CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μέρες επετειακές -σχόλες και γιορτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μέρες επετειακές -σχόλες και γιορτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14.2.12

Αγίου Βλαμμεντίνου


εκδοχή 1
(η ιπποτική)

Ο έρωτας κι ο θάνατος
ίδιο σπαθί βαστούνε
κι οι δυο το ίδιο ξαφνικά
και ύπουλα χτυπούνε.

Τσ' αστροφεγγιάς το θαύμασμα
τσ' ανατολής τα ρόδα
τση δύσης το πανόραμα
στο πρόσωπο σου το 'δα.
(Χαϊνηδες)


εκδοχή 2 (του έμπειρου)
η αγάπη ειναι μια υπέροχη κακοτοπιά
όσοι βαλθηκαν να την εξερευνήσουν
δεν επέστρεψαν ποτέ - καλή τους ώρα
(Ανδρέας Εμπειρίκος)


εκδοχή 3 (του designer/Murray Mitchell)

(συνοπτικές διαδικασίες, ο διαφημιστικός χώρος και χρόνος κοστίζει)!


εκδοχή 4
(του Αγίου Βαλεντίνου)



(το σιροπιαστό κομματάκι ειναι το shhh των donora)


εκδοχή 5
(η δική μου)


(κι επειδή ξέρω πόσο τους θες, κοίτα να με αγαπάς,
βλαμμένο)!

1.1.12

Καλή Χρονιά!

ελπίζω η νέα χρονιά νας σας βρεί έτσι...


ή έστω έτσι (ξημέρωσε, πότε θα μαζευτείτε σπίτι, μπεκρήδες!)



σε κάθε περίπτωση, βουτηγμένους μέσα σε υπέροχα όνειρα!
2012 ευτυχισμένα όνειρα!

ΥΓ. Τα ονοματα των φωτογράφων αναγράφονται στα αρχεία των εικόνων.

30.12.11

Just like eleven...

Το χειρότερο που συνέβη – Χάσαμε τον Νίκο (εντάξει, και την Amy, αλλά ο Νίκος...)

Το καλύτερο που συνέβη – Η Μάργκω βρήκε τα πάντα -το mosaiko, τον Μάικ, το party animal μέσα της, τη χαρά της ζωής!

Η καλύτερη συναυλία που (δεν) είδα – Interpol (07.06.2011): ΟΚ, είναι φορμαλιστές, αλλά εμένα μου αρέσουν.

Οι καλύτερες πρόβες που είδα –Half gramme of SOMA (ε-ε-έρχεται και το live τους)

Η καλύτερη ταινία - Το Drive μακράν (και όχι μόνο για την πολυσυζητητημένη οδοντογλυφίδα του Gosling- έλεος κορίτσια, έλεος!)

Η καλύτερη τηλεοπτική σειρά – To αγγλικό Μisfits (αν και σ’ αυτή τη σεζόν το σενάριο μπάζει από παντού και άκρη δε βγάζεις)

Ατάκα της χρονιάς: «Τι το ψάχνεις; Όλοι μέσα στη νύχτα είμαστε!»

A capela της χρονιάς: black- out στο μαγαζί και να τραγουδάμε το just like heaven, που μόλις είχε κοπεί

29.12.11

Indieannασκόπηση 2011

Στο τέλος του Δεκέμβρη πάντα περιμένω με ανυπομονησία τις λίστες με τα καλύτερα κομμάτια ή δίσκους της χρονιάς. Φυσικά δε συμφωνώ με καμία, βρίζω τους συντάκτες (hipsters), μαλώνω με τους φίλους μου (άσχετοι), και καταλήγω να γράφω cd στους αγαπημένους μου djs για να παίζουν τα δικά μου κομμάτια (ψωνάρα)!
Και ειχα καιρό να ανεβάσω μουσική- όχι επειδη βαριέμαι αλλα επειδή πραγματικά δεν βρίσκω πια τόσο καλά κομμάτια που να αξίζει να χαραμίσω χρόνο για να τα «ανεβάσω» στο blog. Φέτος όμως είπα «άντε, να θυμηθουμε τα παλιά, μουσικές πρωτοχρονιές στον Αμμαζόνιο» κι έφτιαξα μια λίστα…

Η Βρετανία ήταν και φέτος Μεγάλη:
Yuck - Cousin Corona
Horrors - Still life
LCD Soundsystem – All I want
Kasabian – Days are forgotten
PJ Harvey – The glorious land

Τα κορίτσια δε μασάνε τα λόγια τους
Best Coast – When I’m with you
Bleached – Think of you
Dum dum girls – Coming down
Adele- Rolling in the deep
Florence + the machine – Shake it out

Ο νέος είναι ωραίος
Dead man’s bones – Lose your soul
Toro Y Moi – First date
Take kiss – This summer (demo)
The drums - Hard to love
Arrange – When ‘d you find me (Ricky eat acid remix)


Ο παλιός είναι αλλιώς!
Metronomy – The look
Snow Patrol – Called out in the dark
dEUS – Ghosts
Thermals - You changed my life
Real estate- It’ s real

Ηλιοβασιλέματα με γεύση λεμονίτα
Dakotafish - Midnight lemonade
Julia Stone – Catastrophe!
You & me – Tell me why
Le Yeti – The night
Desire – Under your spell

ΥΓ. 2-3 κομμάτια είναι περσινά αλλά δε θέλω σχόλιο: εδώ οι foster the people 3 χρόνια μετά θυμήθηκαν να ξανανέβουν στην κορυφή του billboard, θα το κάνουμε θέμα για ένα εξάμηνο;

ΥΓ2: Έλα, μην τεμπελιάζουμε, γραψτε κανενα κομμάτι στα σχόλια -μην πω καλύτερα φτιάξτε ενα δικό σας ΤΟΡ 5 :)

24.4.11

Πασχαλιά ή μήπως... Πας χάλια;

Νερό... Η λέξη Πάσχα προέρχεται από την αραμαϊκή pascha < εβραϊκή pesah, που σημαίνει "πέρασμα, διάβαση". Η λέξη περιέγραφε μια από τις πληγές κατά των Αιγυπτίων, όπου -σύμφωνα με τη βιβλική παράδοση- ο άγγελος προσπερνούσε τις πόρτες των Ιουδαίων, που ήταν βαμμένες με αίμα αρνιού και δε σκότωνε τα πρωτότοκα παιδιά τους. Η εορτή ταυτίστηκε με την ελπίδα και βρήκε τη θέση της μέσα στην Άνοιξη: την εποχή που τηρεί την υπόσχεση την ανάσταση της φύσης, μετά τον βαθύ, σαν θάνατο, ύπνο του Χειμώνα.

Αέρας... Από τότε έχουν περάσει 2000 χρόνια και κάτι ψιλά. Ο αυταρχικός Θεός αντικαταστάθηκε από διαλλακτικούς ανθρώπους, από την κοινωνία και τον πολιτισμό. Που παρότι πολεμούν τον συντηρητισμό και την τυφλή υπακοή που επιζητούν οι θρησκείες, κι αυτοί με τη σειρά τους απαιτούν την υπακοή μας. Ένα νέο, ανεξερεύνητο είδος τοξικότητας παραλύει τους πολίτες της Δύσης και είναι υπεύθυνο για την έξαρση που γνωρίζουν οι ψυχικές ασθένειες στην εποχή μας.
Στις μέρες μας, πιστεύουμε ότι είμαστε ελεύθεροι από την ψυχική καταπίεση, αφού δεν καταπονούμε το σώμα και την ψυχή μας με νηστείες, στερήσεις και απαγορεύσεις, προκειμένου να εκπληρώσουμε τις θεϊκές εντολές. Στερούμαστε, όμως, με αξιοθαύμαστη αυταπάρνηση, τον ελεύθερο χρόνο μας και νηστεύουμε ευλαβικά αξίες, γνώσεις και ιδεολογίες, για να ικανοποιήσουμε τις προσδοκίες της Κοινωνίας. Που η δική της εντολή διατάζει για μέγιστη επιτυχία και αναγνώριση, ανεξαρτήτου κόστους για το σώμα και την ψυχή. «ΟΚ, αλλά κι εγώ τι μπορώ να κάνω;»

Γη... Προσπάθησε να θυμάσαι ότι δεν είσαι «ελεύθερος» να επιλέξεις, όπως νομίζεις. Και μην συνηθίζεις και θεωρείς αυτονόητο τον καθημερινό πόνο που σου παρέχουν οι επιλογές που σου αφήνει. Το καλάθι της σύγχρονης κουλτούρας διαθέτει κυρίως πολιτική παρακμή, αξίες σαπουνόπερας, αποθέωση της κοινής γνώμης, πασαλείμματα εκλαϊκευμένης επιστήμης και μια καταναλωτική πανδαισία πανάκριβου τρόπου διαβίωσης και πανέμορφων ανθρώπων. Και, παρότι η Κοινωνία στηριζει τις μειονότητες με μια political- correct επηρμένη ρητορική, ναρκώνει την συντριπτική πλειοψηφία με «λάμψη» κι «ευκολία», δελεάζοντας την να ασπαστεί την κυρίαρχη ιδεολογία: να χαζεύουμε βιτρίνες, περιοδικά και τηλεόραση και να μην ξεστραβωνόμαστε να δούμε τίποτε άλλο.

Φωτιά... Αυτή την Ανάσταση , ένας φίλος πέρασε από αυτό τον κόσμο σε άλλο, μακρινό. Ξέμπλεξε από τις πληγές του Φαραώ, την κόλαση των άλλων και έλυσε το υπαρξιακό «να ζει κανείς ή να μη ζει». Όσοι μείναμε πίσω σκεφτόμαστε ποιο είναι το δικό μας καθημερινό «πάσχα» μέσα στη ζωή. Κι αν άραγε θα αποφασίσουμε να θυσιάσουμε τη βόλεψή μας και να βάψουμε με το αίμα της την πόρτα μας. Μπας και μας λυπηθεί ο άγγελος.

27.12.09

βρε, βρε, πώς πέρασε η χρονιά... - indieannaskopisi 2009

Δεν μου αρέσουν οι ανασκοπήσεις. Και συνηθως δε θυμάμαι και ποια τραγούδια ειναι της φετινης χρονιας και ποια παλαιότερα. Έτσι έλεγα να μην κανω λιστα απολογισμου -όπως παρατηρησα ότι κάνουν όλα τα μουσικα έντυπα και blogs (μερικοι μάλιστα κάνουν και ανασκοπηση όλης της πρώτης δεκαετιας του 21ου αι. -χαρα στην υπομονή τους να ανασκαλεύουν ράφια απ' το παρελθόν, κουράστηκα και μονο που το γράφω)!
Αλλά σήμερα έχει στην TV το High Fidelity. Και ποιος μουσικοφιλος δε μπαίνει στον πειρασμο να κάνει τα top-5 του, όταν δει αυτη την ταινία;
Ετσι αποφάσισα όσα κομμάτια μου άρεσαν φέτος να τα φτιάξω σε λίστες. Και δεν το περιμενα... βγήκαν πολλές! Θα ανεβάζω λιγες- λίγες, μέχρι την Πρωτοχρονιά...



ΛΙΣΤΑ 1: Τα χόρεψαν κι οι πέτρες (γι' αυτο και δε βάζω λινκ για download, θα τα έχετε όλοι)!
1. Black eyed peas – I gotta feeling
2. Katy Perry – Hot and cold

3. Empire of the sun- We are the people

4. Passion pit – Sleepyhead

5. Kings of Leon - Sex on fire


ΛΙΣΤΑ 2: Υπέροχο μακρύ καλοκαίρι
1. Solange – Sandcastle disco
2. Air france – June evenings

3. Au revoir Simone- All or nothing

4. Friendly fires- Paris (aeroplane mix)

5.
Bat for lashes – Daniel

ΛΙΣΤΑ 3: Γιατί παιδί μου βάζεις το δάχτυλο στην πρίζα;
1. Autokratz- stay the same
2. Marmaduke duke- Kid gloves
3. XX- Crystalized
4. Phantogram- When I’m small
5. Little dragon – Blinking pigs

ΛΙΣΤΑ 4: Πονάω αλλά μ’ αρέσει
1. Wavves – Vernim
2. Julian Plenty- Skyscraper
3. Horrors – Scarlet fields
4. Clinical trials – Polly got away
5. Crystal antlers – Andrew

ΛΙΣΤΑ 5: Χειροποίητα, ζεστά κι αφράτα
1. Johnny Foreigner – Absolute balance
2. Cymbal eat guitars – And the hazy sea
3. Vivian girls – Where do you run
4. Sunset rubdown – Apollo and the Buffalo and Anna Anna Anna oh
5. Ijen Martin – The earth is fun

ΛΙΣΤΑ 6:
Απαλή είναι η νυχτα
1. Alexandre Desplat – New moon (the meadow)
2. Jon Βrion – Little person *performed by Deanna Storey
3. St Vincent & National – Sleep all summer
4. Dente – Vieni a vivere
5. Atlas sound - Criminals

ΛΙΣΤΑ 7: Χωρίς συντηρητικά- όλη η γεύση
1. Temper trap – Rest
2. Portugal the man – People say
3. Eugene McGuinness – Fonz
4. Paul & the patients – Blogspot
5. Mother mother – Ghosting

25.10.09

ο κερδισμένος χρόνος

σήμερα μην ξεχάσετε να αλλάξετε τα ρολόγια σας και να τα πάτε μια ώρα πίσω:
έτσι έχετε μια ώρα παραπάνω για να διορθώσετε ό,τι πήγε στραβα χτες...

Εκείνη κοίταζε έξω από τη τζαμαρία, εκείνος μες στο μπαρ. Για ώρα. Εκείνοι δεν κοιτάχτηκαν στα μάτια ούτε στιγμή. Τα χέρια τους δεν αγγίζονταν, τα γόνατα μήτε, εκείνοι ήταν σαν ξένοι την ώρα αυτή.
Σαν πέρασε η μπόρα ΄φυγαν. Την πήγε σπίτι της. Κι αυτή κατέβηκε με μια ξερή "καληνύχτα". Εκείνος κοίταξε την ώρα. 4.15. Τελευταία Κυριακή του Οκτώβρη. Τα ρολόγια γυρνούν μια ώρα πίσω. Αν γύρναγε το ρολόι στις 3.15, αν μπορούσε να γύρναγε πίσω στο μαγαζί, που εκείνη κοίταγε έξω από το παράθυρο κι εκείνος μέσα στο μπαρ και κανείς δεν κοίταζε τον άλλο στα μάτια. Αν μπορούσε να ξαναζήσει τη στιγμή και να την έλεγε όσα αυτή περίμενε να ακούσει, να πάει απέναντι και να την αγκαλιάσει, να της χαμογελάσει και να της πει "σ΄αγαπάω ρε χαζό, ξεκόλλα, είμαστε μαζί κι όλα θα πάνε καλά".
Μα έμεινε εκεί να κοιτάζει το ρολόι του. Εκείνη ξεκλείδωσε την πόρτα και χάθηκε από μπρος του. Και τίποτα δεν έκανε. Ούτε το ρολόι γύριζε, ούτε τα λόγια του.
Κερδισμένος χρόνος είναι ο χρόνος που αξιοποιείς, που τον εκμεταλλεύεσαι προς όφελός σου. Κερδισμένος χρόνος είναι εκείνος που αγαπιέσαι κι αγαπάς. Κι εκείνος ένιωθε τόσο μόνος. Το ίδιο μόνος σα να μην είχε αλλάξει τίποτα. Κι ας έδειχνε η ώρα πια τρεις και δεκαεννιά και σαράντα δευτερόλεπτα Εκείνος τίποτα δεν κέρδισε εκείνο το βράδυ. Μόνο έχασε. Μόνο.

1.5.09

Πρωτομαγιά

Τα τελευταία χρόνια του Λυκείου τα πέρασα σε νησί. Μεγάλη πίκρα τους χειμώνες. Σαν μίκραιναν οι μέρες ήξερα πώς τίποτα δεν υπήρχε να αλλάξει την ζωή μου. Σχολείο- σπίτι- αγγλικά- σπίτι- τηλεόραση- φαντασιώσεις με τους ηθοποιούς στις αφίσες μου. Και μετά καληνύχτα. Και καλημέρα. Πάλι η ίδια μέρα. Και η ίδια νύχτα. Μέχρι να ‘ρθει το καλοκαίρι.
Απ' το Πάσχα και μετά, ως το καλοκαίρι, ερχόταν να μείνει μαζί μας η γιαγιά με τη θεία Αριστέα, τη μικρή αδερφή του πατέρα. Αυτές μέναν στο δωμάτιό μου κι εγώ μεταφερόμουν στην σοφίτα. Ηθελα ησυχία για τις τελικές εξετάσεις -τους έλεγα. Διάβαζα και τα βράδια ως αργά, τους έλεγα. Μα στο παράθυρο είχα δέσει ένα σκοινί. Κι από εκεί δραπέτευα τα βράδια. Το έσκαγα κι έμενε το φως μονάχο, αναμμένο.
Το σπίτι ήταν μακριά από την χώρα. Χωματόδρομος. Το φως στο δωμάτιο μου έδειχνε το δρόμο να γυρίσω.

Οι γονείς μου δεν το ΄ξεραν αυτό. Τίμιοι άνθρωποι- κοιμόνταν απ’ τις δέκα και παρτίδες δεν είχαν με τους χωριανούς. Μονάχα η θεία Αριστέα ήξερε. Δεν της είχα πει μα με είχε μυριστεί. Κυριολεκτικά. Μια μέρα μπήκε στη σοφίτα κάτι να δανειστεί και είπε «καπνίζεις»; «Όχι» ορκίστηκα. «Να αερίζεις τα ρούχα σου τότε», είπε, «μυρίζουν και θα καταλάβει η μάνα σου ότι ξεπορτίζεις τα βράδια».
Πολύ προχωρημένη η θεία. Η γιαγιά μου έλεγε στον πατέρα μου «τόσα λεφτά έχεις, τι την σπουδάζεις, 18 χρονών είναι πια, πότε θα παντρευτεί, στα 20 κανείς δε θα τη θέλει». Η θεία Αριστέα μου έκλεινε το μάτι –ήταν 36 και ανύπαντρη. Μα έδειχνε 60άρα, ήταν κοκαλιάρα, ξερακιανή και αλλόκοτη σαν την Πάττυ Σμιθ. «Αχ, ήντα να σε κάμουνε δα» έλεγε, «θα καταντήσεις σαν κι εμένα, γεροντοκόρη στέρφα» κι άναβε τσιγάρο κι ανέβαινε στο δωμάτιο που την περίμενε ο Μπατάιγ της.

Τα βράδια στο χωριό έπινα ποτά. Μου γύρναγαν τα άντερα αλλά γύρναγε και όλη μου η ζωή. Έφερνε δέκα σβούρες σε κάθε γουλιά. Στο γυρισμό ξερνούσα στα χωράφια και όταν πλησιαζα ξημέρωμα στο σπίτι, το φωτάκι μου περίμενε ανοιχτό. Έδειχνε το δρόμο στην αυγή που ακολουθούσε άλλη μια φωτεινή νύχτα.
«Καλημέρα» έλεγα στη θεία που κάπνιζε τυλιγμένη στο χίπικο σάλι της.
Κι εκείνη έγνεφε με τα δάχτυλα μαζεμένα γύρω από το τσιγάρο- σαν ευλογία Κυρίου περισσότερο παρά σαν «γεια χαρά».
Έκλεινα το φως και έπεφτα νεκρή για ύπνο. Ξύπναγα το επόμενο μεσημέρι. Κίτρινη απ’ το μεθύσι και χορτάτη από χαρές.
«Ανόρεχτο είναι το κοπέλι και ξενυχτισμένο» έλεγε η γιαγιά.
«Διαβάζει μάνα η Μαρίλια το βράδυ –εσύ κοιμάσαι μα εκείνη τη νύχτα που χει ησυχία διαβάζει για το σχολειό. Και το πρωί μονάχα σβήνει το φως και πέφτει για ύπνο, να ξεκουραστεί».
«Όφου Παναζία μου το κοπέλι, ήντα χει πάθει με το διάβασμα, όφου κι έχει κάνει φωτεινές και τσι νύχτες για να προλάβει» ξεφυσούσε η γιαγιά και σταυροκοπιώταν –που ήταν και πλούσιος ο πατέρας μου και παρόλα αυτά με χαλάλιζε στα βιβλία αντί σε έναν καλόν άντρα.

Και πέρασε το καλοκαίρι για άλλη μια χρονιά. Και μίκρυναν οι μέρες. Μεγάλωσαν οι νύχτες. Οι σκοτεινές. Και ήρθε ο χειμώνας. Και ήρθε η κλεισούρα. Και ήρθε η μοναξιά. Κι όλοι ζητούσαν δώρα απ’ τον Άη Βασίλη. Κι εγώ να πάρει μετάθεση ο πατέρας. Να πάρει μετάθεση σε μια πόλη, να φύγουμε απ’ το ερημονήσι πια.
Και μπήκε η νέα χρονιά και μπήκε ο Φλεβάρης και ύστερα η άνοιξη και ο Απρίλης και ο Μάης. Και έχουμε κάτσει στο περβόλι και φτιάχνουμε μαγιάτικο στεφάνι και η νύχτα πέφτει μενεξελιά και λέει τότε η γιαγιά «όφου πουλάκι μου και έρχεται πάλι το καλοκαίρι, όφου και θα αρχίσεις πάλι ν’ ανάβεις το φως τσι νύχτες να διαβάζεις. Όφου τσ' έρχονται πάλι οι νύχτες οι φωτεινές κακορίζικο» κι αναστέναξε σκασμένη η γιαγιά.
«Όφου το κακορίζικο μου» είπε κι η θεία και μάσησε ένα λουλούδι ανάμεσα στα δόντια της. Και μου χαμογέλασε.«Έρχονται τα Φώτα και ο Φωτισμός, τι χαρά μεγάλη κι ο ...»
«Ηντα λες ωρή, κουζουλάθηκες;» είπε η γιαγια.

Ξάπλωσα δίπλα στη θεία. Άρχισα να μαδάω μια μαργαρίτα. Γελώντας σαν χαζό!
Η συνενοχή είναι μεγάλη υποθεση...!

19.4.09

οβελίας αλά γκαράζ - indieannalog set #20

τα λινκ των τραγουδιών ειναι στα σχόλια

Γη...
animals- bury my body. Η ημέρα του Πάσχα είναι μια ημέρα αγάπης για όλα τα πλάσματα της Φύσης -πλην των ζώων του αγροκτήματος. Λέγεται πως ο λόγος που συγκεκριμένες θυσίες έχουν συνδεθεί με συγκεκριμένες εποχές (σφάζουμε αρνιά- κατσίκια την Άνοιξη, κόβουμε τα Έλατα τον χειμώνα) γίνεται για πρακτικούς λόγους (εν προκειμένω είναι η εποχή που τα εν λόγω ζώα γεννοβολάνε σαν τρελά). Κι αν ο κύριος Burton παρότι ένα εκ των "ζώων" την έχει δει Χριστιανικά (bury my body cause I'm gonna live with God), ΟΚ, θα σε θάψουμε, αφού σε ξεκοκαλίσουμε πρώτα χρυσό μου!

Φωτιά... Swampmeat - Sister Mary. Δεν μπορώ να καταλάβω τι είδους κρέας έχουν αυτοί, τους συναντά πάντως προς Philadelphia μεριά όπου κυκλοφορούν ντυμένοι ως geeks που κατοικούν σε πόλη φάντασμα του Φαρ Ουέστ. Τους βρίσκω αρκετά γευστικούς παρότι είναι από τις φορές που καλύτερα να ακούς, παρά να (τους) βλέπεις!

Αέρας... Τι να σου κάνει και το τσοπανόσκυλο όταν έχει να τα βάλει με μια ολόκληρη παρέλαση λύκων; Mando Diao - Sheepdog & Wolf parade - We built another world

Νερό... Mountain Goats - Autoclave. Αγριοκάτσικα. Στην Κρήτη τα λεγόμενα Κρι- Κρι. Άντε πιάσ' τα! Μήπως εγώ θα μπορούσα να έχω εκείνο το μπιφτέκι που παράγγειλα;

Άντε, καλό Πάσχα!

18.4.09

Holy smoke (part II)

(για να διαβάσετε το α μέρος, πατήστε εδώ)

Το βράδυ της Ανάστασης μπήκα στην εκκλησιά περίλυπος και το μόνο που μου έφτιαχνε τη διάθεση ήταν ότι θα γλίτωνα για λίγο απ’ τη μάνα μου: θα πήγαινε στον γυναικωνίτη. Όσο βρισκόταν κοντά μου γινόταν επιτακτικότερη η ανάγκη νικοτίνης.
Με τον πατέρα πήγαμε στον απέναντι διάδρομο. Τα στασίδια ήταν όλα πιασμένα εκτός από ένα. Έκατσα εκεί αλλά ο Σάββας της Ευανθίας μου έκανε νόημα να φύγω «μη στάξει το καντήλι». Γύρισα και το είδα να κρέμεται από πάνω μου. Χαμογέλασα συγκαταβατικά αλλά δεν κούνησα ρούπι. Έψαχνα με τα μάτια τα ξαδέρφια μου –αυτά θα είχαν σίγουρα πάνω τους τσιγάρα. Ήταν όμως νωρίς ακόμα. Οι Αθηναίοι έρχονταν στην Ανάσταση δυο λεπτά πριν πει το «Χριστός Ανέστη». Έμεινα να κοιτάω το τέμπλο.
Η εκκλησία είναι παλιά, του 1800κάτι. Στην κορυφή πάνω απ’ το ιερό στέκεται ο Εσταυρωμένος κι από κάτω μια νεκροκεφαλή με δυο κοκάλα χιαστί. Παλιά μου θύμιζε σημαία πειρατών και έφτιαχνα διάφορες ιστορίες για το πώς βρέθηκαν οι κουρσάροι σ’ αυτή τη βουνοκορφή (ούτε με τον κατακλυσμό του Νώε δε θα έφτανε πλοίο εδώ πάνω). Εκείνη τη νύχτα όμως η νεκροκεφαλή έβγαζε καπνούς από τις κόχες, ενώ από κάτω της δυο τσιγάρα άφιλτρα, λευκά και χοντρά σα μπουρούδες, έκαιγαν αργά και βασανιστικά. «Ωχ...» αναστέναξα, σαν για να ανασάνω, «πώς θα περάσω κι αυτή τη νύχτα άκαπνος».
Εκείνη την ώρα ο παπα-Γιάννης, με το θυμιατήρι στο χέρι, άρχισε να περνά απ’ τους διαδρόμους ψέλνοντας. Θυμήθηκα ξάφνου τη μάνα μου, μια νύχτα που έκραζε τον πατέρα «σβήνε το καλά τουλάχιστον το λιβανιστήρι (το τσιγάρο έλεγε λιβανιστήρι), μου κάπνισες όλες τις κουρτίνες πάλι». Το όραμα του τσιγάρου να σιγοκαίει στο τασάκι, ένα κεράκι καταφρονεμένο που σβήνει αργά, μαρτυρικά, ένα κεράκι ταπεινό που καίγεται για να λιώσουν τα δικά μας βάσανα, με οδήγησε σχεδόν να γονατίσω την ώρα που πέρναγε ο πάτερ. Εισέπνεα μανιωδώς, μαυρίζοντας τα πνευμόνια μου με τον άγιο καπνό (απ’ το ολότελα, καλό και το λιβάνισμα), όταν κάτι μου κοπάνησε το κεφάλι.
«Σήκω τρισκατάρατε, δεν κάνουμε δεήσεις ακόμα, όρθιοι όταν περνάω».
Και σαν σηκώθηκα είδα τη μάνα μου από απέναντι να δαγκώνει τη γροθιά της, «αχ, θα σε λιώσω βρομόπαιδο, ρεζίλι μας έκανες πάλι».
Ο δε πατέρας, από φόβο μην τον πάρει κι αυτόν η μπάλα, «να τηράς τη μάνα σ’» μου είπε. «Να κάθεσαι σαν κάθεται, να στέκεσαι σαν στέκει».
Έτσι κι έκανα. Κάθισα μόλις κάθισε και σηκώθηκα αστραπιαία σαν σηκώθηκε. Μόνο που όπως πετάχτηκα απότομα κουτούλησα στο καντήλι πάνω απ’ το στασίδι και -όπως ειχε προβλέψει ο Σάββας της Ευανθίας- έγινα σα λαδωμένος ποντικός. Και το καλύτερο; Όλοι οι άλλοι κάθονταν και με κοιτούσαν. Γιατί απλά η μητερούλα δεν είχε σηκωθεί λόγω του εκκλησιαστικού τυπικού. Απλά ήθελε να δει καλύτερα κάποια που έθαβε με τη διπλανή της!

Ευτυχώς εκείνη τη στιγμή έσβησαν τα φωτά και ο τραγόπαπας είπε το «δεύτε λάβετε φως».
Έβγαλα το σακάκι και έσκυψα το κεφάλι για να σκουπίσω τα μαλλιά μου απ’ τα λάδια. Και τότε μπήκε η Μαργαρίτα. Δεν την είδα, αλλά την άκουσα. Τα μποτάκια της χτυπούσαν με μίσος το πάτωμα, λες και ήταν μαλωμένη με κάθε ψηφίδα του μωσαϊκού της εκκλησιάς. Δεν κοντοστάθηκε στα καντηλέρια ν’ ανάψει ένα κερί για βοήθειά της, ούτε στα εικονίσματα να προσκυνήσει. Απλά προχώρησε μουρτζούφλικα προς τον γυναικωνίτη, ακολουθώντας στα τυφλά τη μάνα της.
Προχώρησα μπροστά σαν υπνωτισμένος και κρύφτηκα πίσω από ένα ξυλόγλυπτο θρόνο –μάλλον προοριζόταν για κανένα Αρχιδιάκο, γιατί κανείς δεν καθόταν εκεί. Δίπλα μου ακριβώς ήταν ο Ξενοφών, μαζί με τους δυο αρχαίους ψάλτες του χωριού. Ο Ξενοφών ήταν εγγονός του ενός απ’ αυτούς και πήγαινε κι εκείνος σχολείο στα Γιάννενα. Μόνο που δεν βλεπόμαστε συχνά, γιατί αφενός εκείνος δεν ερχόταν στο Τεχνικό αλλά πήγαινε για Φιλολογία, αφετέρου στις ελεύθερες ώρες του -που έλεγε ότι τις περνάει στο Ωδείο Βυζαντινής Μουσικής- ξόδευε το βδομαδιάτικό του με Ουκρανές. Εγώ ούτε φράγκα είχα, ούτε καμιά καούρα να γαμήσω αλλοδαπές, ούτε και παθολογική λατρεία για το σκόρδο–απ’ το οποίο φαινόταν να είχε φάει τόνους εκείνο το βράδυ κι έζεχνε ακόμα και ο ιδρώτας του από δαύτο.
Σιγά- σιγά άναψαν όλες οι λαμπάδες και το πρόσωπο της Μαργαρίτας έλαμπε σαν άστρο μέσα στο σκοτάδι των μαλλιών της. Την κοιτούσα μισοκρυμμένος πίσω απ’ το θρόνο κι όταν γύρναγε προς τη μεριά μου τραβιόμουν πίσω απ’ την ξύλινη πλάτη του. Πόσο ήθελα να τη φιλήσω. Εκείνη τη νύχτα και όλες τις νύχτες της ζωής μου –από όταν άρχισα να καταλαβαίνω τις διαφορές των φύλων. Πολλά κορίτσια είχα γνωρίσει στα Γιάννενα, όμορφα, ροδαλά, ζωηρά. Αλλά εκείνη είχε κάτι που δεν είχαν οι άλλες. Η Μαργαρίτα ήταν διαφορετική. Ήταν πάντα μουτρωμένη. Σα να ήταν θυμωμένη μ’ όλο τον κόσμο. Κι εγώ όποτε την έβλεπα έτσι συνοφρυωμένη ήθελα να τη γαργαλήσω, να της πω αστεία, να την κάνω να γελάσει, να την δω ευτυχισμένη. Όπως με έκανε κι εκείνη και μόνο που υπήρχε.
Έβγαλα ξανά το κεφάλι μου πίσω από το θρόνο μα καθηλώθηκα εκεί. Με κοίταζε! Όχι, δεν είχε πέσει το βλέμμα της πάνω μου όπως τίναζε τα μαλλιά της, με κοίταζε κανονικά. Και –ω, Θεέ!- χαμογέλαγε. Μια λάμψη εκτυφλωτική άστραψε ξάφνου στο χώρο, θέρμη με διαπέρασε και ένιωσα ένα καυτό βέλος να διαπερνά το θώρακα, στο ύψος της καρδιάς.
«Ο έρωτας» μουρμούρισα, «ο έρωτας».
«Ο Φώντας» άκουσα τότε να φωνάζει ο νεωκόρος, «ο Φώντας».
Και τότε το πρόσεξα: η λαμπάδα του Ξενοφώντα δίπλα μου είχε... λαμπαδιάσει. Μάλλον δεν είχε κάψει καλά το φυτίλι, ποιος ξέρει, πάντως έβγαζε μια φλόγα της ίδιας της Κολάσεως, μια παλάμη ύψος! Το κερί έπεφτε σαν καυτή βροχή πάνω στο χέρι του. Έκανα να του πάρω τη λαμπάδα αλλά δεν πρόλαβα. Η Μαργαρίτα έσπευσε χαμογελαστή και του πρόσφερε τη δική της. Μ’ αυτόν χαμογελούσε τόση ώρα λοιπόν. Αυτόν δίπλα μου κοίταζε, όχι εμένα. Και του χάιδεψε και το χέρι πάνω στην ανταλλαγή! Ε, μα πόσα πια πλήγματα σε ένα βράδυ. Πόσα να αντέξω ο άνθρωπος; Πλέον θα χάριζα την ψυχή μου στο Διάβολο για ένα τσιγάρο.
Βγήκα οργισμένος έξω κι έπεσα πάνω στον Μάκη και τον Λάκη, τα ξαδέρφια μου.
«Ένα τσιγάρο ρε παιδιά, ένα τσιγάρο» ικέτεψα καθώς τους ακολουθούσα πίσω απ’ το ιερό για να ρίξουμε τα βαρελότα.
Τα δυο βλαμμένα πρωτευουσιανάκια κοιτάχτηκαν και είπαν «τι δίνεις για ένα τσιγάρο».
Στην κατάσταση που ήμουν θα τους έδινα από ένα «μπουκέτο» αλλά είπα να μην κολαστώ άλλο άγια μέρα.
«Ό,τι θέτε ρε παιδιά, μόνο δώστε μου ένα».
Αυτά ξανακοιτάχτηκαν. «Ό,τι θέλουμε»;
«Ναι». Με γκάστρωσαν πια.
Ρίξανε ένα συνωμοτικό βλέμμα ο ένας στον άλλο. «Έχουμε δυο εκθέσεις ο καθένας να γράψουμε μέσα στις διακοπές. Τι λες, θα τις προλάβεις απουσιολόγε»;
Α, ρε μάνα, «αριστούχο» με ανέβαζες, «σημαιοφόρο» με κατέβαζες, μ’ έκαψες με τα κοκορέματά σου Πασχαλιάτικα.
«Μια για τον καθένα» είπα.
«Δύο ακατέβατες».
Η νύχτα ήταν δύσκολη, δεν είχα κουράγιο για παζαρέματα. Έγνεψα «ναι» και άπλωσα το χέρι. Εκείνοι έβγαλαν δυο πακέτα και μου πρόσφεραν ταυτοχρόνως από δυο διαφορετικές μάρκες. Πήρα ένα κι ένα και τ’ άναψα και τα δυο απ’ τη λαμπάδα μου. Έκανα διπλές τζούρες και με τα σεκλέτια που είχα ένιωθα σαν τον Κούρκουλο στη σκηνή εκείνη που χορεύει γύρω απ’ τις φλόγες της παλιάς του ζωής. Αντί για το «Χριστός Ανέστη» άκουγα το Στράτο απ’ το γραμμόφωνο να τραγουδάει «η ζωή, η ζωή εδώ τελειώνει, σβήνει το καντήλι μου». Τα βεγγαλικά που πέταγαν τα ξαδέρφια μου σκίζανε το νυχτερινό ουρανό κι άνοιγαν πόρτες για την ψυχή «που σαν χελιδόνι, έφευγε απ’ τα χείλη μου». Μα πάνω που ήμουν έτοιμος να μεταλλάξω το βηματισμό μου σε ζεμπεκιά, το παραθυράκι του ιερού άνοιξε και ο τραγόπαπας έβγαλε το κεφάλι του.
«Ούστ από δω συφοριασμένα, μη σας ρίξω κανέναν αφορισμό πασχαλιάτικα»!
Βάλαμε μια τρεχάλα και βγήκαμε στην μπροστινή αυλή. Μα εκεί έπεσα πάνω στη μάνα μου που μ’ έψαχνε σαν δε με είδε μέσα. Το ένα τσιγάρο μου έπεσε απ’ το στόμα. Το άλλο το έκρυψα μέσα στη φωλιά της παλάμης μου.
«Μην κουνήσεις ρούπι» μου είπε.
Μπήκε και βγήκε σέρνοντας έξω τον πατέρα μου άρον- άρον. Αυτοί μπροστά, εγώ από πίσω κι η μάνα μου να ψέλνει, να ψέλνει, να ψέλνει. Να απειλεί ότι θα μου κόψει τα Γιάννενα, θα μου κόψει κι όλως διόλου το σχολείο, ότι θα με κλειδώσει στην αποθήκη , ότι, ότι, ότι...
Φτάνοντας στο σπίτι φόρτωσε τη λαμπάδα της στον πατέρα κι άνοιξε την τσάντα για να βρει τα κλειδιά της εξώπορτας. Μα εκείνη την ώρα μέσα σ’ όλη την άπνοια ένα στιγμιαίο αεράκι έσβησε τα κεριά. Κοιτάξαμε στο δρόμο, όσοι μας ακολουθούσαν έπαθαν το ίδιο.
«Συμφορά» φώναξε η μάνα μου «να μην προλάβουμε να κάνουμε το σταυρό στην πόρτα, να μη μπει τ΄αγιο φως στο σπίτι μας, ποιος μας καταράστηκε να πάθουμε τέτοιο κακό, ποιος».
«Όφου» και «όφου» ξεφυσούσε η μάνα και ο πατέρας την κοιτούσε χωρίς να ξέρει τι να πει.
Και τότε έβγαλα το τσιγάρο που σιγόκαιγε στην παλάμη μου κι έκανα μια ρουφηξιά. Η καύτρα έλαμψε. «Κάνε πέρα» της είπα. Και με τον καπνό που ανέβαινε ήσυχα στον ουρανό έκανα έναν αχνό σταυρό στην πόρτα.
«Με τ’ άγιο φως τ’ άναψες βρε αναθεματισμένο; Με τ’ άγιο φως βλάστημε; Είσαι παιδί μου εσύ; Είσαι σπλάχνο μου;».
«Ελένη», είπε τότε ο πατέρας, «ο Θεός τον διάλεξε να φέρει αυτός το άγιο φως στο σπίτι μας και τούτος το φέρε. Πιο άξιος από εμάς κι απ’ όλους μέσα στο χωριό».
«Λάμπρο, εσύ μη μιλάς γιατί... άντε, τι να σου πω, που ζέχνεις απ’ τα τσίπουρα κι έχεις και τη γιορτή σου. Άντε...». Κι άνοιξε να μπούμε.
Ο πατέρας την άφησε να περάσει και μόλις ξεμάκρυνε λίγο μου 'πιασε το χέρι κι έφερε το τσιγάρο στο στόμα του. Έκανε μια βιαστική τζούρα. «Μπα, ψόφιο πράμα, Αθηναίικο...» είπε απογοητευμένος και μπήκε μέσα.

16.4.09

Holy smoke (part I)

Όταν έφτασα στην άκρη του κόσμου (στο χωριό μου δηλαδή) ήταν νύχτα Μ. Πέμπτης. Λύκοι και τσακάλια ούρλιαζαν γύρω απ’ το βουνό, αλλά αυτό δε με έσκιαζε. Το μόνο που με έκανε να τρέμω ήταν μήπως φαίνονταν τα οκτώ τσιγάρα που είχα κρύψει στο στρίφωμα του παντελονιού. Τα ίχνη του πακέτου χάθηκαν κάπου στα Γιάννενα, γιατί αν το έβλεπε η μάνα μου η Σταύρωση θα γινόταν στη Στράτσιανη αντί στο Γολγοθά.
Την πρώτη φορά που μ’ έπιασε να καπνίζω πίσω απ’ το αλώνι του Αρσένη με περιέλαβε μ’ ένα καμτσίκι και με γύρισε βουρδουλίζοντας σπίτι. Όταν το παράπτωμα επαναλήφθηκε μου έκοψε το βδομαδιάτικο μέχρι το τέλος του σχολικού έτους (πράξη εντελώς ανώφελη γιατί έτσι κι αλλιώς από τράκες κάπνιζα, δεν αγόραζα πακέτα).
Ευτυχώς την επόμενη χρονιά τα πράγματα βελτιώθηκαν: ξέφυγα από τον στενό έλεγχο της. Τους έλεγαν οι καθηγητές ότι χαντακώνομαι στο χωριό, πως το μυαλό μου κόβει και πρέπει ν’ αρχίσω φροντιστήριο, να χτυπήσω βαθμό στις Πανελλήνιες. Είδαν κι οι γονέοι πως δεν άξιζαν τα χρήματα και η ταλαιπωρία να πηγαινοέρχομαι κάθε μέρα με ταξί στο Λύκειο της Κόνιτσας και πήραν τη μεγάλη απόφαση: μ’ έστειλαν να μείνω στα Γιάννενα. Μου νοίκιασαν ένα υπόγειο δυο τετράγωνα μακριά απ’ το σχολείο και κάθε βδομάδα με επισκεπτόταν εναλλάξ με το έμβασμα. Κι εγώ άρχισα να ζω φοιτητική ζωή στα δεκαεφτά. Ώσπου ήρθαν οι διακοπές του Πάσχα κι αναγκάστηκα να επιστρέψω στο χωριό.
Βγαίνοντας απ’ το ταξί έμεινα για λίγο ακίνητος, ίσα για να βεβαιωθώ ότι το αριστερό μπατζάκι βαραίνει και άρα τα τσιγάρα μου είναι ακόμα εκεί. Ήξερα ότι ο κρυμμένος θησαυρός δε θα με έσωζε για πολύ, αλλά είχα σχέδιο κατα νου. Υπολόγιζα ότι τη Μ. Παρασκευή η μάνα θα με ξύπναγε αξημέρωτα να κατέβουμε Κόνιτσα για το ρίφι (κάτι που γινόταν παραδοσιακά, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου). Ο πατέρας κλασικά θα βαριόταν, εγώ θα κουτούλαγα απ’ τη νύστα, αλλά δε θα τη γλιτώναμε –εκτός αν δεχόταν να σουβλιστεί κάποιος απ’ τους δυο μας τη μέρα της Λαμπρής, παραχωρώντας και τα αντεράκια του για το απαραίτητο κοκορέτσι. Αυτή τη φορά η πατροπαράδοτη αγγαρεία της μεταφοράς του οβελία φάνταζε θεόσταλτο δώρο: με λίγη καλή τύχη θα βούταγα κανένα φράγκο απ’ το πορτοφόλι της και, όσο ο πατέρας θα παζάρευε στη στάνη του Μήτρου, εγώ θα έτρεχα στου Σταύρου και θα στούμπωνα κάθε τσέπη, πιέτα και σουρίτσα των ρούχων μου με χύμα καπνό. Ευκαιρία ήταν μέσα στις διακοπές, που βαριόμουν του θανατά, να μάθω να στρίβω. Με αυτή την αισιόδοξη σκέψη πέρασα το βράδυ της Μ. Πέμπτης απολαμβάνοντας το φως των άστρων και τους ιριδισμούς των καύτρων απ’ τα τελευταία τσιγάρα μου.
Το επόμενο πρωί δε μπορούσα να γυρίσω απ’ τη μια πλευρά. Η χαραμάδα στο παράθυρο, που είχα αφήσει ανοιχτό για να ξεκαπνίσει το δωμάτιο, ήταν αρκετή για να πλευριτωθώ. Μα αυτό δεν ήταν το μόνο άσχημο της ημέρας. Το χειρότερο ήταν πως ο ήλιος είχε ανατείλει. Κακός, πολύ κακός οιωνός: γιατί δε με ξύπνησε από νωρίς η μάνα; Συνέβη κάτι;
Σηκώθηκα βαρύς και περπάτησα σαν Κούρος κορδωτός, με τον λαιμό καμαρωτό λες και μου τον είχαν μπήξει στο σβέρκο. «Ιδού άλλη μια απ’ τις βλαβερές συνέπειες του καπνού: η ψύξις» μουρμούρισα με ύφος ειδήμονα, αλλά δεν είχα κουράγιο να γελάσω με το χάλι μου.
Μόλις εμφανίστηκα στην κουζίνα η μάνα μου απόρησε:
«Τι μούτρα είναι αυτά; Πώς είσαι έτσι, σαν τη Μ. Παρασκευή»!
«Γιατί; Μ. Παρασκευή είναι σήμερα, σκέφτεσαι τίποτα πιο ταιριαστό»; απάντησα μουτρωμένος.
«Αχ, καημένη ‘Λένη!» συλλυπήθηκε τον εαυτό της. «Αλλά τι περίμενα, ν’ ακούσω κι ευχαριστώ που πήγα κι έφερα το κατσίκι με τον θειο Θόδωρα για να σ’ αφήσω να κοιμηθείς μια φορά».
Και άνοιξε τα χέρια στον κανακάρη της, περιμένοντας προφανώς να τρέξω να την αγκαλιάσω.
Όπως και έκανα. Μόνο κλαίγοντας.
«Έλα, σώπα» μου χάιδευε την πλάτη εκείνη, «το άξιζες να ξεκουραστείς, τόσο διάβασμα, τόσα ξενύχτια για τους βαθμούς. Έλα, μην κλαις τόσο απ’ τη χαρά σου, τι θα κάνεις δηλαδή στο γάμο σου»;
Ποιο γάμο
ρε μάνα, ποια χαρά; Με μαύρο δάκρυ έκλαιγα που έβλεπα ξαφνικά τον οβελία να στέκεται ολόρθος μπροστά στο νεροχύτη και να με κοιτάει απλανώς. Έβλεπα την Κόνιτσα να χάνεται μακριά, σαν νέφος χιμαιρικό, σαν τον καπνό απ’ τα δυο εφεδρικά τσιγάρα μου που θυσιάστηκαν στο βωμό του καφέ.
Πέρασα όλη την υπόλοιπη Μ. Παρασκευή χαρμάνης. Ανέβηκα μια βόλτα στο βουνό, να ξεχαστώ στον καθαρό αέρα. Αλλά από ψηλά το χωριό έμοιαζε φτιαγμένο από σπιρτόκουτα κι οι καμινάδες κάπνιζαν σαν πούρα. Προς το απόγευμα τα νεύρα μου είχαν γίνει φυτίλια. Στον Επιτάφιο κούναγα το κερί διαρκώς πέρα- δώθε, λες και είχα Πάρκινσον. Στο σπίτι έτρωγα τα νύχια, τις πέτσες, τα χείλια μου και εκλιπαρούσα τον Πανάγαθο, άγιες μέρες που ήταν, να κάνει ένα θαύμα και να βρέξει τσιγάρα. Αλλά δεν.
Και ξημέρωσε η τελευταία εργάσιμη, πριν τις αργίες του Πάσχα. Το Μ.Σάββατο το πρωί θα πέθαινα για ένα τσιγάρο. Το Μ.Σάββατο το βράδυ θα σκότωνα για ένα τσιγάρο...


(συνέχεια και τέλος το Μ. Σάββατο)!

8.3.09

πολιτισμός vs ενστίκτων - indieannalog set #16

τα λινκ των τραγουδιών ειναι στα σχόλια

Γη... Βρίσκω την καθιέρωση Παγκόσμιων Ημερών μια απ' τις πιο ηλίθιες εφευρέσεις όλων των εποχών. Αισθάνομαι σχεδον προσβεβλημένη που πρέπει να υπάρχει μια ημέρα για να θυμόμαστε τον έρωτα, τις γυναικες, τις μαμάδες, το AIDS ή ακόμα και τον πλανητη μας. Προσβεβλημένη όχι ως "γυναίκα" αλλά ως άνθρωπος που βλέπει να γιορτάζουμε τα στερεότυπα και τους κοινωνικους εγκλεισμους σε κατηγορίες. Janis Joplin- Move over (η Janis δεν ήταν ούτε άντρας, ούτε γυναικα, ήταν και τα δυο μαζι και μάλιστα πιο άντρας από όσους ξέρω και σιγουρα πιο γυναικα από πολλές- και αυτο το καταλαβαινεις από ένα άλαθητο στοιχειο- από το πώς ένας άνθρωπος μπαίνει στον έρωτα και τον θάνατο. Κι εκεινη έμπαινε με θάρρος. Και αφηνόταν ολοκληρη)

Φωτιά... Στα Όσκαρ ο σεναριογράφος του Milk (ένας κούκλος gay που δεν συγκράτησα το όνομά του) βγήκε να παραλάβει το αγαλματάκι και θεώρησε την βραβευση μια νίκη για την "κοινοτητα"- "αν μας αποδέχεται η Ακαδημία, θα μας αποδεχτει και η Εκκλησία- αδελφια μου ο Θεος μας αγαπάει". Μου ήρθε να τσιριξω εκεινη την ώρα, για την πλυση εγκεφάλου του Καθολικισμού στην αμερικανική νεολαία, για τον τρόπο που η θρησκεια ως τηλεχειριστήριο των ενστικτων πιστευει ότι μπορει να σου πατάει το pause στα πάθη και να σε κρατάει σε μια διαρκή αναμονή- ούτε μπρος, ούτε πίσω, στη μέση, στο πουθενά, χωρις νόημα, στο τίποτα. Απλα γιατι δεν εισαι όπως η μάζα! Karen O - Backass (το αγοροκόριτσο των Yeah Yeah Yeahs δεν τραβάει το ίδιο κουπί με το κοριτσάγορο Antony Hagerty, γιατι για κάποιο λόγο το να εισαι αγοροκόριτσο ειναι μια χαρά αποδεκτό - όπως μας διδαξε και η Birkin στα 70ς- αλλά να είσαι άνδρας θηλυπρεπής χμ, αυτό είναι σοβαρό παραπτωμα. Και μετά μιλάμε για...ισότητα ε;)

Νερό... Στην ψυχολογία διάβαζα για τα "τρία κυμματα" που περιγράφουν τις κοινωνικές και άρα τις, συνακολουθα επηρεαζόμενες, ψυχολογικές μας δομές: πρώτο ήταν το συντηριτικό, των οικογενειών του παρελθοντος μας- καθορισμένοι ρόλοι, το κάθε φύλο ήξερε τη θέση του, πώς, πού και πότε υποτάσσεται στο άλλο. Στα μέσα των 70ς ως και το 2000 σηκωνεται το δευτερο κύμα: της επαναστασης- οι ρολοι δεν ειναι πλέον ορισμένοι, οι άντρες γινονται πιο γυναικες, οι γυναικες αρρενοποιούνται στον επαγγελματικο στιβο, η κάθε μέρα ειναι μια μάχη επικράτησης. Ειναι το κύμα της συγκρουσης, της φθοράς, των διαζυγίων. Και πλέον προσπαθούμε να περάσουμε στο τρίτο κύμα, αυτο της σύνθεσης: οι ρόλοι δεν ειναι καθορισμένοι και fix για όλους αλλα τους καθοριζεις και τους προσδιορίζεις σε σχέση με το ποιον έχεις απεναντι. Οι ρόλοι φτιάχνονται για να δουλεψει σωστά η σχέση σου, η ομάδα στην εργασία. Ειναι ρευστοί, επιδέχονται αλλαγές και μπορούμε να ειμαστε ό,τι θέλουμε πια- στο βαθμο που αφηνουμε και τον άλλο να ειναι αυτο που θέλει να είναι. Πώς αλλιως αφου αγαπιούνται οι άνθρωποι- θα έλεγε ο Ελύτης. Πώς αλλιως αφού θα κατασπαραζε ο ένας τον άλλο μωρο μου- λέω εγώ! :) Hole- Violet (η Courtney Love, η γυναικα -αράχνη της show-biz που εκανε την Madonna να μοιαζει με κοριτσι του παρθεναγωγείου και έχει "πάρει" τα πιο κουλ αγόρια της υφηλίου -James Moreland. Kurt Cobain, Mickey Rourke, Edward Norton, και πια και τον Billy Corgan- έχει δηλώσει πώς "I'm not a woman, I'm a force of nature". Αυτο ξαναπέστο...!)

Αέρας... Πάντα ήθελα να ειμαι αγόρι, μου αρέσουν πολυ τα αγόρια, το σώμα τους, τα ρούχα τους, το στυλ τους. Επειδη βεβαια θα ήμουν μάλλον πιο άσχημο αγόρι απ' ότι κοριτσι, η φυση προνοησε και με έφτιαξε στο σωστό σώμα. Και τελευταια συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο πώς σε αυτή τη ζωή ειναι καλύτερα να εισαι γυναικα. Και παρότι δεν παθαινω συχνά κρίσης ανωτερότητας, τελευταια όλο και πιο συχνα πιάνω τον εαυτο μου να λυπάται τους άνδρες. Γιατι ειναι ευνουχισμένοι από τον πολιτισμό. Γιατι ως "δυνατο" φύλο τους έχουν πεισει ότι πρέπει να ειναι "έτσι" και όχι "αλλιώς" και καταπιέζονται μια ζωή να μπουν στο καλούπι που τους έβαλαν. Γιατι δεν έχουν προσωπικά όνειρα παρα μόνο κοινωνικα -και αν έχουν απλα δεν τα κυνηγούν. Αυτη την Hμέρα της Γυναικας εγώ σκέφτομαι όλους τους άντρες που ξέρω- ξαδέρφια, φίλους, εραστές και συναδέλφους- και εύχομαι τις υπολοιπες 364 ημέρες του χρονου- που δεν ...γιορταζουμε εμεις- να γιορτάζετε εσεις. Γιατι αγόρια, ειστε πολυ λυπημένα τελευταία. Πολυ καταπιεσμένα. Και σας θαυμάζουμε και σας αγαπάμε πολυ για να σας βλέπουμε σε αυτα τα χάλια... (το Hardly wait της PJ Harvey σε εκπληκτική εκτέλεση της Juliette Lewis -δειτε και την live performance της στην ταινία Strange Days της Kathleen Bigelow)

15.2.09

Love is a state not a date, Monsieur Valentine - indieannalog #13

τα link των τραγουδιών είναι στα σχόλια- και παραδόξως παιζουν όλα! : Ρ

Adam Sandler – Grow old with you & Beatles – When I’m sixty –four . Έτσι ξεκινάνε όλα. Ξανθιές Bibi-Bo και γαλανομάτηδες John -John, αγόρι –κορίτσι (ή και αγόρι- αγόρι, κορίτσι –κορίτσι, αν θέλει η Barbie να τα φτιάξει με την Bibi Bo και ο John John με τον Tom Tom, δε θα τα χαλάσουμε εκεί τώρα!), χαζά ραβασάκια στο σχολείο «Κίτσος say to Κρυστάλλω, do you μ΄ απατάς με άλλο” και ξαφνικά ξυπνάς ένα πρωί, είσαι ερωτευμένος με ένα χάρτινο αγόρι που δεν θα αγγίξεις ποτέ αλλά και πιστεύεις ακράδαντα ότι αυτός θα είναι ο πρώτος και ο τελευταίος σου έρωτας και θα γεράσετε μαζί!


(στα 9 μου ερωτεύτηκα σφόδρα τον John Taylor και ήμουν σίγουρη ότι θα με περιμένει να μεγαλώσω για να με παντρευτεί!)

Μετά προσαρμόζεσαι στην σχολική πραγματικότητα, ψάχνεις να βρεις τον σωσία του σε κάτι χειροπιαστό -διότι καλός ο ιδεαλισμός αλλά δε σε ζεσταίνει τα βράδια- κι εκεί που τον έχεις για plan B σε παίρνει η μπάλα, ο Άλλος γίνεται τα πάντα, κάνει τα μαγικά του κι εσύ κοιτάς με το στόμα ανοιχτό «αχ, με τη μουσικότητα φυσάς τη μύτη σου, μωρό μου», γενικώς επικρατεί ένα το χάσιμο και τριγυρνάς στους δρόμους με το σπινθηροβόλο βλέμμα της αγελάδος. Cure - Just like heaven

(στα 16 με έχει καταστρέψει ο Gas Van Sant και το my own private Idaho, ο Keanu γίνεται το σοφιστικέ αντικείμενο του πόθου- οι φίλες τότε έβλεπαν 21 Jumpstreet και ήθελαν «τον «φλώρο, τον Johnny Depp»- που να ξέραμε ότι στα 40 τους ο σοφιστικέ θα είχε γίνει ο Depp και ο φλώρος ο Reeves)!

Μετά περνάνε τα χρόνια, περνάν’ οι σύντροφοι, αποκτάς μια κεκτημένη τεχνογνωσία, έχεις το προσωπικό σου know how των σχέσεων, ξέρεις ποιος σου κάνει και ποιος όχι και αρχίζεις να διαλέγεις τα θύματα με την αλάνθαστη τακτική του Μαγιακόβσκι «τριγυρνώντας στους δρόμους ως τα βαθιά χαράματα/ τρέμοντας από φρίκη μήπως και σε έφεραν στον κόσμο αυτόν/ μόνο και μόνο για να σε αγαπήσω»? Bon Jovi - Born to be my baby

(στα 21 τρώω την μεγάλη κατραπακιά: όχι, δεν τον θέλουμε απλά ωραίο, τον θέλουμε μορφωμένο και ψαγμένο, φυσικό και …μεταφυσικό -σαν τον πράκτορα Mulder –που μεταξύ μας, δεν ήταν και κανένας ξενέρωτος, σε κλινική αποτοξίνωσης από το σεξ μπήκε προσφάτως ο Duchovny!)

Αλλά εκεί στα 27 συνειδητοποιείς ότι εσύ έχεις το know how, όμως το σύστημα δε δουλεύει όπως το ήθελες, το ερωτικό σύστημα δυσλειτουργεί με μια κανονικότητα (που το κάνει σχεδόν λειτουργικό), στηριζόμενο στον Μερφικο Νόμο: «όταν θέλω δε με θέλεις/ κι όταν θέλεις δε σε θέλω/ να κι εγώ – δε θα σε θέλω/ για να θέλεις όταν θέλω»! Με λίγα λόγια εσύ διαλέγεις, παίρνεις φόρα και ετοιμάζεσαι για σύγκρουση πάνω σε αυτόν που θες. Τώρα τι θα απομείνει στο τέλος, μη με ρωτάς. Πάντως δε μαθαίνεις! «Τουλάχιστον δεκαπέντε φορές ερωτεύτηκα -ως το θάνατο» που λέει και ο Δημάκης. Έτσι κι εγώ, μόλις κόλλησα τα κομμάτια μου και ετοιμάζομαι για την επομένη ιδανική πρόσκρουση στο σώμα που επιθυμώ. dEUS - Ideal crash

(στα 33 σκέφτεσαι τι να τους κάνεις τους μικρούς, αχ, να ‘βρισκες έναν Tim Robbins, όλα τα έχει, ιντελεκτουέλ είναι, πολιτικοποιημένος είναι, ακτιβιστής, αλτρουιστής, σοβαρός, πιστός στη Susan είναι, γλυκός, σέξι, ψηλός - σκέφτεστε κάτι καλύτερο; Εγώ είμαι υπέρ τις κλωνοποίησης σε τέτοιες περιπτώσεις)!

«Και όταν μιλάς για “έρωτα” τι εννοείς;» είχες ρωτήσει κάποια στιγμή μια φίλη. «Τον έρωτα στην αρχή, όταν όλα είναι έντονα και ζωηρά ή στα τελειώματα, με εκείνο το απίστευτο, βίαιο πάθος; Και τα ενδιάμεσα; Όλη η ζωή ενδιάμεσα τι είναι; Είναι “έρωτας”; Έρωτας είναι όπως τον λένε οι white stripes, κάτι που σου έρχεται κατακούτελα τη στιγμή που δεν το περιμένεις, που γκαζώνει τις αισθήσεις σου και χάνεις το νου σου, κάτι που διαρκεί περίπου όσο ένα τραγούδι και όταν τελειώσει συνεχίζεις να χορεύεις με την ανάμνηση του στην αιωνιότητα. White Stripes – Fell in love with a girl

(δεν πάω πια αρκετά συχνά γυμναστήριο απ’ όταν είδα την σύζυγο του Hugh Jackman- μα γιατί να ταλαιπωρούμαι να μείνω αδύνατη όταν αυτή είναι υπέρβαρη και έχει τον sexiest man alive πλάι της?) Άντε κόρες, και στα δικά μας!

28.12.08

Μην μου το dj set τάραττε - Indieannaσκόπηση 2008

Δεδομένου ότι παρακάτω κυκλοφορεί κάθε καρυδιάς καρύδι (από άποψη μουσικής κατηγοριοποίησης), η συμβουλή είναι να τα ακούσετε με τη σειρά που τα έχω, για να αποφύγετε το πολιτισμικό σοκ –μην μου το dj set τάραττε!

ΥΓ. Vain, παρά την φιλότιμη προσπάθεια, πάλι «σκοτεινό» βγήκε το compilation, όσο και να προσπάθησα να το κάνω μέσα στην τρελή χαρά (άσε, δεν το χω με την προσποίηση)…


01. Calibrated crematorium – Can we still hang out (γιατί πώς θα πάει καλά το νέο έτος αν δεν ρίξουμε ένα lo- fi ξόρκι της προηγούμενης χρονιάς)?
02. Larry Gus – Girl, you ‘re no failure (ο τύπος ξέρει από handmade electronica και η Ελλάδα κορδώνεται που βγάζει τέτοιους μουσικούς)
03. Caribou – Sandy (το έλιωσα τον περασμένο χειμώνα και μακράν η καλύτερη συναυλία της χρονιάς –χωρίς να υποτιμώ και των Yo La Tengo φυσικά!)
04. MGMT – Kids (όλα έχουν ειπωθεί πριν από αυτούς, αλλά τούτοι κάνουν καλές συνόψεις)
05. Grates – Carve your name (η μπάντα με την χαρισματική front- woman, που ξύπνησε ξανά την Αυστραλία)
06.
Black kids – Hit the heartbreaks (πήραν εκδίκηση για την Αμερική φέτος, παίζοντας την καλύτερη ...«αγγλική» μουσική)

07. Passion Pit – Cuddle Fuddle (μελωδίες και στυλ στο multi- mulinex, το Ε.Ρ τους ήταν σαν να ρούφαγες κόκα με τα αφτιά)!
08. Leon Jean Marie – Bed of nails (ο μαύρος με την λευκή φωνή)
09. Sam Sparro – Black & Gold (ο λευκός με το μαύρο feeling)
10. Booka shade – Control me (όταν οι Depeche των '80ς συνάντησαν τα '00s)
11. LCD Sound system – Big Ideas (electric feel)
12. Beck – Youthless (ο παλιός, καλός loser παίζει με τα μπιμπλίκια του)
13. dEUS – Favorite game (δεν μπορώ να αντισταθώ στον εθιστικό ρυθμό τους ούτε στον υποδόριο αισθησιασμό της φωνής του Barman –είμαι groupie, το παραδέχομαι)!
14. Foals – Red sock pugie (εκπληκτικοί στίχοι, εθιστική μουσική, μακράν το πιο κ--λ-τικό κομμάτι του 2008)
15. Kaiser Chiefs – Never miss a beat (για την performance τους στο MTV.gr, που μας έκανε να νιωσουμε 15χρονα ξανα)
16. Team Waterpolo – So called summer (power pop, τσίτα γκάζια, δώσε και σ’ εμένα μπάρμπα –όποτε ακούω τέτοια μουσική καταλαβαίνω πόσο γέρασα- μα πού τη βρίσκουν τόση ενέργεια;)
17. Ting Tings – Great DJ (το κομμάτι που χόρεψα δεκάδες φορές μέσα στο ΜΕΤΡΟ ξεχνώντας εντελώς ότι δίπλα μου έχει κόσμο)
18. Teitur – Catherine the waitress (το Prozac του 2008)!
19. Kooks – No longer (η pop στα κυκλοθυμικά της)
20. Feist – I feel it all (δεν είναι τόσο που ξέρει να τραγουδάει αυτό το κορίτσι, όσο που ξέρει να χορεύει)!
21. Broken social scene presents Brendan Cunning – Something for all of us (αν δε μου θυμιζαν και το Half Nelson να παθαινω καταθλιψη όταν τους ακουω, τι καλά...)
22. Notwist – Boneless (από τους καλύτερους δισκους της χρονιάς)
23. Doug Burr – In the garden (ελαφρώς ληγμένο –είναι απ’ τα μέσα του 2007- αλλά στοίχειωνε όλο το 2008)
24. Bon Iver – Skinny love (όταν αντί να αυτοκτονήσεις για ένα χωρισμό κάνεις μουσική –και τι μουσική…)
25. Cat Power – Metal heart (είπα να μη βάλω καταθλιπτικά σε αυτό το compilation, αλλά είναι κομματάρα)

Όχι δεν ξέχασα τους Fleet Foxes, Last Shadow Puppets, Animal Collective, Of Montreal ή τους TV on the radio -απλα δε άρεσε τιποτα δικο τους φέτος. Επίσης δεν ξέχασα την δισκάρα των Coldplay, των Portishead ή του Doug Walker -αλλά αυτά θα τα έχετε ακούσει και στο ραδιόφωνο φαντάζομαι.

24.12.08

Η αλήθεια για τα αστέρια και το φεγγάρι

Στο βαθύ μπλε της νύχτας του Πόλου. Περπατούν. Δε μιλούν. Έχει τα χάλια του. Πάλι. Όπως κάθε βράδυ. Μα όταν πλησιάζουν οι γιορτές –καλή ώρα όπως τώρα- είναι χειρότερα. Σκέφτεται πως πρέπει να μοιράσει τα δώρα. Πως πρέπει να δείχνει ευτυχισμένος. Ενώ δεν είναι. Όλα δεν.
Σταματούν κάπου. Στο πουθενά δηλαδή (γιατί οι Πόλοι έτσι είναι, δεν έχουν σημεία αναφοράς, ένα λευκό τοπίο, μόνο αυτό). Βγάζει το φλασκί από την τσέπη του και τον κοιτάει.
-Ω, όχι! Όχι!
-Έλα! Πήγαινε μια φορά κι εσύ.
-Είμαι αδέξιος, δε θα τα καταφέρω.
-Ναθαν, δε θες να γίνεις στιφάδο Πρωτοχρονιάτικα υποθέτω.
Τον κοιτάει. Με απόγνωση. Με οίκτο. Με αγάπη. Σάμπως καταλαβαίνει κι αυτός; Πιάνει το φλασκί και σφυρίζει στους Τάρανδους.
Οι Τάρανδοι γενικώς είναι οκνηρά ζώα, αλλά όταν τους φωνάζει το αφεντικό τους -ή έστω, ο βοηθός του αφεντικού τους- τρέχουν. Όποια ώρα και να ’ναι. Έτσι κι εκείνο το βράδυ, δίνουν μια και πετούν στον ουρανό. Σχηματίζουν μια σκάλα με τα κέρατά τους.
Ο Νάθαν ανεβαίνει χοροπηδηχτά –δεν χοροπηδάει από τη χαρά του: απλά ο Νάθαν είναι κουνέλι. Μ’ ένα τιρμπουσόν ανοίγει μια τρυπούλα στο νυχτικό της νύχτας και γρήγορα- γρήγορα χώνει το φλασκί από κάτω της. Χρυσό, ζεστό υγρό γλιστράει μες στη φιάλη. Κι όταν γεμίζει κλείνει γρήγορα την τρύπα του ουρανού με ένα κυπαρισσόμηλο.

-Είδες, δεν ήταν και τόσο δύσκολο, του λέει ο «μεγάλος» όταν κατεβαίνει.
-Ήταν, αλλά προσπαθώ να μην το κάνω να φαίνεται σα θυσία, λέει ο Νάθαν.
(Ξέρω ότι ακόμα δε μπορείτε να το πιστέψετε, αλλά υπάρχουν κουνέλια στους Πόλους. Απλά επειδή είναι άσπρα μασκάρονται θαυμάσια απ’ το λευκό του χιονιού. Κι έτσι κανείς ποτέ δεν τα έχει δει).
Κάθονται οκλαδόν στο χιόνι. Κοιτούν το μαύρο του ουρανού. Αμίλητοι πάλι. Για ώρα. Ο Νάθαν δεν αντέχει τη σιωπή. Τον χτυπάει στα κοκάλα σαν την υγρασία. Του τρυπάει τη γούνα, το δέρμα. Εισχωρεί μέσα του και τον παγώνει. Ο χειμώνας των Πόλων δεν είναι τίποτα μπροστά στη βουβαμάρα.
Γέρνει πίσω κι ακουμπάει τα πόδια του αφεντικού του. Παίζει αφηρημένα με το ένα του αυτί και σκέφτεται να στείλει ένα γράμμα στην Greenpeace, να ζητήσει να απαγορευτεί η χρήση του ανκορά (ω, πόσα ξαδερφάκια του τα ξυρίζουν με την ψιλή τώρα το χειμώνα για να έχουν οι πολιτισμένοι χνουδωτά πουλόβερ). Μα ξαφνικά... Βρέχει;


-Δεν είναι τίποτα. Το χιόνι που είχε κρυσταλλώσει στις βλεφαρίδες μου λιώνει απ’ τη θέρμη του ποτού, δικαιολογείται εκείνος.
Που ποιον προσπαθούσε να πείσει; Κάθε βράδυ τα ίδια. Το ίδιο κλάμα με άλλη δικαιολογία. 364 μέρες το χρόνο. Και μόνο την Πρωτοχρονιά δεν έκλαιγε –δεν είχε καιρό: έπρεπε να μοιράσει τα δώρα σ’ όλα τα παιδιά του κόσμου. Καθόλου χρόνος για ομφαλοσκοπήσεις και καταθλίψεις. Αλλά ήταν μόνο μια μέρα. Τις υπόλοιπες έκλαιγε. Με μαύρο δάκρυ που τρύπαγε τον άσπρο πάγο του σπιτιού του. Έσταζε κι έφτιαχνε μια τεράστια μαύρη τρύπα. Κάθε βράδυ έπεφτε εκεί μέσα και κάθε πρωί ο Νάθαν τον τράβαγε στην επιφάνεια σιχτιρίζοντας (γιατί ναι, βρίζουν και στις καλύτερες κουνελο-οικογένειες).
Μα εκείνος δεν του μίλαγε. Η μύτη του κόκκινη. Κατακόκκινη απ’ το ποτό της νοσταλγίας που στράγγιζε κάθε βράδυ απ’ τον Άδη των αναμνήσεων.
-Έφτασε πάλι ο καιρός.
-Το ξέρω, αναστέναξε ο Νάθαν
-Φέτος θα της στείλω το δώρο με πιγκουΐνο.
-Και καλά θα κάνεις. Εγώ δεν ξαναπάω –πέρσι δεν εννοούσε να καταλάβει ότι είμαι ο αγγελιοφόρος και με έχωσε στο κρεβάτι της σαν λούτρινο ζωάκι.
-Και πάλι τυχερός είσαι, τη γλίτωσες μ’ ένα χάδι. Θυμάσαι πρόπερσι με την αρκούδα, που την πήρε για χαλί; Αλλά εντάξει, τότε ακόμα ήταν πολύ θυμωμένη μαζί μου.
-Ωχ πια, ως πότε θα την δικαιολογείς; Δέξου το: είναι μια εγωίστρια που τη νοιάζει μόνο η καλοπέρασή της και απορώ γιατί ακόμα επιμένεις.
-Κι εγώ απορώ γιατί ακόμα επιμένω να σου εξηγώ ότι την αγαπώ, αφού δεν το καταλαβαίνεις...
-Μάλιστα. Δεν το καταλαβαίνω. Ξέρεις τι καταλαβαίνω; Ότι αυτή είναι τελείως διαφορετική από εμάς. Από ‘σένα. Τόσο... τι να πω;
-Τόσο έξω απ’ τον κόσμο αυτόν. Μα όχι από τον δικό μας –αυτό είναι που δεν καταλαβαίνεις. Έξω από τον δικό της. Απλά δεν το έχει καταλάβει ακόμη.
-Η γνώμη μου πάντως είναι να μην ασχοληθείς άλλο.
-Η δική μου είναι να της στείλω το δώρο με πιγκουΐνο. Έχεις κανέναν έμπιστο;

Πήραν φύλλο πάγου κι έφτιαξαν το κουτί. Για να μην είναι διάφανο χάραξαν επάνω του σχέδια κι έπειτα το γέμισαν χιονονιφάδες. Τις πιο ντελικάτες, τις πιο χνουδωτές, τις πιο λαμπερές χιονονιφάδες. Κορδέλα έκοψαν λίγη απ’ το Βόρειο Σέλας (χιλιόμετρα χιλιόμετρων η ουρά του, δυο μέτρα δε θα του ’λειπαν). Αλλά περιτύλιγμα;
-Φλούδα ελάτου, πρότεινε ο Νάθαν. Ή σελοφάν από σαλάχι; Ψάθα από μουστάκια φώκιας;
Μα εκείνος τον κοίταξε πολύ σοβαρά. Και τότε ο μικρός κατάλαβε.
-Α, όχι! Όχι! Σ’ αγαπάω, σ’ εκτιμάω αλλά όχι αυτό δεν το κάνω. Τελευταία προσφορά: γουνίτσα απ’ την κοιλιά μου.
Μα όχι, εκείνος άλλο επιθυμούσε. Και κοίταξε τον Νάθαν ικετευτικά.
-Ό-Χ-Ι! Θα έκανα τα πάντα για ‘σένα, αλλά όχι αυτό!
-Έλα Νάθαν... Μια χάρη ακόμα. Μόνο μια... Τελευταία. Δε μπορώ στην κατάστασή μου να σκαρφαλώσω εκεί πάνω. Θα καταρρεύσω. Θα πέσω και θα σκοτωθώ και μετά θα λες ότι το έκανα για να σου χαλάσω την Πρωτοχρονιά.
Και ο Ναθαν υποχώρησε. Πήρε το ψαλίδι του, φώναξε ξανά τους τάρανδους και το έκανε…

Εκείνο το βράδυ που ο πιγκουΐνος πήγε σπίτι της, η Χριστίνα του άνοιξε με τα ροδαλά της μάγουλα να καίνε από ευτυχία. Ένας πελώριος τύπος στεκόταν πλάι της. Για την ακρίβεια ήταν παντού γύρω της, την τύλιγε στα χέρια του που ’σφιγγαν σαν πλοκάμια το κορμί της. -Delivery από Βόρειο Πόλο. Θα μου υπογράψετε εδώ;
Μα εκείνη δεν πρόλαβε να μιλήσει. Ο φίλος της πήρε το πακέτο μέσα από τα χέρια του πιγκουΐνου.
-Ευχαριστούμε, αλλά έχουμε κόσμο.
Κι έσπρωξε να κλείσει την πόρτα.
-Ναι, μόνο που ο Νάθαν μου είπε να το ανοίξετε απαλά και να μου δώσετε πίσω το περιτύλιγμα γιατί...
-Είπα: έχουμε κόσμο, μη μας καθυστερείς!
-Μα κύριε, όχι, περιμένετε, ο Νάθαν…και ο πιγκουΐνος πήγε να μπει για να τραβήξει το περιτύλιγμα.
Μα ο τύπος τον έπιασε απ’ το γιακά του σμόκιν και τον σήκωσε ψηλά –και επειδή φαινόταν σαν σμόκιν, μα στην πραγματικότητα ήταν το τρίχωμά του, ο καημένος ο πιγκουΐνος έκρωξε απ’ τον πόνο.
-Καλά, κύριε. Φεύγω. Αλλά μήπως θα μπορούσατε να μας ταχυδρομήσετε το περιτύλ…
Μπαμ. Η πόρτα έκλεισε με κρότο στα μούτρα του.

-Και δηλαδή δεν πήρες πίσω το περιτύλιγμα; Συμφορά μου! Συμφορά για όλη την ανθρωπότητα... κλαψούριζε ο Νάθαν.
-Και δηλαδή δε σε ρώτησε για μένα. Αν ζω, αν πέθανα; Κλαψούρισε κι ο «μεγάλος».-Προφανώς αφού της έστειλες δώρο θα υπέθεσε ότι ζεις αφεντικό, απάντησε εκνευρισμένος ο Νάθαν κι άρχισε να κόβει βόλτες πάνω- κάτω στο χιόνι.
-Έχεις πολύ άγχος τελευταία μικρέ. Νομίζω ότι χρειάζεσαι διακοπές. Δεν πας να δεις την οικογένειά σου; Του πρότεινε τότε εκείνος.
-Να πάω στην οικογένειά μου; Επανέλαβε ο Nάθαν, σχεδόν προσβεβλημένος. Με διώχνεις; Εμένα; Που μόνο εμένα έχεις δηλαδή, με διώχνεις;
-Δε σε διώχνω. Αλλά αφού θα φύγω κι εγώ σήμερα, τι να κάτσεις να κάνεις εδώ μόνος;
-Που θα φύγεις να πας;
-Στη δουλειά θα πάω και θα γυρίσω μετά, στο υπόσχομαι. Αλλά τώρα θέλω να μείνω λίγο μόνος.
Μόνος. Με τους 9 Τάρανδους, τα 2.067.895.678 δώρα και τα άλλα τόσα γράμματα. Μόνος με τα δισεκατομμύρια διευθύνσεων μέσα στο κεφάλι του, το φλασκί στην τσέπη και το έλκηθρο «πειραγμένο», να τρέχει τρελά.
-Ξέρω τι θέλεις. Σε παρακαλώ, μην το κάνεις.
-Δεν ξέρεις.
-Ξέρω. Θες να τρέξεις κοντά της. Να της πεις ότι δε μπορείς άλλο έτσι. Να την ικετέψεις να γείρει στην αγκαλιά σου. Για μια μόνο φορά. Ξανά. Ελπίζεις το πνεύμα των ημερών να την κάνει να υποχωρήσει για μια νύχτα. Αλλά πρέπει να θυμηθείς. Να θυμηθείς καλά, όχι επιλεκτικά. Τι κάνεις τώρα; Θυμάσαι αυτήν αλλά ξεχνάς τις επιθυμίες της. Η Χριστίνα δεν ήθελε ένα γκρινιάρικο μωρό. Ήθελε έναν άντρα και τον βρήκε. Σε ξεπέρασε. Σε ξέχασε. Άσ’ την κι εσύ. Έχει φύγει μα πρέπει κι εσύ να την αφήσεις να φύγει από μέσα σου. Δώσ’ της εξιτήριο απ’ τη μνήμη σου.
-Ωραία λοιπόν! Να μείνω εδώ. Να επιβεβαιώσω τις political- correct φήμες για το άτομό μου. Για το χοντρό καλοκάγαθο γεροντάκι, που ζει σε μια αιώνια ευτυχία και κάθε χρόνο μοιράζει δώρα στα παιδιά...
-Δεν είσαι χοντρός. Ούτε γέρος. Ούτε και τόσο καλός είναι η αλήθεια.
-Το ξέρω.
-Είσαι όμως ξεχωριστός. Απλά δεν ξέρω σε τι σε βοηθάει αυτό. Εσένα και όλους τους υπόλοιπους γύρω σου.
Και ο Νάθαν σηκώθηκε. Κι έφυγε για το σπίτι του, όπως του το είχε ζητήσει. Πήρε κι εκείνος τον κόκκινο σκούφο του. Και ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι.

Έκανε λιγότερη ώρα από άλλες χρονιές. Πολιτείες ολόκληρες είχαν εξαφανιστεί στα Βαλκάνια και στην Ανατολή και του έμενε αρκετός χρόνος μέχρι να ξημερώσει. Αποφάσισε λοιπόν να περάσει από το σπίτι της. Μόνο να τη δει να κοιμάται. Έστω και στην αγκαλιά ενός άλλου. Ήθελε τόσο να τη δει. Μα σαν έφτασε στο παράθυρό της έτριψε τα μάτια του. Οι χιονονιφάδες που της είχε στείλει ήταν κολλημένες στο τζάμι. Του άνοιξαν μόλις τον είδαν.
-Μα τι έγινε; Δεν παραδώσατε το μήνυμα;
-Μόλις ο μαντράχαλός της άνοιξε το κουτί πεταχτήκαμε έξω και αρχίσαμε τον παγωμένο χορό μας. Σκορπίσαμε στο σαλόνι και λαμπυρίσαμε με όλη μας την παγωμένη φλόγα κάτω απ’ τα φώτα. Μα παρότι την τυλίξαμε και την αγγίξαμε, παρότι προσπαθήσαμε να λιώσουμε πάνω της, να μπούμε κάτω από τα ρούχα της και να την κάνουμε να νιώσει βαθιά μέσα της την ευχή σου «να ζήσει τόσες στιγμές ευτυχίας, όσες οι χιονονιφάδες που πέφτουν κάθε Χριστούγεννα στη Γη», δε γινόταν τίποτα…
-…Με τα καλοριφέρ να καίνε κι ένα τζάκι να μας βγάζει την πύρινη γλώσσα του κοροϊδευτικά –ω, ήταν απ’ τις πιο ταπεινωτικές στιγμές της ζωής μας, μουρμούρισε η πιο μικρή κι ευαίσθητη νιφάδα. Δε γινόταν να λιώσουμε. Δε γινόταν όσο και να πιεζόμασταν. Αυτή ήταν πιο παγωμένη από εμάς.
-Θέλετε να σας πάρω πίσω; Ρώτησε εκείνος καταπίνοντας ένα λυγμό.
-Μπα, τα φώτα της πόλης είναι μαγευτικά! Θα μείνουμε εδώ. Μια ζωή μικρή που μας μένει θα τη ζήσουμε χρωματιστή, μες στα λαμπιόνια των γιορτών!
Κι εκείνος έφυγε. Μόνος όπως πήγε. Και πιο μόνος –αν αυτό είναι εφικτό. Φώναζε στους Τάρανδους να τρέξουν γρήγορα. Πιο γρήγορα απ’ τις αστραπές. Πιο γρήγορα απ’ τον άνεμο, που έσκιζε στα δυο τα σύννεφα. Κι εκείνοι έτρεχαν. Κι εκείνος τραγούδαγε το I want you- του έλιωναν την ύπαρξη αυτοι οι στίχοι αλλά ήταν ό,τι ακριβώς χρειαζόταν. Κάτι που να του λέει ότι «δεν είσαι ο μόνος που τα παθαίνει αυτά, κοίτα, έχουν γράψει τραγούδια για 'σένα. Μη νιώθεις τόσο μόνος. Κι άλλοι το ίδιο μόνοι αισθάνονται απόψε».
Και πράγματι αφουγκράστηκε μέσα στη νύχτα και άκουσε έναν αναστεναγμό. Κι άκουσε κι άλλον. Κι άλλον. Κι έπειτα ένα κλαψούρισμα. «Ω, όχι Θεέ μου, όχι...»
Μα αυτή ήταν η φωνή του Νάθαν. Θα την αναγνώριζε ακόμα κι αν την άκουγε από άλλο πλανήτη!
-Γρήγορα! Πιο γρήγορα! Διέταξε αυτή τη φορά τους Τάρανδους. Δεν έβλεπε μπροστά του απ’ την αγωνία για τον φίλο του. Κι όταν έφτασε κάρφωσε το έλκηθρο με δύναμη στο χιόνι και το παράτησε εκεί.. Έτρεξε κοντά του.
Ο κούνελος ήταν πεσμένος μπρούμυτα, ανάμεσα σε δεκάδες άλλα κουνελάκια, κι έκλαιγε.

-Τι έγινε; Τι πάθατε; Πες μου. Έπεσες; Χτύπησες; Τι;...
Μα ο κούνελος μόνο έκλαιγε.

Τι έγινε εκείνο το βράδυ; Ενώ εκείνος είχε φύγει εγωιστικότατα, ακολουθώντας για ακόμα μια φορά το ένστικτό του (που δεν τον είχε βοηθήσει και ποτέ ως τότε), ο καημένος ο Νάθαν γύρισε απ’ το οικογενειακό τραπέζι μαζί με όλα τα αδερφάκια του -που ήταν άπειρα: η μαμά τους γεννοβολούσε σαν κουνέλα. Τα έβαλε το ένα πάνω στο άλλο και σκαρφάλωσε στην κορυφή της αδερφοκουνελόσκαλας προσπαθώντας με το βελόνι του να μπαλώσει το φουστάνι της νύχτας.
Γιατί ναι, όταν ο εκείνος του ζήτησε να κόψει ένα κομμάτι του νυχτερινού ουρανού για να το κάνουν περιτύλιγμα στο δώρο της Χριστίνας, του υποσχέθηκε ότι θα το έφερναν πίσω να το ξαναράψει. Μα ο άξεστος που έσερνε μαζί της η Χριστίνα το είχε σκίσει. Κι αυτή η τρύπα δεν ήταν τόσο μικρή όσο του τιρμπουσόν. Κι όσο κι αν τράβηξε από δω, αν σούρωσε από κει, δεν μπόρεσε να την κλείσει.
-Όλη νύχτα προσπαθούσα, όλη νύχτα. Έβαλα όλη μου την τέχνη, μα κοίτα. Είμαι τόσο αδέξιος, ω, τόσο αδέξιος...
Εκείνος κοίταξε τον ουρανό.
Μια τρύπα φωτεινή και ολοστρόγγυλη έχασκε μέσα στο σκοτάδι. Και γύρω της χιλιάδες φωτάκια, απ’ τα τρυπήματα της βελόνας του Νάθαν.
-Κλαις γι’ αυτό;
-Πες μου ότι έχεις ένα κυπαρισσόμηλο. Ένα μεγάλο κυπαρισσόμηλο να τη βουλώσουμε. Τι θ’ απογίνει ο κόσμος με τόσο φως μέσα στη νύχτα.
Κι εκείνος χαμογέλασε. Χρόνια προσπαθούσε να τον κάνει να γελάσει ο Νάθαν, μα μόνο εκείνη τη νύχτα χαμογέλασε. Πήρε τον κούνελο αγκαλιά. Τον κράτησε με αγάπη.
-Μια νύχτα είναι. Άσ’ το να φέγγει. Μόνο για σήμερα. Κι αύριο βλέπουμε. Κι έμειναν να το κοιτούν έτσι μαζί για ώρες. Και για μέρες. Και εβδομάδες (βλέπετε η νύχτα των Πόλων διαρκεί έξη μήνες).

Βγήκε και η Χριστίνα στο μπαλκόνι της εκείνο το βράδυ. Δεν είχε ύπνο. Της έκανε εντύπωση το τόσο φως. Βγήκε με τη νυχτικιά της στην παγωνιά και κοίταξε ψηλά. Είναι τρελός, μονολόγησε χαμογελώντας. Είναι τρελός... Τα τρυπήματα στο φουστάνι της νύχτας, οι χιλιάδες φωτεινές βελονιές στο σκοτάδι, έγραφαν το όνομά του. Όσα δεν άκουσε από τις χιονονιφάδες, τα έμαθε με μια ματιά στον ουρανό.
Τον ίδιο ουρανό που κοίταγαν και οι δυο εκείνο το βράδυ. Μαζί μα χώρια. Το ίδιο φεγγάρι από άλλο σημείο. Η ίδια ζωή μα χωριστά.

Αν κοιτάξετε τον ουρανό γράφει ακόμα εκεί πάνω το όνομά του. Μα κανένας αστρονόμος ακόμα δεν έχει καταφέρει να το διαβάσει. Λένε για το περιβόητο φεγγάρι του Γενάρη, αλλά ούτε κι αυτό μπορούν να εξηγήσουν γιατί είναι τόσο μεγάλο και λαμπερό. Ίσως γιατί κανείς δε μπορεί να κατανοήσει κάτι που ανήκει σε άλλο κόσμο. Όπως εκείνος.
Κι ο Νάθαν δεν έμαθε ποτέ πώς λένε το αφεντικό του. Τον φίλο του. Το ένιωσε δηλαδή, το ξέρει, αλλά δε μπορεί να το προφέρει. Προφανώς το ίδιο πάθαμε και οι υπόλοιποι, δεν εξηγείται αλλιώς που του έχουμε βγάλει τόσα διαφορετικά ονόματα. Κάθε άνθρωπος στη δική του γλώσσα τον ονοματίζει αλλιώς: Άγιος Βασίλης, Santa Claus. Papa Noel...
Όσο για την Χριστίνα. Ποτέ δεν είπε το όνομά του σε κανέναν. Το κράτησε για πάντα καρφωμένο στο φως του ουρανού. Δικό της μόνο. Και τάιζε έτσι τη ματαιοδοξία της. Ότι μόνο εκείνην αγάπησε τόσο…

Κι αυτή είναι η θλιβερή αλήθεια για τ’ αστέρια και το φεγγάρι.