γέμιζε το κενό. Χωρίς να χρειαστεί να τη σπρώχνει με βία, να χωρέσει. Να τη βαράει με σφυρί για να μην φύγει από ‘κει. Από τη θέση μέσα του.

Τρέχει πίσω στα δωμάτια. Πίσω στο χρόνο. Θέλει να πάρει την ψεύτρα από ‘κει. Να εξαφανίσει τη στιγμή της γνωριμίας τους. Τρέχει. Τη βλέπει. Είναι ακόμα εκεί. Προσπαθεί να τη βγάλει. Την Χαρά. Μα αυτή έχει κολλήσει μαζί του. Παίρνει και τον εαυτό του μαζί της. Το κομματάκι με το χαμόγελο του που βρίσκεται δίπλα της. Και το τραβάει να το ξεκολλήσει μα δε γίνεται, και τότε τα πετάει και τα δυο στον τοίχο και πια τα ακούει να πέφτουν. Με θόρυβο. Τα κομμάτια. Του σπιτιού του. Πέφτουν τα κομμάτια απ’ τους τοίχους του σπιτιού του και αρχίζει να γκρεμίζεται όλη του η ζωή. Βλέπει τον κόσμο να εισβάλει απ’ τις τρύπες. Κι αυτός εκεί έκθετος. Μα όπως πάει να φωνάξει πέφτει μέσα στο χέρι του το κομμάτι απ’ το πάνω χείλος. Και μετά το κάτω. Και ύστερα το στέρνο. Και μετά δε θυμάται πια ίσως γιατί έπεσαν τα κομματάκια των ματιών ή του μυαλού του. Μόνο ότι όλα έγιναν ακαριαία και όταν πέρασα απ’ το σπίτι του δυο μέρες μετά δεν ήταν εκεί. Τίποτα.

Και η Χαρά μου είπε ότι την πήρε τηλέφωνο δυο μέρες πριν και τον άκουσε πιο χαλιά κι από εκείνη την ημέρα που διαλύθηκε το παζλ στον αέρα.

Πού να μαζεύεις
Τα χίλια κομμάτια του κάθε ανθρώπου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ


13.12.07

Lolipop

(καιρό είχαμε για "μύθο μετ' αμμουσικής" -με χαρά λοιπόν σας παρουσιάζω ένα ανάλαφρο ζαχαρώδες ποστ -όλη η γεύση, λίγες θερμίδες- σε 50'ς ~ 60'ς μουσικές, τις οποίες πριν καιρό είχε ζητήσει η Vain. )


O
Τζώννυ ήταν κωλόπαιδο. Με όλη τη σημασία της λέξης. Ήταν από τα παιδιά που θα πέταγαν κέρματα για να σκύψουν να τα μαζέψουν και να κοιτάξουν την κιλότα κάτω απ’ το φουστάνι σου. Ήταν από εκείνους που θα έκοβαν την εξάτμιση στο μοτοσακό για να κάνει περισσότερο θόρυβο. Ο Τζώννυ ήταν κακός ως το κόκαλο και όσο και να του λέγανε να κάτσει καλά, εκείνος ξεσάλωνε περισσότερο. Μέχρι που μεγάλωσε. Και έπρεπε να βγάλει το μεροκάματο.

Δεν ήθελε να καταπιεστεί. Έτσι έπιασε δουλειά στην βίλλα των Ντ’ Αρμπανβίγ ως κηπουρός. Τις μέρες που δεν έκοβε το γρασίδι κυλιόταν πάνω του σαν ανέμελο κουτάβι και άφηνε τον χρόνο να κυλά ανώφελα και χαλαρά. Μια μέρα όμως είδε κόσμο να μπαινοβγαίνει σπίτι. Γιατρούς και νοσοκόμες. Η κόρη της κυρίας Ντ’ Αρμπανβίγ, η Καρολίνα, είχε πέσει βαριά άρρωστη. Ενώ είχε φτάσει μια χαρά από το Παρθεναγωγείο, για να περάσει την γιορτή των ευχαριστιών με τους γονείς της, τη δεύτερη μέρα άρχισε να ψήνεται στον πυρετό. Τα φάρμακα συνωστίζονταν στο κομοδίνο της κι εκείνη σιγόλιωνε σαν κέρινη κούκλα. Και η καρδιά της φαινόταν αδύναμη. Όλο και πιο αδύναμη.

Μια μέρα που ο γιατρός μέτραγε τους σφυγμούς της ο Τζώννυ μπήκε στο δωμάτιο.
«Αυτό το στέλνει η μαγείρισσα, ήταν βαρύ και δε μπορούσε να το ανεβάσει» είπε.
Ο γιατρός γύρισε να πιάσει την κατσαρόλα με το καυτό νερό για να απολυμάνει τα εργαλεία του, όταν ξαφνικά ένιωσε τον παλμό της Καρολίνας να καλπάζει μέσα στον καρπό της. Γύρισε και κοίταξε το πρόσωπό της. Τα μάγουλα είχαν αναψοκοκκινίσει. Η καρδιά της χτύπαγε σαν πιστόνι σε τετρακινητήρα. Ο γιατρός είπε «μείνε να την προσέχεις μέχρι να γυρίσω» και τον κάλεσε να κάτσει πλάι της στο κρεβάτι.

Όταν γύρισαν με τη μητέρα της, κοίταξαν από μια χαραμάδα στην πόρτα και είδαν την Καρολίνα γερμένη στον ώμο του με ένα χαμόγελο μακαριότητας. Η Κυρία Ντ’ Αρμπανβίγ πλήρωσε τον γιατρό εκατοντάδες δολάρια για την κουρά που πρόσφερε και ανάρρωσε η κόρη της. Που να ήξερε ότι το μόνο που έκανε εκείνος ήταν να προτείνει η ασθενής να περνάει πολλές ώρες στην κήπο, με τη φροντίδα του κηπουρού.

Η Καρολίνα ήρθε κι άνθισε κοντά στον Τζώννυ, και παρά τις αντιρρήσεις των γονέων της κλέφτηκαν λίγα χρόνια μετά -όταν η Καρολίνα έκανε το όνειρό της πραγματικότητα: έγινε Χημικός, σαν το ίνδαλμά της, τη Μαντάμ Κιουρί. Όμως μετά από αυτό δε μπορούσε να ξαναγυρίσει σπίτι και ο Τζώννυ έπρεπε να την ταΐζει –σκεφτόταν λοιπόν πώς μπορεί να γίνει αυτό χωρίς ο ίδιος να κουράζεται.

Σε μια εποχή ανακαλύψεων, που ξαφνικά ο ηλεκτρισμός δονούσε τον κόσμο και οι οικιακές συσκευές άρχισαν να μπαίνουν σε κάθε σπίτι, εκείνος σκεφτόταν μια εφεύρεση. Μα όχι σε επιστημονικό επίπεδο. Ο Τζώννυ δεν σκάμπαζε γρι από φυσική αλλά ήξερε από μαγνητισμό– εκείνη την παράξενη έλξη που ένιωθαν οι κοπέλες όταν τις κοίταζε. Ήξερε από ηλεκτρισμό -εκείνο τον περίεργο ηλεκτρισμό που ένιωθαν όταν τις άγγιζε. Ο Τζώννυ ήταν ένας και μοναδικός στην επιστήμη του έρωτα και εκεί αποφάσισε να στραφεί.

Μια μέρα που η Καρολίνα μίλαγε με μια φίλη της από το παρθεναγωγείο, θυμήθηκε το σοκ που έπαθε η καλή του όταν έφτασε η στιγμή να ματώσουν το σεντόνι την πρώτη νύχτα του γάμου τους.
«Καρολίνα» της είπε, «οι γυναίκες έχουν δικαίωμα στον έρωτα και πρέπει να μάθουν».
Το είπε πολύ σοβαρά, σχεδόν με δικηγορικό στόμφο, κι εκείνη τον κοίταξε περίεργα.
«Καρολίνα, θα φτιάξουμε ένα γλειφιτζούρι»
«Γλειφιτζούρι;» τον κοίταξε εκείνη.
«Γλειφιτζούρι σε σχήμα μεγάλης κάψουλας, με ζελώδη υφή και γεύση...»
«Γεύση;» Τον κοίταξε εκείνη.
Κι εκείνος έδειξε με το χέρι του προς το παντελόνι του.
«Σταμάτα! Στο όνομα της αγάπης!» γούρλωσε τα μάτια η νεαρή γυναίκα..

Εκείνος με πολύ πειστικά επιχειρήματα της είπε ότι αν οι κοπέλες μπορούν να έρθουν σε επαφή με κάτι που να θυμίζει ανδρικό μόριο από νωρίς, χωρίς να κινδυνεύει η παρθενία τους, θα μπορούν να προετοιμάζονται ψυχολογικά και σωματικά για το μεγάλο γεγονός της πρώτης νύχτας του γάμου τους –που όσο είναι απροετοίμαστες καταλήγει μια τραυματική εμπειρία και για τους δυο. «Γιατί να μην μαθαίνουν τα κορίτσια από μικρά ότι το σεξ είναι κάτι γλυκό; Άσε που κι εμείς δε θα χρειάζεται να πηγαίνουμε επί χρήμασι σε περπατημένες αν μας τα κάνετε εσείς σωστά εξαρχής» την χτύπησε στο αδύνατο σημείο κάθε γυναίκας: αυτό της κτητικότητας.

Στο θέμα της γεύσης δεν τα βρήκαν –διότι η Καρολίνα επέμενε ότι αναλόγως του τι είχε φάει την προηγούμενη ο σύζυγός της η γεύση άλλαζε –μπορούσε να είναι από γλυκό μέχρι ξινό. Αλλά το σίγουρο είναι ότι πάντα ανέδιδε μια μυρωδιά χλωρίνης. «Όπως μυρίζει η αρσενική χαρουπιά την εποχή της ανθοφορίας» του είπε σε άπταιστο φυσιολατρικό λεξιλόγιο.

Το γλειφιτζούρι που έφτιαξαν ήταν προκλητικά αξιοζούληχτο, είχε το μέγεθος μεσαίας ροζ μπανάνας αλλά του έδωσαν ένα ομοιόμορφο σχήμα κάψουλας. Έβγαινε δε σε διάφορες ζαχαρώδεις γεύσεις μα όταν έφτανες στο κέντρο του περιείχε μια φυσαλίδα που, αν την έσπαγες στα δόντια σου, άφηνε μια αίσθηση ...σπέρματος.

Τα γλειφιτζούρια τους πουλιόντουσαν κρυφά, χάρη στις διασυνδέσεις του Τζώννυ σε όλη την "βρόμικη" Αμερική και, πριν φτάσει ο πρώτος άνθρωπος στο φεγγάρι οι περισσότερες ανήλικες αμερικάνες είχαν φτάσει σε πολλαπλούς οργασμούς, μιας και είχαν βρει και άλλους τρόπους να λιώνουν το γλειφιτζούρι τους.

Ο Τζώννυ και η Καρολίνα μετακόμισαν σε μια τεράστια έπαυλη σε μοντέρνο προάστιο και σύντομα η μικρή, όπως και όσες γυναίκες έμαθαν να απολαμβάνουν την σεξουαλικότητά τους, έγινε ξαφνικά πολύ διεκδικητική και χειραφετημένη και πλέον, όταν ο καλός της έλεγε «σκύψε ευλογημένη» εκείνη έλεγε «ΟΚ, αλλά πρέπει πρώτα ν’ ανάψεις τη δική μου φωτιά, μωρό μου»!...

Σημείωση: ο Τζώννυ είναι ένα μύθος στην Αμερική που μαλώνει για χρόνια με την Γερμανία για τον πρόγονο του δονητή (φημολογείται ότι ένα πρωτόγονο είδος δονητή φτιάχτηκε τον 19ο αι. κάπου στη Βαυαρία –δες και στο μπλογκ της Κατερίνας:

25.10.07

Ninja Bonobo

(Downtempo ποστ με μουσικές από τα καλάθια της Ninja Tunes (διάλεξα τα καμάρια της Bonobo και Fink αλλά και ανθρώπους που αγαπά -Andy Korg, Parov Stelar, Sebastien Tellier) καθώς και τραγούδια που συντρόφεψαν τα τελευταία καλοκαίρια (Royksoop, Husky Rescue, Au revoir Simone, Joe Beats και ο δικός μας Serafim Tsotsonis). Είναι πολλά, είναι καλά. Κατεβάστε τα και ακούστε τα μια βροχερή μέρα. Θα με θυμηθείτε. Μην μπείτε στον κόπο να τα ακούσετε τώρα, θέλουν χρόνο και νύχτα. Κατεβάστε τα και θα πίνετε στην υγειά μου όταν τα ακούτε –trust me)!

Τον ξύπνησαν μέσα στο σκοτάδι. Ο υπηρέτης υποκλίθηκε κι έπειτα ακίνητος του ανακοίνωσε το λόγο της αιφνίδιας επίσκεψής του. Ο Μπονόμπο Σάι Γιάγκε του έκανε νόημα να ξεκινήσει την επιστροφή για το παλάτι της δυναστείας Κέττο και θα τον προλάβει στη διαδρομή. Ο υπηρέτης υπάκουσε και τον άφησε να φορέσει μόνος την μαύρη του στολή.

Περπατούσε για ώρα μα δεν τον είδε πουθενά και μόνο όταν έφτασε πίσω στο παλάτι, κάτι ένιωσε. Σαν μια ανάσα να άκουσε μέσα στη νυκτωδία των κουκουβάγιων και των τριζονιών. Και τότε κατάλαβε ότι Μπονόμπο είχε φτάσει πριν από αυτόν.

Ανέβηκαν αργά στο δωμάτιο του αυτοκράτορα. «Ψήνεται στον πυρετό» είπε ο γιατρός που τον κούραρε χωρίς να βλέπει βελτίωση. Εκείνος μπήκε αθόρυβα και γονάτισε πλάι στην κλίνη του ηγέτη.
-Νίντζα Μπόνομπο, είπε εκείνος κοφτά, όπως πάντα απότομα μίλαγε. Μα χωρίς το σθένος της βροντερής φωνής του.
-Άρχοντα Κέττο, χαμήλωσε το κεφάλι εκείνος.
-Η μητέρα μου είδε ένα όνειρο πριν ένα χρόνο ακριβώς. Πριν ένα χρόνο ακριβώς είδε ότι η σύζυγος μου γέννησε τρία μωρά.
Ο Νιντζα Μπόνομπο Σάι Γιάγκε σήκωσε ελαφρά το βλέμμα του.
-Δεν εννοείται την ... ψέλισσε.
-Ναι, εννοώ την αρχόντισσα Τρι Στε Ζα, που έκλεψε ο Μογγόλος Χαν Τζε Λάι και μαζί της κατέλαβε την σιβηρική μας περιοχή.
Ο Νίντζα Μπονομπο ξανακατέβασε τα μάτια.
-Και από εμένα θέλετε...
-Η μητέρα μου πριν τρεις νύχτες είδε την Τρι Στε Ζα νύφη. Αυτοί οι απόγονοι θα γίνουν απόγονοι του Χαν Τζε Λάι. Πολεμιστές δικοί του. Πεθαίνω Μπονόμπο. Και θέλω τους τρεις απογόνους πριν πεθάνω. Θέλω τη μάνα των τριών βασιλιάδων που θα αφήσω πίσω μου. Των δικών μου συνεχιστών.
Και μετά από αυτό έκλεισε τα μάτια του και δεν του έδωσε το περιθώριο για άλλες ερωτήσεις.

Ο Νιντζα Μπονόμπο ήταν γνωστός σε όλη την Αυτοκρατορία για την ικανότητα να φτάνει παντού απαρατήρητος – σκιά γινόταν στο σκοτάδι, αερικό στον άνεμο. Και το πρόβλημα γι’ αυτόν δε θα ήταν να βρει την αυτοκράτειρα χωρίς να τον δουν. Θα ήταν να την πάρει πίσω χωρίς να την δουν. Γιατί αυτή δεν θα ήξερε να γίνει σκιά μες τη σκιά. Νερό μες το νερό. Χώμα μέσα στο χώμα.

Μπήκε σε ένα καραβάνι και έτσι κρυμμένος πέρασε τα σύνορα της Μογγολίας. Από εκεί ντυμένος μοναχός κατάφερε να φτάσει ως το μοναστήρι Χάουι Βάι που απείχε μόλις δυο χιλιόμετρα από το παλάτι του Χαν Τζε Λάι. Η επιχείρηση μέχρι εκείνο το σημείο είχε πάει καλά.

Με τη μαύρη του στολή, πετώντας πιασμένος απ’ τα πόδια ενός αετού μέσα στη νύχτα, ο Νίντζα Μπονόμπο πέρασε το ψηλό τείχος του κάστρου και προσγειώθηκε στην πίσω αυλή του παλατιού. Νυχοπατώντας στο φως της νύχτας προχώρησε προσεκτικά προς το δωμάτιο της αρχόντισσας. Σκαρφάλωσε από το αναρριχόμενο φυτό στο παράθυρό της. Πάντα ήταν αόρατος, έτσι και τη νύχτα εκείνη. Μα δίχως να φανεί ούτε μια τρίχα απ’ τα μαλλιά του, η Τρι Στε Ζα τον ψυχανεμίστηκε.

-Ποιος είναι εκεί, ρώτησε.
-Μην φωνάξεις, δεν ήρθα για κακό, πρόβαλε εκείνος.
-Ποιος είσαι, τι θες.
-Θέλω εσένα.
-Ποιος σε στέλνει;
-Αυτός που του στέλνεις τα όνειρα.
-Δε στέλνω όνειρα εγώ!
-Αυτός που είσαι το όνειρό του
-Δεν καταλαβαίνω τι λες.
-Ο Άρχοντας Κέττο έχει γίνει μπλε. Μελανιάζει. Οι γιατροί δε βρίσκουν τι φταίει. Η μάνα του λέει πώς φταίει η απώλεια σου. Αν δε γυρίσεις θα πεθάνει. Έχει γεμίσει μέσα του. Το κορμί του διογκωμένο, μπλε γραμματοκιβώτιο γεμάτο σάπια όνειρα. Πρέπει να γυρίσουμε.
-Δεν είναι σάπια όνειρα, μα πρησμένη φιλοδοξία! Άσε με -είπε κείνη και τράβηξε με δύναμη το χέρι της που κράταγε εκείνος. Με άρπαξαν από τη φιλοδοξία του ενός, για να καταντήσω τρόπαιο στα χέρια του αντιπάλου του. Δε με νοιάζει κανείς τους. Μακάρι να χάνονταν και οι δυο.
-Αρχόντισσα, μου είπε να σε πάρω πίσω. Ή να σου πάρω τη ζωή.

Ο Νίντζα Μπονόμπο καθόταν στην πλάτη του αετού που κράταγε στα πόδια του την αρχόντισσα Τρι Στε Ζα, που γέλαγε σαν παιδί και άπλωνε τα χέρια της σαν πουλί κι αυτή στον άνεμο. Και όταν πια είδε από μακριά την πόλη της, το μέρος που μεγάλωσε, τον δρόμο της -το δρόμο με τις Λεύκες, «εδώ» φώναξε «θέλω», «εδώ να επιστρέψω, στον ξύλινο δρόμο μου» και κοίταξε τον Νίντζα Μπονόμπο. Κι εκείνος κλώτσησε τον αητό. Κι άνοιξε τα νύχια του βογκώντας το πτηνό. Κι εκείνη έπεφτε και είδε τα μάτια της να λάμπουν, σαν δυο αστέρια στο σκοτάδι κι έπειτα το κορμί της, το λευκό φορεμα, νούφαρο στην επιφάνεια της νύχτας. Διαλύθηκε σε χίλια πέταλα.

Κείνη τη νύχτα η βασιλομήτωρ είδε όνειρο πως λιώσανε τα χιόνια της Σιβηρίας, και έπνιξαν τον Χαν Τζε Λάι. Μονάχα ένα λευκό ζαρκάδι γλύτωσε που ήρθε ως τη χώρα τους και το έπιασαν οι χωρικοί του αυτοκράτορα, τον τάισαν το κρέας του και έγειανε.

Με το πρώτο φως του επόμενου πρωινού ο Νιντζα Μπόνομπο έφερε το κομματιασμένο κορμί της Τρι Στε Ζα όπως είχε ζητήσει ο άρχοντας. Η μητέρα του αυτοκράτορα το παρέλαβε, τον πλήρωσε και τον έδιωξε. Το πήρε, το καθάρισε, το έγδαρε, το γύμνωσε απ΄ τα κόκαλα και το μαγείρεψε για τον γιο της. Τρεις μέρες έτρωγε την γυναίκα ο βασιλιάς και την τρίτη ανάρρωσε. Στάθηκε στα πόδια του.

Όπως κάθε άνθρωπος όταν κατασπαράζει αυτό που στέκεται εμπόδιο στη φιλοδοξία του. Με τη γνώση ότι κανείς άλλος δεν κατέχει αυτό που ο ίδιος δε μπορεί να έχει. Ο Κέττο γύρισε στη διοίκηση της αυτοκρατορίας του. Ανακουφισμένος.

11.10.07

Η ενηλικίωση της Περσεφόνης

vain ήθελε να κολυμπήσει σε ...dark waves και ο Σαμμάνος άδραξε την ευκαιρία/ επιθυμία της για να θυμηθεί τα νιάτα του στο «Χοροστάσιο» προς δεκαετίας και να σας μεταφέρει τα μουσικά παραμύθια και τις dark ιστορίες που έζησε εκεί )!

«Πες μου, πες μου ποιες είναι οι πιθανότητες κύκνε μου» λέει η Περσεφόνη και αγκαλιάζει το εβένινο αυτοκρατορικό πουλί. Εκείνο τυλίγει το λαιμό του γύρω απ’ τον δικό της. Νιώθει τη φλέβα της που χτυπά με αγωνία κρυμμένη στο μαύρο του μποά. Με το ράμφος του ψιθυρίζει κάτι μέσα στις σκιές που ρίχνουν τα φυλλώματα των δέντρων στη λίμνη. Ψιθυρίζει κι έπειτα απλώνει τα φτερά του, πετάει μέσα στο νερό και χάνεται στο σκοτάδι ξανά.

Εκείνη τινάζει τα φύλλα που έχουν πέσει πάνω της. Φθινόπωρο στον Κάτω Κόσμο. Άνοιξη μπαίνει στον επάνω. Την επομένη είναι η εαρινή ισημερία στη γη. Πρέπει να φύγει. Μένουν μόνο 24 ώρες. Κι έπειτα 6 μήνες. Έξη ολόκληροι μαρτυρικοί μήνες μακριά του.

Περπατάει ξυπόλητη πάνω στο νωπό χώμα –όταν θα ανέβει στο κρεβάτι εκείνος θα γκρινιάξει «έλα ρε μωρό μου, μη φέρνεις όλη τη βρομιά εδώ στο στρώμα που κάνουμε αγκαλιές». Περπατάει ξυπόλητη λες για να νιώθει το κρύο έδαφος, για να θυμάται πως δεν κοιμάται. Εισπνέει το βαρύ άρωμα των νυχτολούλουδων –της είχε δώσει δυο ρίζες μόλις πρωτογνωρίστηκαν, τις φύτεψε μπροστά στο μπαλκόνι της. Μα στη γη ανθίζουν μόνο ένα βράδυ του καλοκαιριού, εκεί ανθίζουν όλες τις νύχτες. Κοντά του. Δε θέλει να φύγει. Δε θέλει.

«Μωρό μου» σκύβει και του ψιθυρίζει.
«Μμμ» λέει μέσα στον ύπνο του εκείνος.
«Θέλω να έρθεις κι εσύ μαζί μου αύριο στη γη».
«Δε γίνεται, το ξέρεις» απαντά ήσυχα αυτός.
«Μωρό μου δε μπορώ πάλι, έτσι»
«Δεν μπορώ ν’ ανέβω, δε με αφήνουν, κανείς δε θέλει έναν ξένο στον τόπο του».

Η Περσεφόνη σωπαίνει. Εκείνος βυθίζεται ξανά στο βαθύ ποτάμι του ύπνου. Μα λίγο μετά νιώθει να μουσκεύει. Νερό κυλάει στο πρόσωπό του, στα μαλλιά του. Σκουπίζει το δέρμα του με την ανάποδη της παλάμης του. Τι όνειρο περίεργο. Νιώθει το νερό. Ζεστό. Ανοίγει τα μάτια και βλέπει την Περσεφόνη από πάνω του. Ακίνητη. Να κλαίει.

«Αχ, να ήταν η κυρά Δήμητρα εδώ να σε καμαρώσει: «δεν έχουμε πει, όχι δάκρυα για τα πλάσματα της νύχτας»! λέει αυτός πειραχτικά και την πιάνει αγκαλιά. «Έλα αγάπη μου, έξη μήνες είναι, τι είναι έξη μήνες μπρος στην αιωνιότητα»;
«Αναίσθητε! Καθόλου δε σε νοιάζει; Δε θα σου λείψω; Φίλα με» του λέει.
Εκείνος γυρνάει το κεφάλι του απ’ την άλλη. Την κρατάει σφιχτά μέσα στη σκοτεινή αγκαλιά του. Δεν τη φιλά.
«Πάρε με» του λέει κι εκείνος
«Ξέρεις τους νόμους» της λέει.

Ξέρεις τους νόμους.
Η ζωή μας κάνει κύκλους. Στον κάτω κόσμο η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα. Το βράδυ με σκοτάδι. Μια μελάσα γλυκιάς ραστώνης μοιάζει να τυλίγει τα πάντα και τα ζευγάρια περνούν τις νύχτες αγκαλιά, σαν μαύρο μέλι να τους κρατάει έτσι κοντά. Μα στον πάνω κόσμο είναι αλλιώς. Ο ευθύγραμμος χρόνος είναι κάτι που εφευρέθηκε σ’ αυτόν. Εκεί που ηλιαχτίδες- χάρακες τραβάνε γραμμές ανάμεσα στα πράγματα. Και ξεχωρίζουν την μέρα απ’ τη νύχτα. Το σήμερα απ’ το αύριο. Εκεί αν φύγεις από κάπου δεν ξαναγυρνάς. Το φως ενσαρκώνει ταχύτητα: χώρο και χρόνο. Ποτέ αυτά τα δυο το ίδιο μαζί, ποτέ ξανά δε ζεις την ίδια στιγμή. Κρίκος κλειστός η κάθε μέρα. Νόμος.

«Πάρε με» τον ικετεύει και γονατίζει μπροστά του.
«Μωρό μου, δε μπορώ αν το κάνω θα είναι για πάντα»
«Πάρε με τώρα» ουρλιάζει και χώνει τα νύχια της στην πλάτη του όπως γαντζώνεται πάνω του, «δε φεύγω, πάρε με» ουρλιάζει και με δύναμη υπεράνθρωπη που κάνει κι εκείνον, θεό ολόκληρο, τον Θεό της, να μη μπορεί να αντιδράσει, τον παγιδεύει κάτω απ’ το σώμα της.
«Δε θα υπάρξει δρόμος επιστροφής» της λέει εκείνος και την σπρώχνει μήπως προλάβει τη συμφορά.
«Δε θέλω να επιστρέψω πουθενά. Μόνο σ’ έσένα. Θέλω να επιστρέφω μόνο σ’ εσένα». Και του πατάει με τον αγκώνα τον λαιμό.
«Είσαι τρελή, θα πεθάνει η ανθρωπότητα».
«Δε με νοιάζει η ανθρωπότητα, μαζί σου έγινα θεά, οι θεοί δε νοιάζονται για τα μυρμήγκια»!
Εκείνος κάνει να την χτυπήσει, εκείνη προσπαθεί να τον κρατήσει κάτω. Ένα φτερούγισμα έξω απ’ το παράθυρο. Αλαφιάζονται.
«Ποιες είναι οι πιθανότητες, ποιες είναι οι ελπίδες κύκνε μου» λέει εκείνη νιώθοντας το πουλί να πλησιάζει.
Κι εκείνο απλώνει τα μαύρα του φτερά πάνω στα μπράτσα του Πλούτωνα. Τον ακινητοποιεί. Πλούτων δεσμώτης.

Η Περσεφόνη, η άβουλη πειθήνια κόρη, εκείνη που τον κοίταζε με μάτια ελαφιού αρχίζει να κουνιέται πάνω του σαν λέαινα λαβωμένη. Τα μαλλιά της τινάζουν γλώσσες φωτιάς και το βλέμμα της πετάει φλόγες καθώς τον νιώθει μέσα της, να κυλάει στις φλέβες της, ένας έρωτας σαν αίμα, ένας έρωτας χωρίς επιστροφή.

Η γη σείεται στον πάνω κόσμο. Ένα ρόδι τραμπαλίζεται πάνω στο κλωνάρι του πέφτει με δύναμη και σκάει στο χώμα. «Τις νύχτες σπας σα ρόδι και πιτσιλάς με όνειρα τον ύπνο μου» λέει ένας ερωτευμένος βοσκός που είναι μάρτυρας της σκηνής. Ψάχνει μια πέτρα να χαράξει το στιχάκι του. Μα τότε ακούει τον αέρα. Έναν άγριο αέρα να φυσάει απ’ το πουθενά. Να ρημάζει φράχτες και σπίτια, να ξεριζώνει δέντρα, να βουλιάζει πλοία στ’ ανοιχτά.

«Σε ψάχνουν» λέει ο Πλούτωνας που ακούει τον άνεμο να λυσσομανάει και να χτυπάει τη γη, σα να προσπαθεί να βρει χαραμάδα να μπει, να την βρει, να την αρπάξει πίσω.
«Δεν έχω πουθενά να πάω».
«Τι γυρεύει μια ζωντανή στο βασίλειο των νεκρών»;
«Κάτι που στο βασίλειο των ζωντανών βρίσκεται σε αποσύνθεση
»
«Ζοφώδης τε κι ασέληνος ο έρως»...
«Για να κάνει ένας δεσμός ανταύγεια, φέρ' τε του σκοτάδια» χαμογελάει αυτή καθώς τον φιλάει.

Εκείνη η άνοιξη ήταν θλιβερή. Το καλοκαίρι έπεσε χιόνι. Η Δήμητρα κατάλαβε. Πως δε θα γυρνούσε. Πως πάτησε το Νόμο. Κατέλυσε το χρόνο. Η Δήμητρα κατάλαβε. Ξάπλωσε πάνω στα ξερά σπαρτά. Κοίταξε τον γκρίζο ουρανό. Και χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο πικρό. Ελεγεία στο καλοκαίρι που χάθηκε. Ένα χαμόγελο σκληρό. «Πώς αλλιώς... Πώς αλλιώς αφού μεγάλωσε το κοριτσάκι μου»...


1. «Ζοφώδης τε κι ασέληνος ο έρως (της αμαρτίας)» από το τροπάριο της Κασσιανής.
2. «Για να κάνει ένας δεσμός ανταύγεια, φέρ΄τε του σκοτάδια» -Λίνα Νικολακοπούλου
3. «H νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα» -από τον "Άγγελο Εξάγγελο" του Διονύση Σαββόπουλου

17.9.07

Το χρονικό ενός Νόμπελ

σημασία δεν έχει από πού διάβολο ερχόμαστε
μα πού στο διάβολο πάμε...
ένα ραδιοφωνικό πόστ, ήπια ποπ τραγουδάκια και άλλα πιο ζωηρά –σαν τραγανά μπισκότα ήχου, να βουτάτε στον καφέ σας για πρωινό :)

Η Sara Mara King γεννήθηκε στην Αφρική. Ο πατέρας της Marsh King ήταν από τους πρώτους Ευρωπαίους που ασχολήθηκαν με τα διαμάντια και την εξαγωγή τους στο ευρωπαϊκό εμπόριο μέσω της μεγάλης πύλης της Αμβέρσας. Στη φάρμα τους αντιλόπες κάλπαζαν ελεύθερα και μαζί τους έπαιζαν η Sara με τον μικρό της αδερφό Trent. Η μητέρα τους περιδιάβαζε με το παρασόλι της στις σαβάνες και μίλαγε στα πουλιά ενώ τρεις ιθαγενείς επωμίζονταν την οικοκυρική δουλεία. Τα γεγονότα του ’84, ο ξεσηκωμός των ντόπιων και οι εμφύλιες διαταραχές, ανάγκασαν την οικογένεια να εγκαταλείψει τον μεγαλεπήβολο Οίκο των King και να επιστρέψει στην Ευρώπη, όπου συνέχισε τις εμπορικές της δράσεις.
Τα δύο τέκνα κληρονόμησαν όλη την περιούσια μα τίποτε από το επενδυτικό μυαλό του πατέρα τους. Η Sara στα 35 της ήταν μια ακριβίστρια που μάχονταν με αίμα ψυχής κατά του ρατσισμού οποιουδήποτε είδους και υπέρ της «κοινωνικής ανοχής». Ο Trent πάλι, στο κατώφλι των 30 του, επέμενε στο κλισέ του γοητευτικού μπον βιβέρ. Η πολυτέλεια ήταν στο αίμα του και δεν φείδονταν σπατάλης καταλήγοντας κάθε νύχτα το πορτοφόλι του να είναι όπως και το ποτήρι του: άδειο ως τον πάτο.
Τα γενέθλιά του πλησίαζαν και η αδερφή του ήξερε ότι μπορούσε να του αγοράσει ό,τι ήθελε με τα χρήματά τους, αλλά αυτό που τελικά είχε σημασία ήταν να του αγοράσει κάτι που θα υπερέβαινε την αξία των χρημάτων. «Σημασία δεν έχει αν θα χαλάσω πάλι 100 ή 200 κορώνες για τον αχαΐρευτο αλλά αν μπορώ με αυτά τα λεφτά να του προσφέρω τη στοιχειώδη συνείδηση ενός κεφαλιού χωρίς κορώνα».
Η Sara πήρε την πιστωτική του και έγραψε τον ανέμελο και πλήρως ασυνείδητο πολιτικά αδερφό της ως Μέγα Χορηγό σε όλες τις φιλανθρωπικές οργανώσεις που ήξερε –αμνηστίας, ιατρικής περίθαλψης, περιβαλλοντικές, φιλοζωικές, αντιρατσιστικές. Ο Trent δεν ενθουσιάστηκε με την πρωτοβουλία της Sara, ούτε συμμερίστηκε τους προβληματισμούς και το ενδιαφέρον της για τα μέρη που μεγάλωσαν –ποτέ δεν κατάλαβε γιατί αυτή η κοπέλα έχανε τόσο χρόνο για ανθρώπους που δε θα γνώριζε ποτέ.
Για μέρες της είχε κόψει την καλημέρα και την απειλούσε ότι «θα της κάνει μήνυση που έβαλε χέρι στην πιστωτική του», όμως ένα τηλεφώνημα τον οδήγησε να σκεφτεί πως «παρότι ήταν έγκλημα αυτό που έκανε, σε καλό μου βγήκε». Στην άκρη της γραμμής ήταν ο αρχισυντάκτης του περιοδικού “Mostra” που ήθελε να κάνει φωτογράφηση μόδας στην Αφρική, σε συνθήκες αποστολών ανθρωπιστικής βοήθειας:
-Εσείς, η Angelina, η Madonna, η Gwyneth με τον Chris και μερικοί ακόμα επιφανείς Πολίτες του Κόσμου μας θα παρευρεθείτε για μια βδομάδα στην Αφρική, σ’ αυτό το βασίλειο των καταραμένων, για να επιτελέσετε κοινωνικό έργο. Εμείς αναλαμβάνουμε τα ρούχα που θα φοράτε, τα οποία και θα φωτογραφίζουμε σε ρεαλιστικές συνθήκες εργασίας σας εκεί. Θα γίνουν ειδικές συμφωνίες με τους δημιουργούς τους και όσα κομμάτια του εν λόγω ρεπορτάζ μόδας πουληθούν μέσα στο επόμενο τρίμηνο, τα έσοδα θα πάνε για τον φιλανθρωπικό σκοπό που θα διατελέσει ο καθένας σας –εμβόλια, aids, πόσιμο νερό κλπ..
Ο βαριεστημένος Trent δεν κατάλαβε πολύ καλά το σκεπτικό του. Αλλά το γεγονός ότι θα τον φωτογράφιζε ο Steven Meizel και θα μίλαγε με την Angelina ανέβασε κατακόρυφα την αδρεναλίνη του.

Στο ιδιωτικό αεροπλάνο ο Trent συνταξίδευε με πολλούς διάσημους –αν και με λύπη του έβλεπε ότι η Gwyneth δεν άφηνε το χέρι του φακιδομύτη Chris της, ενώ ο Sting μονοπωλούσε το ενδιαφέρον της Angelina που έκανε γιόγκα μαζί του σε όλο το ταξίδι, αφήνοντας στη Madonna το baby sitting των μικρών θηρίων της. Εκείνη όμως ήταν αφοσιωμένη να διαβάζει τα άπαντα της Καμπάλα έχοντας τον Guy να κυνηγάει σε όλο το αεροπλάνο τα εγγλέζικα τερατάκια που όργωναν τους διαδρόμους παίζοντας κυνηγητό με τα βιετναμεζάκια της φιλενάδας τους. Ο Trent κοίταζε τον Bono απέναντι, που κοιμόταν με το «Η Κριτική του Κόκκινου Βιβλίου» ανοιγμένη πάνω του και αναρωτιόταν τελικά «τι γυρεύω εγώ εδώ»;
Φτάνοντας όλοι έδειχναν πολύ ενθουσιασμένοι και έτοιμοι να αφοσιωθούν στην περίεργη εκπαίδευση που θα αναλάμβανε ο καθένας τους, εκτός από τον Trent που είχε πάθει πολιτισμικό σοκ μέσα στην έρημο, με τα λυόμενα οικήματα χωρίς κλιματισμό ή τρεχούμενο νερό και με τόσα μαύρα πρόσωπα γύρω του να τον κοιτάνε κατάματα.
Οι εθελοντές των οργανώσεων εξήγησαν στον καθένα διεξοδικά τι θα κάνει –μιας και εκείνοι δεν ενδιαφέρονταν για το θεαθήναι και τη φωτογράφηση αλλά για την πραγματική εμπλοκή των διάσημων στο έργο τους. Στον Trent έτυχε το θέμα του ελέγχου γεννήσεων –μιας και ήταν εκείνο με το περισσότερο εποπτικό υλικό και αναφορές σε μεθοδολογία. Το σίγουρο ήταν ότι ακόμα κι έτσι δεν ήταν εύκολο. Ο Trent θα υπέφερε για τη μόδα.
Φορώντας φυστικί κοντομάνικο Von Dutch, καφέ υφασμάτινο παντελόνι Scotch, ζώνη malboro classics από δέρμα πύθωνα, παπούτσια Alexander Mc Queen και ρολόι nautica ξεκίνησε να δείχνει σε εφήβους και ενήλικες το πρόγραμμα ελέγχου γεννήσεων, αν και δεν έβλεπε να υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: στα γνωστά πειράματα πρακτικής που δοκιμάζουν να φορέσουν το προφυλακτικό σε μπανάνες, οι λιμοκτονούντες Αφρικανοί τρώγανε τα φρούτα και φούσκωναν τα πολύχρωμα μπαλονάκια που μετά τα άφηναν να εκτοξευτούν στον αέρα κάνοντας θόρυβο πορδής.
Ο Trent είχε απογοητευτεί και περισσότερο ο φωτογράφος που δεν είχε μπορέσει να τραβήξει ούτε ένα στιγμιότυπο που να μην αποδεικνύει περίτρανα τη γελοιότητα των προσπαθειών του. Του πήρε δυο μέρες να πάρει το κολάι ο Trent αλλά την τρίτη μπήκε στην αίθουσα αποφασισμένος να τα κάνει όλα σωστά. Και μάλλον τα κατάφερε γιατί από τη σκηνή των ιθαγενών ακούγονταν επιφωνήματα τρόμου, θαυμασμού ή καμιά φορά και εκπλήξεως. Ο φωτογράφος επιτέλους κατάφερε να κάνει τη δουλειά του και το γκρουπ των διάσημων έφυγε τέσσερις μέρες μετά για την Ευρώπη.

Και πέρασε ακριβώς ένας χρόνος όταν το τηλέφωνο του Trent χτύπησε ξανά. Αυτή τη φορά ήταν ο υπεύθυνος του Κέντρου Στατιστικών Ερευνών του ΟΗΕ, Thomas Ediscard. Τελευταίες μετρήσεις είχαν δείξει ότι στην περιοχή της Matagorda, εκεί όπου πριν από 12 μήνες είχαν λάβει χώρα τα μαθήματά των διάσημων, ο αριθμός γεννήσεως είχε μειωθεί κατά 83%.
–Ήσασταν εσείς εκπαιδευτής εκεί κύριε King και θα θέλαμε να ξέρουμε αν είπατε κάτι ξεχωριστό από όσα αναφέρουμε στην καμπάνια μας, κάτι που θα μπορούσε να μας βοηθήσει να είμαστε πιο αποτελεσματικοί στο έργο μας.
-Ναι, η αλήθεια είναι ότι διαφοροποιήθηκα κάπως… Θυμάμαι τους έδειξα μερικές εικόνες από μεταλλαγμένα γεννητικά όργανα λόγω αφροδίσιων νοσημάτων, και τους είπα ότι ο μόνος τρόπος να μην γίνουν έτσι είναι να έχουν πάντα την ίδια σύντροφο και να συνευρίσκονται ερωτικά στην ίδια στάση.
-Η οποία στάση είναι...
-Το ιεραποστολικό φυσικά.
-Δεν τους κάνατε κάποια ιδιαίτερη μνεία στα προφυλακτικά;
-Χμ, ναι, κοιτάξτε τους είπα να τα χρησιμοποιούν αλλά ξέρετε πάντα χρειάζεται ένα κίνητρο, έτσι τους έκανα μια μικρή προσφορά: είπα αν μέσα σε ένα δίμηνο έχουν χρησιμοποιήσει 200 προφυλακτικά θα τους κάνω μια τηλεόραση δώρο.
Η γραμμή βουβάθηκε για λίγο.
-Δεν τους δωροδόκησα ακριβώς απλά επένδυσα στη βαρεμάρα τους. Είπατε οι γεννήσεις μειώθηκαν ε;
-...Συντριπτικά, ψέλλισε ο υπεύθυνος.
-Ε, γιατί να βασανίζεσαι με βαρετό και επιπλέον κουραστικό μέσα στην κάψα σεξ, όταν έχεις τηλεόραση;
Και ο Trent γέλασε με την επιτυχία του σκεπτικού του.
Ο υπεύθυνος προγράμματος έκλεισε το ακουστικό.
Κράτησε με τα χέρια του το πρόσωπό του πάνω απ΄ το γραφείο και αναλογίστηκε πόσα χρήματα από τα Κοινοτικά Πακέτα πήγαν σε άκαρπες προσπάθειες ελέγχου των γεννήσεων όλα αυτά τα χρόνια, όταν αυτό που χρειαζόταν ήταν μόνο μια τηλεοπτική οθόνη που θα γεννούσε δεκάδες ζευγάρια βαριεστημένων εραστών.

Τα επόμενα 40 χρόνια ο Thomas Ediscard αξιοποίησε την ιδέα του Trent σε μυστικά εργαστήρια με χρήση των φτηνότερων πειραματόζωων (των φτωχών της Αφρικής). Σήμερα η Ακαδημία τον τίμησε με το Νομπελ Βιολογίας για την δημιουργία του νέου εξελιγμένου είδους ανθρώπου, που λειτουργεί με τηλεκοντρόλ.