(“Μπορείς να ανακατέψεις σε μια ιστορία Massive Attack, Portishead, Faithless, Chemical Brothers, Death in Vegas, Prodigy, Nine Inch Nails, Archive και δεν ξέρω τι άλλο και να γίνει μια sexy, μυστηριώδης, διαβολική, ατμοσφαιρική ιστορία που θα διαδραματίζεται σε σκοτεινά κλαμπ, σοκάκια με σκουπίδια, μηχανές που πετάγονται ξαφνικά, περίεργες συναλλαγές, σεξ στα όρθια, με καλοντυμένους μαφιόζους, ζόρικους πορτιέρηδες αδύνατες σεξομανείς γκόμενες και άλλες χαζομάρες που κατέβασε το γεμάτο κλισέ Παπακαλιάτικο κεφαλάκι μου –χε χε. Vain»
OΚ, με τόσους όρους που μπήκαν, την άλλη φορά αλυσοδέστε με κιόλας, βάλτε μου χειροπέδες και πετάχτε με και σε μια δεξαμενή για να γράψω! ΥΓ: Τα τραγούδια να τα ακούτε με τη σειρά παρακαλώ!
Έσπρωξε τη βαριά δερμάτινη πόρτα και προχώρησε στον χώρο. Μυρωδιά οπίου και ένα πράσινο σμαραγδί έφεγγε κάτω από τη ζάχαρη, που καιγόταν στο κουταλάκι στο χείλος των ποτηριών. Αδράνεια σερνόταν στα ναρκωμένα μέλη των θαμώνων –γιατροί και δικηγόροι, η χειρότερη φάρα όπως σκεφτόταν πάντα ο Κάρλος. Που βρέθηκε ξανά στη νωχελική πολυτέλεια του κλαμπ 'κείνη τη νύχτα αϋπνίας. Με το κορμί του τσιτωμένο και τον εγκέφαλο αγκιστρωμένο στην ανάγκη του. Η Μέρνα του έφερε ποτό και του έδειξε τον Κριστόφ απέναντι. Ο ψηλός Ουκρανός τον χαιρέτησε χαμογελώντας και άστραψε το διαμάντι στο μπροστινό του δόντι. «Ο προπάππος μου το έκλεψε από το αυτί της Μεγάλης Αικατερίνης ένα βράδυ σε κάποιο από τα γνωστά της όργια. Δεν της το τράβηξε. Το έκοψε με τα δόντια του» του είχε πει μια νύχτα πριν δυο μήνες σφίγγοντας του το χέρι. Ο Κάρλος τότε είχε τακτοποιήσει έναν αλήτη που ενοχλούσε, έξω απ’ το μπαρ, μια απ’ τις γυναίκες του Κριστόφ. «Κανείς δεν αγγίζει τα κορίτσια μου» του είχε πει ο Ουκρανός. «Μόνο εγώ χτυπάω τις σκύλες μου» και λέγοντας το χαστούκισε την μικρή τόσο δυνατά που, όπως γύρισε το πρόσωπό της απ’ την άλλη, νόμιζες πως θα ’σπαγε το σβέρκο της. Από τότε τον άφηνε να μπαίνει στο κλαμπ ελεύθερα. Κι ας μην ήταν ευκατάστατος, γιατρός μήτε δικηγόρος. «Ήρθε;» ρώτησε τη Μέρνα.
«Ποιος» απάντησε σα να μην ήξερε.
«Ο μικρός».
«Α, τον φουκαρά, δεν τα έμαθες; Τον γαλβανίσανε κανονικά σήμερα» του είπε εκείνη σιγανά. «32 κομμάτια μέταλλο βγάλανε από πάνω του». Οι κόρες του Κάρλος διεστάλησαν –πράγμα που έτσι κι αλλιώς συμβαίνει τη νύχτα. Αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν από το μισοσκόταδο, μα απ' την ένταση. Το τσογλανάκι είχε πεθάνει. Πια δε χρειαζόταν να παίρνει ό,τι χρειαζόταν με το σταγονόμετρο…
«Πού είναι η Ντέμπορα;» ρώτησε.
«Η Ντέμπορα δεν είναι καλά, να την αφήσεις ήσυχη».
Ο Κάρλος ήπιε το ουίσκι μονοκοπανιά και σηκώθηκε. Προχώρησε βιαστικά προς τα καμαρίνια, μα ένας μπράβος τον σταμάτησε. Ο Κάρλος τον έσπρωξε, ο μπράβος άπλωσε τα χέρια στο λαιμό του. «Άσ’ τον κάτω» είπε η Ντέμπορα ακούγοντας τη φασαρία.
Φορούσε ένα φόρεμα, όλο μαύρη πυκνή δαντέλα, τη σκέπαζε απ’ το λαιμό ως τους αστραγάλους. Μα τίποτα δε μπορούσε να κρύψει το κορμί της. Γεμάτο καμπύλες κι επικίνδυνες στροφές -όσοι γλύτωσαν από αυτές βρέθηκαν νεκροί στους υπονόμους της.
«Λυπάμαι για τον Πιτ» της είπε.
«Έτσι κι αλλιώς δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Ίσως να ήταν για το καλύτερο».
«Σου άφησε κάτι» ρώτησε ο Κάρλος μπαίνοντας στο καμαρίνι της.
«Αν σε δει εδώ ο Κριστόφ θα σε καθαρίσει κι εσένα απόψε. Τι ψάχνεις;».
«Ένα μικρό λαμπερό κουτάκι; Δε με νοιάζει το κουτί, είναι ακριβό, κράτα το, μα μέσα έχει κάτι για μένα».
«Φύγε, θα ψάξω. Μετά το νούμερό μου θα σε βρω. Κέρασε με ποτό –σαμπάνια με ένα φρεσκοκομμένο κεράσι μέσα, μη δώσεις στόχο» και δεν του άφησε περιθώριο να μιλήσει.
Στον διάδρομο ο μπράβος τον αγριοκοίταξε και καθώς πέρναγε δίπλα του έκανε μια απότομη κίνηση μπροστά, για να τον φοβερίσει. Μα ο Κάρλος γυρνώντας το κεφάλι του έσφιξε ψηλά τα χείλη και έδειξε τα δόντια του. Ο σκύλος οπισθοχώρησε σκιαγμένος. Έκανε το σταυρό του. Όπως όλοι οι νταήδες, ήταν θρήσκος κι αυτός.
Η Ντέμπορα βγήκε στη σκηνή με τα λυμένα της μαλλιά να λάμπουν κάτω από τα φώτα. Σαν κοσμικό δελφίνι κολυμπούσε στο χώρο και το άρωμά της ταξίδευε τους ναυαγούς σε βυθούς μυστικούς. Κατοικημένους από μύθους και πλάσματα εξωτικά, κρυμμένα σε γαλέρες βυθισμένες από καιρούς αλλοτινούς. Πάνω σε θάλασσες με μαύρο ρούμι η Ντέμπορα είδε να επιπλέει το κουφάρι των ονείρων της και μια σταγόνα τινάχτηκε στα μάτια της. Μια σταγόνα που έτσουξε πολύ. Κύλησε και στάθηκε στην άκρη του ματοτσίνορου. Ένα δάκρυ για εκείνον τον μικρό. Τον μικρό Πιτ. Τον θλιμμένο αλήτη που δε θα την έσωζε ποτέ πια από εκεί… Αγέρωχη συνέχισε να μοιράζει το λάγνο βλέμμα της, αντίδωρο στους χοίρους, αφήνοντας τα χαρτονομίσματα να αγκιστρώνονται στο φόρεμά της –εντεταλμένες πεταλούδες της κολάσεως.
«Δύσκολο να πενθήσεις σε αυτό το μέρος», της είπε καθώς εκείνη έπινε μονορούφι τη σαμπάνια της.
«Έχω όλη μου τη ζωή μπροστά για να πενθώ. Έχω όλη μου τη ζωή για να την πενθήσω». Απάντησε λιώνοντας το κεράσι ανάμεσα στα χείλη της.
«Κόκκινα σαν το αίμα» -της είπε ο Κάρλος σκουπίζοντάς τα με το δάχτυλό του.
«Το αίμα σημαίνει γρήγορα» απάντησε αυτή. «Βρήκες το κουτί»;
«Ίσως είναι στη μηχανή του. Είναι παρκαρισμένη κάπου πίσω».
«Πάμε».
«Δεν μπορώ να φύγω έτσι, θα…»
«Κάποτε είπες ότι θα έφευγες μαζί μου μέχρι το τέλος του κόσμου». «Κάρλος, αν δεν το βλέπεις γύρω σου, είμαστε ήδη στο τέλος του κόσμου»!«Πάμε».
Την τράβηξε με δύναμη κι εκείνη, κάπως αγχωμένη, κοίταξε πίσω τους. Ο Κριστόφ έκλεινε μια συμφωνία όπλων, κανείς δεν τους είδε. Για λίγο δε θα τους κυνηγούσαν.
Περπάτησαν μέσα στη νύχτα και μπήκαν στα στενά. Βρήκαν τη μηχανή του Πιτ και άνοιξαν τη σέλα. Το μικρό λαμπερό κουτί ήταν εκεί. Ο Κάρλος το έριξε με φόρα στην τσέπη του και χαμογέλασε με ένα γέλιο σχεδόν σατανικό.
«Αν ήξερες» της είπε.
«Αν ήξερα;»
Την άρπαξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε, με τόση δύναμη που σχεδόν της πήρε όλον τον αέρα.
«Αν ήξερες πόσο σε θέλω».
«Τόσο ώστε να με παρατήσεις στα χέρια τους».
«Σ’ άφησα μέσα σε ανθρώπους».
«Με άφησες μέσα σε κτήνη»!
«Σ’ αγαπούσα και σε άφησα στους ανθρώπους».
«Αν μ’ αγαπούσες έπρεπε να με κρατήσεις πλάι σου».
«Δεν είμαι πλάσμα από ανθρώπου γένος» της είπε αυτός.
Την έπιασε απ’ το χέρι και την τράβηξε πάλι στα στενά.
«Πού πάμε», ρώτησε εκείνη παραπατώντας πάνω στα ψιλοτάκουνα.
Εκείνος δε γύρισε, μα λίγα μέτρα πιο κάτω έστριψε σε ένα ακόμα δρομάκι. Μέσα στο μισοσκόταδο την κόλλησε στον τοίχο και έσκυψε μπροστά της.
«Αν ήξερες τι είσαι για μένα. Και πόσο χρόνο μου πήρε να πάρω την απόφαση να γυρίσω να σε βρω».
«Να βρεις εμένα ή το κουτί; Τι έχει μέσα»; Ρώτησε εκείνη.
«Τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο μέσα στο κτήνος».
Και πίεσε το κορμί του πάνω στο δικό της κάνοντας τα κόκαλά της να τρίξουν όπως τρίβονταν στον τοίχο της μάντρας.
«Μου έλειψες» του είπε εκείνη, ενώ ο πόνος της γδαρμένης σάρκας ξύπναγε τη ναρκωμένη της ύπαρξη.
«Θέλω να σε γαμήσω σαν κτήνος» ψιθύρισε στο αφτί της ο Κάρλος και πέρασε το χέρι του πίσω από την πλάτη της. Χάιδεψε την ραχοκοκαλιά της αργά κατεβάζοντας το φερμουάρ. «Μην μου το κάνεις, μη μου το κάνεις αυτό...» είπε εκείνη ξεψυχισμένα.
«Ποιο μωρό μου; Να μη σου αφήσω κι άλλες αναμνήσεις που πονάνε. Άλλες αναμνήσεις να σε βασανίζουν όταν λείπω»;
«Μόνο εσύ με παίρνεις έτσι…»
«Ναι μωρό μου, μόνο εγώ μπορώ να σε πάρω έτσι.Όπως θες. Όπως σου αξίζει» και σήκωσε ψηλά το φουστάνι της. Το τράβηξε με φόρα και την άφησε γυμνή.
«Τι κάνεις; Είσαι τρελός; Τριγυρνάνε πρεζάκια εδώ γύρω, εδώ …». «Σσσσς», την ησύχασε εκείνος. «Έλα να κάνουμε έρωτα ακούγοντας το θάνατο γύρω μας …».
«Δεν είσαι πλάσμα εσύ από ανθρώπου γένος», μουρμούρισε εκείνη και ήταν το τελευταίο πριν παραδοθεί. Καθώς ο Κάρλος έχωνε τη γλώσσα του στο στόμα της, με το χέρι του ναμουσκεύει τα μισοφέγγαρα ανάμεσα στα πόδια της. Η Ντέμπορα αναστέναξε, ένα «άααχ» λιγωμένο, απόλυτης παράδοσης και ηδονής. «Τι μωρό μου», της είπε εκείνος σάμπως να μην καταλάβαινε.
«Με κάνεις να αισθάνομαι… ααχ…» ξανάφησε τη φράση μισοτελειωμένη εκείνη, και τα γόνατά της σα να λύγισαν ξαφνικά. Ένιωσε το κορμί της τεντωμένο σαν τόξο και τους λαγόνες της να σφίγγονται παγιδεύοντας τα βρεγμένα δάχτυλα του ανάμεσά τους. Τα μάτια της είχαν ανοίξει πελώρια σα να τον ικέτευε επιτέλους να την πάρει, να τελειώσει αυτό το μαρτύριο της επιθυμίας της κι εκείνος, τράβηξε με δύναμη τη ζώνη του και άνοιξε τα κουμπιά του τζιν του.
«Αχ Θεέ μου», βόγκηξε εκείνη και αρπάχτηκε απ΄ την πλάτη του ενώ τον ένιωσε να μπαίνει μέσα της.
«Θέλω να με σκίσεις, κατάλαβες»; Του ψιθύρισε.
Κι εκείνος γέλασε.
«Θα σε σκίσω μωρό μου, θα σε ανοίξω στο φως...». Η Ντέμπορα έκλεισε τα μάτια και έμεινε να πηγαινοέρχεται στον ρυθμό του, το κορμί της σπαρταρούσε στα χέρια του, όταν άκουσαν φωνές. Της έκλεισε το στόμα με την παλάμη και τραβήχτηκε γρήγορα. «Πάμε» της έκανε νόημα. Μα εκείνη παραπάτησε στα ψηλά της τακούνια -το ένα έσπασε. «Γαμώτο!» είπε και τότε «Από εδώ» φώναξε κάποιος που άκουσε τη φωνή της. Κι άρχισαν να τους κυνηγούν.
Τα πόδια της χτύπαγαν με δύναμη στο πλακόστρωτο και εκείνος την τράβαγε «άσε με, φύγε, δε μπορώ έτσι να τρέξω, φύγε, θα μας σκοτώσουν και τους δυο» φώναζε αυτή μα τότε εκείνος «μη μιλάς έτσι, μη ζητάς να σε εγκαταλείψει ένας λύκος σαν κι εμένα» και ξάφνου την πιάνει, την ρίχνει στον ώμο του κι αρχίζει να τρέχει. Την ρίχνει έτσι γυμνή, ολόγυμνη στην πλάτη του και αρχίζει να τρέχει στα τέσσερα. Στα τέσσερα σαν λύκος. Σαν λύκος. Ξημέρωμα στην πόλη κι ο ήλιος ανατέλλει πίσω από πολυκατοικίες, γκαράζ, άδεια πάρκα και βρόμικες πλατείες. Είναι μέρα και εκείνος τρέχει με ένα γυμνό κορίτσι στην πλάτη του, την παίρνει μακριά από όσα ξέρει. Εκείνη κοιτάζει πίσω και βλέπει τα φώτα. Μα δεν τα θέλει πια. Κοιτάζει πίσω και μέσα στην Ανατολή βλέπει το σκοτάδι. Των ανθρώπων. Κοιτάζει μπρος και το μόνο μαύρο που βλέπει είναι τα μαλλιά του. Αρπάζεται από πάνω τους και τον αφήνει να την τραβήξει μακριά. Στο δικό του σκοτάδι. Της αλήθειας του κτήνους. Να σκίσει το κορμί της ξανά και ξανά. Ώσπου να την ανοίξει όλη στο φως. Κουτί λαμπερό. Στα χέρια του.