CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα O έρωτας και η πόλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα O έρωτας και η πόλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14.5.09

high speed breed

Θόρυβος στο δρόμο. Στ’ αμάξι παράθυρα κλειστά και ο ανηλεής χτύπος του beat. Βρέχει καθαρό νερό. Το φανάρι κόκκινο κι εκείνος ανοίγει ξαφνικά την πόρτα. «Περίμενε με πιο κάτω» φωνάζει και διασχίζει τρέχοντας τη βρεγμένη άσφαλτο. Το φανάρι αλλάζει, η μουσική ουρλιάζει, το αγόρι τρέχει και το ξενοδοχείο πλάι κοιμάται πλακωμένο απ’ τη μαρμάρινη σιωπή του.
Προχωράω μπροστά, τα αλάρμ μου αναβοσβήνουν, φρενάρω μες στη μέση στην Καραγιώργη Σερβίας. Κάποιος μου κορνάρει -σχεδόν δοξαστικά- την ώρα που το αγόρι ξαναμπαίνει τρέχοντας μέσα. «Μούσκεμα έγινες» λέω, «ναι» λέει, «βρήκες;» ρωτάω καθώς σπινιάρω στη γλιτσιασμένη άσφαλτο, «ναι, εντάξει» λέει και μου δείχνει το ασημένιο περιτύλιγμα. «Προλαβαίνω μια δόση μέχρι να φτάσουμε»; «Εξαρτημένε!» και ανοίγω το παράθυρο.
Η βροχή ησυχάζει, η μουσική φεύγει πίσω μαζί με τον αέρα, ο κοσμικός της βόμβος σταματάει να χτυπάει μες στο κεφάλι μου, δραπετεύει έξω απ’ το μισάνοιχτο τζάμι. Κοιτάζω καλύτερα. Δεν είμαστε στο Εδιμβούργο, δεν ζω στους ρυθμούς ενός προσωπικού trainspotting και «κοίτα να χαλαρώσεις Άντα» σκέφτομαι, «ακόμα και ο Boyle χαλάρωσε και σάρωσε τα Όσκαρ»! «Τα Όσκαρ δεν είναι μακράν τα χειρότερα σοκολατοειδή;» μου λέει, «μπα, τα Αστήρ είναι νομίζω». «Θα σου φτιάξω εγώ σοκολάτακια να δεις» λέει. Χαμογελάω.
Ναι, αυτή η νύχτα είναι ακόμα μια συνηθισμένη νύχτα: εγώ, αυτός, το ΡΟΡ, βιαστική στάση για σοκολάτα στο Σύνταγμα και μετά μια νωχελική αργή βραδιά με τον Νίκο να βάζει μουσικές, εγώ να μιλάω ακατάπαυστα ενώ αυτός με κοιτά κι όλο γελά. «Τι γελάς; Βλέπεις κάτι αστείο;».
Κάποτε έπαιρνα το ΡΟΡ σαν prozak, σχεδόν κάθε βράδυ. Το κατάπινα μαζί με βότκα και μετά γέλαγα για ώρες. Πια καθόμαστε περισσότερο σπίτι και το σοκολατένιο αγόρι με ταΐζει βαλεριάνες σε digital μορφή («που τα βρίσκεις πια αυτά τα downtempo mp3»;). Σα να προσπαθεί διαρκώς να με καταστείλει. «Χαλάρωσε λίγο βρε ιπτάμενη τρεχάλα» λέει! Θέλω να ουρλιάξω όταν τον βλέπω τόσο χαλαρό. Το χαλαρός για εμένα ίσον νωθρός. Κι εγώ γεννήθηκα γκαζωμένη. Και θυμωμένη.
Ο Παππούς ο Βάτραχος λέει πως είμαι τραγική τεμπέλα αφού δεν προσπαθώ να αλλάξω ότι με θυμώνει. Απλά κάθομαι και κλαίγομαι: «Άκου Μιράντα, δε θέλω να ακούω μαλακίες, εγώ έτσι είμαι και τέτοια. Να αλλάξεις, άμα δε σ’ αρέσει να είσαι υστερική και να χαλιέσαι με όλα, να ηρεμίσεις. Να αλλάξεις τρόπο σκέψης».
Δεν είμαι σίγουρα τεμπέλα γιατί εργάζομαι σκληρά για τον επιούσιον και επιπλέον "δουλεύω" πολύ τις σχέσεις μου μπας και τσουλήσουν –αλλά ποτέ και καμία. Στα τρία χρόνια βγαίνουν μαζεμένα τα προβλήματα και η εγγύηση δε με καλύπτει «δε σας συμφέρει η επισκευή, καλύτερα να πάρετε καινούριο μοντέλο» -μου λένε οι ειδικοί. Και φτου κι απ’ την αρχή. Κι εγώ διαλέγω με επιμέλεια τους πιο ακατάλληλους, τους ερωτεύομαι και παιδεύομαι -χωρίς καν να εκπαιδεύομαι και να βελτιώσω τις επόμενες επιλογές. Έτσι νομίζω είναι λογικό που καταλήγω με τόσα νεύρα, λες και έχω 25 μέρες το μήνα περίοδο –τις υπόλοιπες έτσι κι αλλιώς έχω ωορρηξία.
Σήμερα είμαι μάλλον στην ωορρηξία. Απ’ την ώρα που είδα το choco-boy μου να τρέχει στη βροχή, με το τρελό χαμόγελο κι αυτά τα ροδαλά του μάγουλα σαν άγγελος του Raphael, με αυτό το τζιν που κολλάει στα σημεία ακριβώς που πρέπει (ή για να το θέσω σωστότερα: με αυτό το κορμί που σε κάνει να ξεχνάς ότι τον έβρισες που πλήρωσε μια μικρή περιουσία για το Dsquared2 τζιν και να ευλογείς τους δυο αδελφούς που το σχεδίασαν) ομολογώ ότι έχω αρχίσει να βλέπω νέα τρέιλερ στο μυαλό μου. Και όχι για κομεντί!
-Τι λες; Την κάνουμε σιγά σιγά;
Βγαίνουμε απ’ το μαγαζί, με κρατάει απ’ το χέρι, με τραβάει, χορεύουμε μέσα στο δρόμο, με σπρώχνει στο αμάξι, γλιστράει το χέρι του κάτω απ' τη φούστα μου και ευτυχώς, ευτυχώς που δεν έχει κίνηση, σε δέκα λεπτά το πολύ, σε δέκα λεπτά θα είμαστε σπίτι. Περίπου έντεκα λεπτά δε χρειάζεται μια γυναίκα για να φτάσει σε οργασμό;

12.3.09

το σώμα

Ο Βαγγέλης βρήκε θέση ως γραφίστας σε ένα καινούριο περιοδικό. Λένε πως μια μικρή αλλαγή φέρνει μια μεγάλη. Και πράγματι, δουλεύοντας 10 ώρες τη μέρα εκεί, ο Βαγγέλης άρχισε να παραμελεί τον Κλέ. Που Κλέ δεν ήταν ο ζωγράφος αλλά ο Κλέαρχος, εκείνος που μοιραζόταν μαζί του τα τελευταία έξη χρόνια της ζωής του.
Είχαν ταιριάξει εξαρχής, παρότι δυο άνθρωποι τελειως διαφορετικοί –ο Βαγγελής
ιδεαλιστής και μέχρι πρότινος άνεργος, τελούσε χρέη «νοικοκυρού» στο σπίτι ενώ ο δυναμικός Κλέαρχος ήταν μηχανικός δικτύων σε πολυεθνική τηλεπικοινωνιών. Ήταν τόσο διακριτικοί που η ιδιοκτήτρια δεν είχε υποψιαστεί καν ότι είναι ζευγάρι –πόσο μάλλον όταν στο σπίτι που συγκατοικούσαν άρχισε να μπαινοβγαίνει η Βέρουσκα, εκ Μολδαβίας ορμώμενη, με μεγάλα πράσινα μάτια μα χωρίς πράσινη κάρτα για να μείνει στην Ελλάδα. Ο Βαγγέλης σκέφτηκε πως θα την κρατήσουν λίγο καιρό, μονάχα μέχρι να σταθεροποιήσει ένα ωράριο εργασίας που να του αφήσει ώρες να γυρίζει σπίτι και να προλαβαίνει να φροντίζει τα πάντα για τον Κλε του. Έτσι δεν τον πείραξε που ήταν παράνομα εκεί, καλύτερα να μη μπλέκουν με το ΙΚΑ, την κοιμιζαν κάποια βράδια στο σπίτι και τα χρήματα της τα έδιναν μαύρα -αυτο τη βόλευε, έπαιρνε πιο πολλά στο χέρι.

Μια μέρα ο Βαγγέλης γύρισε νωρίτερα από τη δουλειά κι έπιασε να βάλει πλυντήριο. Η Βέρουσκα πήγε να τον σταματήσει "κύριος Βαγγέλης, εγώ βάλει, αφήστε", μα εκείνος επέμενε «άσε με, δεν ειναι βάρος, θέλω να το κάνω, τον έχω παραμελήσει» έλεγε και ξανάλεγε. Έχωνε τα χέρια του μέσα στα παντελόνια και τα πουκάμισα του Κλε, ψάχνοντας για ξεχασμένα εικοσάευρα, για εισιτήρια ΜΕΤΡΟ ή αποδείξεις ΑΤΜ -"όλο κάτι ξεχνάει και αυτα διαλυονται στο πλυντήριο και γεμιζουν ασπράκια όλα τα ρούχα" της είπε γελώντας. και "να" της έδειξε μια απόδειξη στο τέλος.
"Αν ειναι από εστιατόριο ή μπαρ κρατηστε τη, μπαινει στην εφορία" του ειπε εκεινη.
"Είναι... γεύματος. 312 ευρώ. Στο Balthazar".
"Θα τη φυλάξω" είπε η Βέρουσκα και την άρπαξε απ’ το χέρι του που είχε παγώσει.
Ο Βαγγέλης την έπιασε απ’ τον αγκώνα.
"Πες μου πάλι την ημερομηνία. Την ώρα και την ημερομηνία",» της είπε.
Ήταν δυο βράδια πριν. Που του είχε πει πως θα πήγαινε να δει λίγο τους δικούς του στην Κηφισιά και να συζητήσουν κάτι κληρονομικά με τον πατέρα του. Ο Βαγγέλης έκατσε στον καναπέ. Η Βέρουσκα έβαλε το πλυντήριο. Τον πλησίασε και του έδωσε ένα σοκολατάκι –της τα είχαν στείλει απ’ την πατρίδα. Ο Βαγγέλης το δοκίμασε μα ήταν ασκέτη ηδία –λογικό, η Μολδαβία δε φημίζεται για τα σοκολατάκια της. Κοίταξε τη Βέρουσκα που καθόταν απέναντί του. Ήταν περίεργη γυναίκα, λευκή επιδερμίδα και τα μάτια λίγο μισόκλειστα της έδιναν μια Απω Ανατολίτικη ομορφιά. Ίσως σε προηγούμενη ζωή να ήταν παλλακίδα και στην τωρινή δεν έχει αλλάξει ακόμα κάστα, πάλι άντρες υπηρετεί. «Άντρες» σκέφτηκε ο Βαγγέλης και γέλασε. Το καθίκι ο Κλε: με ποιον τον απατούσε;

Δυο μέρες κράτησε τη σιωπή ο Βαγγέλης μα την τρίτη ξέσπασε ένας καυγάς, απίστευτος. Ο Κλε δεν παραδέχτηκε τίποτα,
"καχύποπτο" τον είπε και "υστερικό", πως την απόδειξη του την έδωσε η αδερφή του γιατί έψαχνε το τηλέφωνο του μαγαζιού για να κλείσει τραπέζι για τα γενέθλιά του. Ο Βαγγέλης δεν πίστευε, ο Κλε έκλεισε την πόρτα κι έφυγε εκείνο το βράδυ. Ο Βαγγέλης έπινε όλη νύχτα και ήταν σχεδόν ξημέρωμα όταν άνοιξε την πόρτα της Βέρουσκας και μπήκε στο δωμάτιό της. Χώθηκε στο κρεβάτι της και μύρισε την ζεστασιά στο λαιμό της. Εκείνη ξαφνιάστηκε μα δεν ταράχτηκε, πήρε το χέρι του και το πέρασε απ’ τη μέση της, "έλα, αγκαλιά" του είπε. Ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει ο Βαγγέλης και με τα μάτια κλειστά, κρυμμένος κάτω απ’ τα σκεπάσματα ένιωσε να βουλιάζει κάτω απ’ το βάρος της απόρριψης, της κοροϊδίας, της απιστίας, της ζωής στο ψέμα δίχως έρωτα. Άρχισε να κλαίει στα βουβά.
Η Βέρουσκα γύρισε και αγκάλιασε το πρόσωπό του. Εκείνος έγειρε σε στάση εμβρύου στα χέρια της, σαν αγιογραφία Βρεφοκρατούσας. Την κοιταξε για μια στιγμή κι έπειτα ανέβασε το πρόσωπό του και τη φίλησε. Η Βέρα δεν τραβήχτηκε, μονάχα συνέχισα να του χαϊδεύει τα μαλλιά. Πήγε να την γυρίσει μπρούμυτα μα «όχι» του είπε. Τον έσπρωξε ανάσκελα στο στρώμα, τον έγδυσε απαλά και σαν Μαγδαλήνη σφουγγιξε με τα μαλλιά της το νερο απ' τα μάτια του. Κι εκείνος που ήθελε
σύντροφο, που ήθελε φροντίδα, την κοίταγε σαν ένα αξιοπερίεργο φαινόμενο, σαν μια μορφή που είχε ξεκολλήσει από πίνακα του Vermeer, σαν κάτι που δεν ήταν αμαρτία γιατί δεν ήταν αληθινό.
Κι όταν η Βέρουσκα τον πήρε μέσα της και άρχισε να κουνιέται, ο Βαγγέλης ένιωσε σα να κολυμπούσε ξαφνικά, σα να έβγαινε απ’ τον εφιάλτη και να έμπαινε σ’ ένα όνειρο, το όνειρο που ήταν το ανθρώπινο κορμί και η ζεστασιά του. Και όταν η Βέρουσκα τινάχτηκε μες σε σπασμούς και γαντζώθηκε πάνω του ο Βαγγέλης έμεινε να κοιτάζει απορημένος το ταβάνι. Τι παράξενη αίσθηση. Ένιωθε το σώμα της να πάλλεται σε εκείνο το σημείο. Ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει ...εκεί.
Ο Βαγγέλης έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή. Στην ζεστή υγρή ταχυπαλμία της. Για μια στιγμή ένιωσε να γυρνάει πίσω στη μήτρα που τον γέννησε. Για μια στιγμή ένιωσε αγνός. Ασφαλής. Αποδεκτός. Ξανά. Και τον πήρε επιτέλους ο ύπνος...

9.10.08

Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον ΙΙ

(μετά από απαιτηση των αναγνωστών, η ιστορία "το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον" συνεχίζεται. Για να να διαβάσετε το πρώτο μέρος κάνετε κλικ εδώ)

Είχε περάσει καιρός, σίγουρα πάνω από μήνας γιατί μου ήρθε περίοδος κάποια στιγμή. Και από τότε ξαναπέρασαν μέρες. Ο Σάκης δεν πτοήθηκε. «Θα αφήσουμε τη βρόμικη τρυπούλα σου και θα ασχοληθούμε με την άλλη» μου λέγε. Και το έκανε ξανά.
Πόναγα; Φυσικά και πόναγα. Ούρλιαζα; Όχι δεν ούρλιαζα. Δε θα του έδινα τη χαρά να ουρλιάξω. Είχα αποφασίσει από την πρώτη στιγμή ότι θα το δεχτώ «σαν αντράκι» όλο αυτό. Ναι, δε θα έσταζα δάκρυ, δε θα έβγαζα κιχ.
Για καλή μου τύχη ο Σάκης δεν ήταν τόσο κτήνος όσο τον είχα φοβηθεί. Μου άφηνε πάντα δυο πλήρεις μέρες καιρό για να συνέλθω και την τρίτη με επισκεπτόταν. Και πάντα εγώ δεν μίλαγα και πάντα αυτός μου έλεγε τα ίδια: αν μου αρέσει να με γαμάνε σαν αγόρι ή αν άλλαξα γνώμη, αν αποφάσισα να γυρίσω στη φύση μου.
Μια μέρα την ώρα που είχε μπει τον ρώτησα
«Αφού θες τόσο πολύ να πηδήξεις άντρα γιατί ταλαιπωρείς εμένα»
«Κάνεις μεγάλο λάθος, ποτέ δεν ήθελα να πηδήξω άντρες, δε μου αρέσει το αντρικό κορμί, μου αρέσουν οι γυναίκες»
«Γυναίκες που τις πηδάς σαν άντρες»;
«Γυναίκες που έχουν μπερδευτεί και δε θυμούνται ότι είναι γυναίκες. Σου υπενθυμίζω ποια είναι η φύση σου τονίζοντας αυτήν που δεν είναι»
«Α, το παρά φύσην έτσι το μεταφράζεις εσύ- πολύ βολικό»
«Λέμε κι εξυπνάδες»; Ρώτησε και μπήκε τόσο βαθιά που νόμιζα ότι με μαχαίρωνε. «Θα πεις κι άλλες εξυπνάδες; Άκου εδώ, εγώ θέλω να σε διδάξω κάτι αγοράκι μου, θέλω να σε διδάξω ότι αν δεν ακολουθείς τη φύση σου δε θα χαρείς ποτέ πραγματικά, η χαρά σου θα χει πάντα μια δόση πόνου μέσα της».
Και με έσπρωξε κι άλλο μπροστά και δάγκωσα το μαξιλάρι για να αντέξω τον πόνο.

Λοιπόν, πρέπει να είχε περάσει πάνω από μήνας και κανείς δεν με είχε βρει. Το σπίτι του Σάκη ήταν μια μονοκατοικία στη Φιλοθέη, στην αρχή ενός δάσους. Παρότι ήμουν αφίμωτη και όταν έλειπε καλούσα σε βοήθεια και χτυπούσα με το κρεβάτι τον τοίχο, κανείς δεν μ' άκουγε. Είχα προσπαθήσει να ξελυθώ αλλά καμία επιτυχία. Και πια είχα αρχίσει να κουράζομαι. Ναι, πια είχε αρχίσει να σπάει κάτι μέσα μου. Όταν ο Σάκης έμπαινε στο δωμάτιο την τρίτη μέρα, με το που με ακουμπούσε ήθελα να αρχίσω να κλαίω. Και τότε κατάλαβα ότι έπρεπε να γλυτώσω απ΄ τα χέρια του.
«Λοιπόν σ αρέσει να σε γαμάνε σαν πουστράκι» με ρώτησε ως συνήθως. «
Καλά είναι» του είπα εγώ «αλλά έχω αρχίσει να νοσταλγώ την γλύκα στην άλλη τρυπούλα μου» του είπα.
«Τι;» είπε σα να μην άκουσε
«Έχω αρχίσει να νοσταλγώ τις χαρές της γυναικείας ηδονής» του είπα ξανά.
Αλήθεια το λες»; Μου είπε

«Ναι» είπα.
Κι εκείνος βγήκε, άλλαξε προφυλακτικό και αυτή τη φορά με πήρε κανονικά.
Δεν ένιωθα τίποτα- μόνο πόνο, ξανά. Αλλά βογκούσα προσποιούμενη την ερεθισμένη. Κι εκείνος χάρηκε.
Δε με έλυσε, μα αυτή τη φορά ήρθε την επόμενη μέρα. Και με ξαναπήρε ιεραποστολικά αυτή τη φορά. Πάνω από μια φορά. Κι εγώ συνέχισα να κάνω ότι το απολαμβάνω.
Και πια την τρίτη μέρα του είπα «Λύσε με, λύσε με επιτέλους να σε πάρω μια αγκαλιά. Δεν είμαι ζώο».
Κι εκείνος είπε «όχι δεν είσαι, είσαι γυναίκα πια, σε έκανα γυναίκα» .
Και με έλυσε.
Το κάναμε τρεις φορές στη σειρά μέχρι που έπεσε διαλυμένος στο κρεβάτι και τον πήρε ο ύπνος. Όταν ξύπνησε ήταν δεμένος στο χειροπόδαρα. Με κοίταξε γελώντας πονηρά, «έλα, κόψε τα αστεία, λύσε με».
«Θα σε λύσω» του χαμογέλασα.
«Λύσε με δεν είναι αστείο» είπε.
Κι εγώ είπα «το ξέρω ότι δεν είναι αστείο. Ξέρεις χτες κάθισα και σκέφτηκα ότι εμείς οι γυναίκες –όπως αυτή που με έκανες δηλαδή- είμαστε κατά κύριο λόγο ριγμένες στο κρεβάτι. Θέλω να πω, είναι πολύ περισσότερο πιθανό να σας πάρουμε εμείς πίπα παρά εσείς σε εμάς. Εντάξει, ένα γλυψιματάκι μπορεί να το κάνετε αλλά πίπα, μέχρι τέλους, να χύσουμε, δεν».
«Μη μιλάς σαν νταλικιέρης, με αηδιάζεις» είπε ο Σάκης, «λύσε με».
«Θα σε λύσω. Αφού πρώτα σαν σωστή γυναικούλα μου πάρεις μια καλή πίπα. Σ’ εμένα στο αγοράκι σου».
«Είσαι τρελή» είπε κι έσφιξε τα χείλη του.
«Όχι, απλά νιώθω ριγμένη. Εσύ διασκέδασες τόσο μαζί μου, τόσες μέρες κι εγώ καθόλου. Έλα, πάρε μια πίπα στο αγοράκι σου»
Κατέβασα το εσώρουχο και πήγα κι έκατσα πάνω στο πρόσωπό του.
«Φύγε σιχαμένη, θα με πνίξεις», έστριβε και απέστρεφε το πρόσωπό του γεμάτος αηδία.
«Σάκη, αν δε με γλύψεις μέχρι τέλους θα αρχίσω να πιστεύω αλήθεια ότι προτιμάς τα πραγματικά αγοράκια τελικά. Άνοιξε το στόμα και μη διανοηθείς να με δαγκώσεις. Θα σε αφήσω να πεθάνεις εδώ μέσα από ασιτία- θα σαπίσεις μέσα στα κάτουρα και τα σκατά σου. Λοιπόν, ξεκίνα».
Ο Σάκης έσφιξε τα μάτια του και άνοιξε το στόμα. Και δεν ξαναμίλησε. Για πολλή ώρα.

Τον άφησα εκεί δεμένο και ειδοποίησα την αστυνομία. Στη δίκη έφαγε 5 χρόνια για σεξουαλική κακοποίηση και κατ’ εξακολούθηση βιασμό. Καθώς τον έπαιρναν από μπροστά μου του είπα «μην ανησυχείς, θα έχεις πολλή παρέα στη φυλακή μόλις μάθουν τι καλές πίπες παίρνεις, γλύκα». Κι εκείνος άρχισε να κλαίει. Σαν γυναικούλα.

25.9.08

Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον

Κοίταγα το αβγό. Με κοίταγε κι αυτό. Ξεκοιλιασμένο. Στήριζα στους αγκώνες το κεφάλι. Θα μου το έπαιρναν σε λίγο.
-Πώς είναι δυνατόν να πιστεύεις στις προλήψεις. Εσύ έχεις χέρι μαγικό, τίποτα δεν μπορεί να το αλλάξει αυτό. Όταν ήρθες εδώ ήσουν σαν μικρό κλωσόπουλο και τώρα έχεις μεταμορφωθεί στην κότα που κάνει το χρυσό αβγό.
Τίποτα δεν ήξερε αυτή. Τίποτα. Αλλά εγώ γνώριζα καλά τους οιωνούς. Πάζλ μέσα στο σοκολατένιο αβγουλάκι. Μεγάλη ατυχία!
-Εγώ νομίζω ότι υπερβάλεις. Τι σου έχει τύχει όταν βρήκες πάζλ;
Τίποτα. Τίποτα δε συνέβη. Αλλά αυτό δε σημαίνει κάτι. Πάντα χαλιόμουν όταν αντι για συναρμολογούμενο έβρισκα πάζλ μέσα στο αβγό. Κι αφού είχα ήδη χαλαστεί τι καλό θα μπορούσε να συμβεί;
-Έλα, ξεκόλλα. Μια σοκολάτα μ’ ένα παιχνιδάκι είναι. Φάτο κι άσ’ τις φιλοσοφίες.
-Αυτό είναι τα θέμα, ότι απ’ τα άπειρα παιχνιδάκια που μπορούσα να πετύχω, έπεσα σε ηλίθιο πάζλ. Είναι άτυχη μέρα δεν καταλαβαίνεις;
-Να σου πω, άσε την κλάψα και φτιάξε την τύχη σου. Κάνε παιχνίδι. Σήκω και άντε να τα σκίσεις τα τσογλάνια.

Η αλήθεια είναι ότι πέντε μήνες που γνωριζόμασταν η Καιτούλα (που μεταξύ μας δεν ήταν Καιτούλα αλλά Καιτάρα, πενήντα και βάλε) με είχε συμπαθήσει. Την πρώτη μέρα μάλιστα που μπήκα στο μαγαζί, με συμβούλεψε να μην ξαναπατήσω το πόδι μου, αν δε θέλω να μου το κόψει κανένας απ’ τους μπράβους της που τριγυρνούσαν εκεί μέσα. Μου ‘δωσε κι ένα σοκολατένιο αβγουλάκι, που ‘χε αγοράσει για το εγγονάκι της και με προέτρεψε να πάω «στην ευχή της Παναγίας». Εγώ πάλι άνοιξα το αβγό, έφαγα τη σοκολάτα, έφτιαξα και το παιχνίδι και της ζήτησα ένα τραπέζι αμερικάνικου.
-Δεν παίρνεις από λόγια έτσι; Με κοίταξε η Καιτούλα.
Δε μίλησα. Απλά πήρα την «αυγουλιέρα» με τα 20 πολύχρωμα αβγά μου και πήγα για στέκα. Δεν χρειάζονταν λόγια. Θα μιλούσαν οι μπάλες.
Πέντε μήνες μετά όλα πήγαιναν καλά. Το μπάτζετ από τα στοιχήματα είχε ανέβει σε ποσά που αυτοί οι ψευτόμαγκες εκεί μέσα δε θα είχαν δει ούτε στον ύπνο τους. «Καλώς το σπουδασμένο» λέγανε όσοι με συμπαθούσαν σα με βλέπανε, γιατί τους είχα πει πως μπιλιάρδο είχα μάθει όταν έκανα το μεταπτυχιακό στην Αγγλία. Αλλά δυστυχώς οι περισσότεροι δε με συμπαθούσαν. Ανάμεσά τους και ο Σάκης με την παρέα του. Θα του ‘ριχνα και πέντε χρόνια του Σάκη, αλλά εκείνος μου ‘ριχνε είκοσι πόντους στο ύψος. Η δε παρέα του αποτελούνταν από τρία πλουσιόπαιδα του κώλου και έναν Ρωσοπόντιο που είχε κερδίσει στο ΞΥΣΤΟ και έκανε μαζί τους γλυκιά ζωή. Απ’ την πρώτη στιγμή είχαμε γίνει μπίλιες. Πόνταραν πάντα εναντίον μου και χάνανε. Στην αρχή τους έκανα πέρα με το γάντι. Μέχρι που μου πέταξε ο Σάκης το γάντι. Και όχι του μπιλιάρδου.
Επί 135 μέρες βρισκόμουν εκεί κατά μέσο όρο τέσσερις ώρες. Είχα κερδίσει 118 παιχνίδια αμερικάνικου και είχα χάσει 7. Όσο για το γαλλικό στις 36 αναμετρήσεις τρίσποντου δεν είχα χάσει καμία. Ως εκείνη την ημέρα. Εκείνη την ημέρα θα αναμετρώμουν με τον κύριο Άλκη. Είχαμε ξαναπαίξει μαζί και είχα κερδίσει και τις δυο φορές. Αλλά τότε δεν είχα βρει ένα πάζλ μέσα στο αβγό μου.
Ο κύριος Άλκης ήταν ασπρομάλλης, ξερακιανός και πάντα αμίλητος. Μπορεί εμένα να έβραζε το αίμα μου και οι σπόντες που έκανα να ξεσήκωναν τους θεατές στα άτυπα τουρνουά της λέσχης, αλλά ο κύριος Άλκης είχε την πείρα της ηλικίας. Δε βιαζόταν. Με μετρούσε, με ζύγιζε, με παρατηρούσε, με μάθαινε και πια ήξερε πού να με χτυπήσει όταν έπρεπε. Και αυτό δεν ήταν πρόβλημα. Πρόβλημα ήταν ο Σάκης, που τόσο καιρό πόνταρε εναντίον μου και σήμερα πόνταρε 500 € υπέρ μου. «Κανόνισε να χάσεις και θα σε γαμήσω. Αλλά θα σε γαμήσω σαν πουστράκι που είσαι, κατάλαβες; Αν χάσεις θα έχω την απαίτηση να στηθείς σαν πούστης μου και να αξίζεις τα 500 € που σου ‘χω σκάσει».
Δε φοβάμαι γενικώς. Όχι κάτι τέτοιους νταγλαράδες τουλάχιστον. Όχι κάτι τσογλάνια που νομίζουν ότι μπορούν να γαμούν με τα λεφτά, αφού δεν έχουν αρχίδια γι’ αυτή τη δουλειά. Αλλά φοβόμουν τη γκαντεμιά.
Θα μου πείτε, «παίζεις μπιλιάρδο απ’ τα δεκαέξι σου και ακόμα πιστεύεις ότι οι στεκιές σου βασίζονται στην τύχη;». Δεν το νομίζω απλώς, το ξέρω. Δεν έχω συνέπεια, δεν έχω συνέχεια, είμαι με τις μέρες μου. Ξέρω τις γωνιές, ξέρω τις θεωρίες, ξέρω το «θεώρημα του ρόμβου» και όλη τη ευκλείδειο μπορώ να σου εφαρμόσω. Αλλά είμαι με τα φεγγάρια μου. Γι’ αυτό κι άμα νιώθω ότι δε μπορώ να συγκεντρωθώ δεν παίζω. Και τώρα το ένιωθα αυτό. Αυτό το κωλοπάζλ είχε γεμίσει με τα κομματάκια του το μυαλό μου. Με άγχωνε.
Ακόμα και το γάντι μου είχε μουσκέψει. Για πρώτη φορά το θερμαινόμενο τραπέζι έμοιαζε με γήπεδο του γκολφ. Οι μπάλες σταματούσαν σε άσχετα σημεία, λες και έπαιζα σε χωράφι και έπεφταν στις λακκούβες του. Ο κύριος Άλκης έδειχνε πολύ ευχαριστημένος μέσα στο, πάντα συγκρατημένο, γέλιο του. Το περίεργο είναι ότι και ο Σάκης έδειχνε ευχαριστημένος, παρότι φαινόταν πως θα έχανα πανηγυρικά. Τα σχόλια για το άτομό μου από ψίθυροι είχαν αρχίσει να εκφωνούνται δυνατά –η απίστευτη ηθική της κερκίδας: σε επευφημεί όταν κερδίζεις και σε γιουχάρει όταν χάνεις. Αλλά είναι αναπόφευκτο όταν παίζεις έξω απ’ την κατηγορία σου, όταν επιλέγεις να προκαλείς γίνεσαι αναγκαστικά «αξιοθέατο», οπότε δεν έπρεπε να προσβάλλομαι που αντί για πνευματική μάχη οι γύρω συμπεριφέρονταν λες κι έβλεπαν αγώνα κατς. Είχα ποντάρει την προίκα μου σε αυτό. Αυτό;
Πηγαίνοντας να χτυπήσω τις μπάλες είδα μέσα στη μέση του τραπεζιού ένα σοκολατένιο αβγό. Σιωπή. Η Καιτούλα χαμογελάει: «Αφήστε το παιδί να φάει το αβγουλάκι του μέχρι να πιούμε κι εμείς μια μπύρα. Πάμε βάρβαροι, επελάστε»!
Βγάζω τα γάντια και πιάνω το αβγό. Είναι βαρύ. Κάτι αναθαρρεύει στην καρδιά μου. Σκίζω το περιτύλιγμα, το ανοίγω και βλέπω παιχνίδι. Ναι, είναι παιχνίδι. Το συναρμολογώ κάτω απ’ το άγρυπνο βλέμμα του κυρίου Άλκη. Του προσφέρω λίγη σοκολάτα. «Όχι» γνέφει κουνώντας το κεφάλι δεξιά- αριστερά. Δε με χαλάει. Την τρώω όλη. Γελάω κι εγώ. Πια είμαι καλά. Ή έστω καλύτερα!
Επανέρχομαι στο παιχνίδι σα να ξεκινάω νέο ματς. Αρχίζω να ξετυλίγω τα «κορδόνια» μου σαν κορδέλες πουέντ. Οι μπάλες χορεύουν στην τσόχα σαν τον Νιζίνσκι σε παροξυσμό. Το σκορ μειώνεται, στήνω και ξαναστήνω τις μπαλιές μου λες και όλα είναι χορογραφημένα από έναν αόρατο παίκτη. Ο κύριος Άλκης γελάει. Όσο με εκτιμά, άλλο τόσο με αντιπαθεί. Δε μου μιλάει γιατί με θεωρεί χαμηλής πνευματικής στάθμης αλλά με σέβεται –όπως θα σεβόταν κάθε αντίπαλό του. Είναι τόσο άψογος ώστε όταν ισοφαρίζω και πάω να προσπεράσω, κλείνει τη στέκα του αθόρυβα και αποχωρεί: «Παίζεις δεκαέξι λεπτά σερί. Είμαι γέρος άνθρωπος –δεν έχω τόσο χρόνο να σε περιμένω να χάσεις».
Μερικοί άνθρωποι είναι τόσο χορτάτοι που μπορεί να σου χαρίσουν τη νίκη. Άλλοι τόσο αλαζόνες που προτιμούν να διακηρύξουν πως στη χαρίζουν, πριν αποδειχτεί πρακτικά ότι τους την πήρες. Νομίζω ότι συνέβαινε κάτι ανάμεσα στα δύο αυτή τη φορά. Αλλά όπως και να ‘χε, είχα κερδίσει. Έτσι απλά! Τζάμπα το άγχος, ο ιδρώτας και ο πανικός. Όλα ήταν στο μυαλό μου.
Η Καιτούλα έρχεται με τα λεφτά. «Ούτε ένα, ούτε δυο, 750 € καθαρά μωρό μου», μου χώνει στη χούφτα το ποσοστό μου απ’ τα στοιχήματα και με φιλάει σταυρωτά. «Ευχαριστώ» της λέω.
«Τι ευχαριστείς, μια ιδέα σου ήταν μόνο, δε νομίζω ότι σε έσωσε το αβγό μου».
«Καλά. Πάντως σ’ ευχαριστώ».
«Άντε, και σε καλή μεριά»!
Βάζω τα λεφτά στην τσέπη.
«Τα λέμε αύριο» της λέω. Και φεύγω.
Βγαίνω στο δρόμο. Περπατάω μέχρι να πάω στη στάση. Στο χέρι μου αντί για κομπολόι παίζω τα κομμάτια απ’ το ηλίθιο πάζλ που μου χάλασε τη μέρα. Χωρίς κανέναν λόγο. Όλα μέσα στο μυαλό μου ήταν.
Περπατάω και πετάω τα κομματάκια του χάμω, σαν τον Κοντορεβιθούλη. Μα όπως γυρνάω γελώντας να δω την άτακτη σπορά των κομματιών βλέπω τον Σάκη με τους μαντράχαλους να πλησιάζουν στα μουλωχτά. Αρχίζω να επιταχύνω κι ας μην ξέρω γιατί. Ενστικτωδώς. Τους ακούω να πλησιάζουν και τρέχω, ο Σάκης τρέχει ξωπίσω μου. Στρίβω σε κάτι στενά, κρύβομαι σε μια εσοχή τοίχου, νομίζω πως με χάνουν, μα πάνω που πάω να χαλαρώσω και φεύγω απ’ την άλλη πλευρά εμφανίζεται μπροστά μου ξανά απειλητικός. Με πιάνει, μ’ αρπάζει, με πετάει κάτω. «Πάρε τα λεφτά» του λέω «πάρτα και παράτα με» και προσπαθώ να χώσω το χέρι μου στην τσέπη. «Δε θέλω τα λεφτά, εσένα θέλω. Με το καλό ή με το ζόρι».
-Άσε με ρε, αρχίζω να τον βαράω αφού δεν έχω νύχια για να τον γρατζουνήσω.
-Τι έγινε αγοροκόριτσο, το παίζεις άντρας σε όλα αλλά είσαι κότα στο κρεβάτι; Μωρό μου αν το παίζεις αγοράκι θα μάθεις να σε γαμάνε και σαν αγοράκι.
Με παίρνει στη ράχη του και με πηγαίνει σηκωτή στο αμάξι. Όσο και να χτυπάω δε γίνεται τίποτα. Καθώς με πετάει στο πίσω κάθισμα πετάω κάτω τα υπόλοιπα κομμάτια απ’ το πάζλ.
Οι θέσεις στο πάρκινγκ του κλαμπ είναι ονομαστικές. Τα κομμάτια σταματάνε μπροστά στο αμάξι του Σάκη. Αν ο ντετέκτιβ που ερευνά την υπόθεσή μου δεν είναι τελείως μάλακας θα καταλάβει οτι ο Σάκης με έχει απαγάγει. Απλά ελπίζω να μη χαρεί κι αυτός τόσο όταν με βρει δεμένη που να μη θέλει να με λύσει πριν διασκεδάσει με τη σειρά του. Και βασικά ελπίζω να με προλάβει ζωντανή…

3.6.08

Το know how του οργασμού

Ήξερα πώς δεν είχε ποτέ μέχρι τότε οργασμό. Της είπα ότι ήξερα τι χρειαζόταν: τον Γιατρό. Έναν φίλο παλιό- φημιζόταν για την υπομονή του- δεν ήταν τυχαίο ότι όλο παρθένες του κάθονταν. Αλλά την ήξερα καλά. Και ο Γιατρός δεν ήταν ο τύπος της. Πολύ αποστειρωμένος για το γούστο της.

Εκείνο το βράδυ είχε μαγειρέψει και θα βλέπαμε μαζί dvd. Η ώρα μαζί της πάντα περνάει γρήγορα και χωρίς να το καταλάβουμε ήπιαμε αρκετό κρασί. Χαλαρώσαμε, μου έβαλε και μια βότκα, αράξαμε στο σαλόνι. Χαμήλωσε τα φώτα κι έβαλε μουσική. Είχε τις κλειστές της και ήθελε άνθρωπο κοντά. Ήμουν κοντά. Την πήρα αγκαλιά. Μη ρωτήσεις πώς βρέθηκε ημίγυμνη στον καναπέ κι εγώ πάνω σε μια καρέκλα στην κουζίνα της, να ψάχνω στα ντουλάπια πού φύλαγε τα υλικά για τα γλυκά.

Τη θυμάμαι να γελάει όπως της πασπάλιζα άχνη με ένα μικρό σουρωτηράκι. Τη θυμάμαι να λέει «έχει πλάκα, είναι δροσερή όπως πέφτει» κι εγώ να επιβεβαιώνω «το βλέπω, οι ρώγες σου σκληραίνουν» κι εκείνη να κάνει να τις σκεπάσει αλλά «όχι, όχι, κάτω τα χέρια, θα χαλάσεις το γλυκό» να λέω εγώ. Κι έβαζα από δυο βύσσινα σε κάθε θηλή και ύστερα την ράντιζα με βότκα- «μακάρι να μπορούσες να δοκιμάσεις, τρομερή συνταγή» Και χαχάνιζε σαν παιδάκι.

Κι εγώ έγλυφα τα δυο ρυάκια και κυλούσαν τα βύσσινα σαν βώλοι παιδικοί στην κοιλιά της και από εκεί στου βράχου της τη σχισμή. «Όχι εκεί» έκανε να ανασηκωθεί, «ναι εκεί» της είπα «χαλάρωσε πια για λίγο»…

Κυλούσα τα βύσσινα εκεί, ανάμεσα και στην τρυπούλα της μπροστά και τελικά μούσκεψε απ το σιρόπι το μουνάκι της και το ένα γλίστρησε μέσα «αχ, τι έγινε εκεί» είπε τρομαγμένη. Μα «μην ανησυχείς μωρό μου, εγώ είμαι εδώ, θα το πιάσω. Θα το πιάσω και θα το λιώσω ανάμεσα στα δόντια μου να νιώσω το χυμό σου». Και τρύπωσα το δάχτυλό μου μέσα της και έσκυψα και έγλυψα το σιρόπι της. Και έγλειφα και ρούφαγα και πιπίλαγα την κλειτορίδα της που είχε σκληρύνει σαν βύσσινο, που είχε κοκκινίσει κι έλεγες πώς θα σπάσει χείλη μου αν την πίεζα και θα έσταζε παντού ζεστός χυμός μα δεν το έκανα, μόνο την μούσκευα και την φίλαγα και την χάιδευα για ώρα ώσπου ξαφνικά ένα τρεμούλιασμα ένιωσα στο δέρμα της κι έπειτα στη λεκάνη της ένα σπασμό κι εκείνη «δε μπορεί, δεν είναι αυτό» έλεγε και ξαναέλεγε «δε μπορεί, δεν είναι αυτό» αλλά εγώ σκεφτόμουν «ναι μωρό μου, είναι αυτό, μάθε να το αναγνωρίζεις γιατί αν το πάθεις μια φορά μετά είναι πια κεκτημένη τεχνογνωσία, έχεις το know how του οργασμού, ξέρεις πώς να αποκτήσεις πια».

Και μόνο μετά ήταν δύσκολο. Μπορεί ο Γιατρός να έλεγε ότι «αν δεν πηδηχτείς με τον φίλο σου ποιον θα πηδήξεις, τον ξένο άνθρωπο;» αλλά είναι δύσκολο με μια φίλη. Έκατσα λοιπόν με το τζιν και το φανελάκι πλάι της. Σαν μαντράχαλος κανονικός, σαν Νεάτερνταλ, «ουγκ», λέξη δε μπορούσα να βγάλω. Κι εκείνη με κοίταζε με κάτι μάτια που τα ήξερα: ήταν η κλασική ματιά «είχα οργασμό και τώρα είμαι ευτυχισμένη»! Ήταν έτοιμη να μου κάνει πρόταση γάμου. Το ξέρω γιατί την είχα πολύ συχνά αυτή την ματιά, από τότε που γνώρισα τον Γιατρό. Και τον επόμενο. Και τον τωρινό μου. Μόνο που εγώ δεν ήμουν ο Γιατρός, ο πρώην ή ο επόμενός της.

«Πρέπει να φύγω» της είπα τελικά. «Δε θα μείνεις; Πού να τρέχεις τώρα, έχεις πιει κιόλας- μπορείς να οδηγήσεις;» μου είπε. «Ε, μωρέ, κάνω δύσκολο ύπνο, δε μπορώ να κοιμηθώ με άλλον» της είπα, «καληνύχτα ζουζού» και τη φίλησα στο μάγουλο». «Καληνύχτα φιλενάδα» μου είπε και με πήγε ως την πόρτα.

Κατέβαινα τις σκάλες της. Ήμουν αλλόκοτα χαρούμενη. «Δεν υπάρχουν ψυχρές γυναίκες, μονάχα άντρες δίχως υπομονή. Μονάχα άντρες...» και σκέφτηκα τον Γιατρό. Τι να έκανε απόψε ο γλυκός μου, και σχημάτισα το νούμερό του στο κινητό...

24.4.08

Ο Απόστολος και το σούβλισμα του αμνού

Πριν ένα μήνα περίπου ο George Le Nonce κάλεσε τον Άμμο σε ένα παιχνίδι, επινόησης του Infesto, όπου ζητούσαν να περιγράψει τη σχέση του με πέντε αμαρτίες που αναφέρονται στο Πηδάλιον της Ορθοδόξου Πίστεως και συγκεκριμένα τον αυνανισμό, την ομοφυλοφιλία, τη μοιχεία, την αιμομιξία και την πορνεία.Είχαμε πει με τον Άμμο να μοιράσουμε αμαρτίες και να γράψουμε κείμενα χωρίς ευθείες αναφορές, που κανείς να μην ξέρει ποιο ανήκει σ’ εμένα και ποιο σε αυτόν. Αλλά μιας και δε μπορώ να γράψω κατά παραγγελία δεν κατάφερα να ανταπεξέλθω εγκαίρως. Δεδομένου ότι το θέμα είναι θρησκευτικό –και άρα επίκαιρο μέρες που είναι- θα παίξω το παιχνίδι σήμερα...

Ο αδερφός μου μπήκε στο δωμάτιο και με βρήκε μπρούμυτα στο κρεβάτι. Κοκάλωσα εκεί που ήμουν και προσποιήθηκα την κοιμισμένη. Σταμάτησα σχεδόν να αναπνέω αλλά το κόλπο δεν έπιασε. Έσκυψε δίπλα μου στο στρώμα και μου ψιθύρισε στο αφτί.
«Τι κάνεις με το χεράκι σου εκεί»;
Δεν κουνήθηκα. Δεν μίλησα. Και τότε εκείνος είπε «η μικρή Τζένυ κάνει την κοιμισμένη. Αλλά η μικρή Τζένυ δεν ξέρει ότι είναι κακό, πολύ κακό να χαϊδεύουμε τον εαυτούλη μας; Τι θα γίνει αν το μάθει ο μπαμπάς ή η καημένη η μανούλα μας»
;
«Είσαι πολύ μαλάκας» είπα τότε και ανοίγοντας τα μάτια τον κοίταξα.
«Εγώ; Εσένα πιάσαμε στο κρεβατάκι σου με το χεράκι στο βρακάκι σου, ποιος είναι ο μαλάκας»;
«Άντε ρε» κι έκανα να σηκωθώ.
Ο Αποστόλης όμως άπλωσε το μπράτσο του σαν μπάρα και με σταμάτησε.
«Δεν είναι καλό να είσαι εγωίστρια, το ξέρεις αυτό»;
Τον κοίταξα με μισόκλειστα μάτια γεμάτα μίσος. Πάλι λεφτά θα ζήταγε για να μη μαρτυρήσει το βλαμμένο. Πάλι θα μου βούταγε λεφτά απ’ τον κουμπαρά για ηλίθια techno- freak gadgets ή για παλαβά βιβλία παραγγελίες μέσω internet ή για να αγοράσει ταίρι στο Jack Skeleton σκουλαρίκι του –ίσως μια Corpse Bride;
Αλλά ο Αποστόλης συνέχισε να με κοιτάει στα μάτια, με τα γαλάζια αθώα ματάκια του πίσω από τα στρογγυλά geek γυαλά
κια του, χωρίς να ζητάει κάτι, λέγοντας μόνο «κακή εγωίστρια μονοφαγού Τζένη, κακή μικρή εγωίστρια».
«Το μολύβι μου φοράς στα μάτια»; Τον ρώτησα εγώ όσο τον έβλεπα να πλησιάζει κατά πάνω μου».
«Ναι, μου πάει»;
«Είσαι σαν gay- Σπιρτούλης»!
Και ο Αποστόλης έκατσε πάνω μου βγάζοντας τα γυαλιά του και κολλώντας τη μούρη του στη δική μου. Με πιάσανε τα γέλια αλλά δε μπορούσα να γελάσω καλά, μου είχε πλακώσει το θώρακα.
«Μη ρε βλάκα, ξεκαβάλα, θα σκάσω» μα εκείνος μου έπιασε τα χέρια κι εγώ για πρώτη φορά πρόσεξα πόσο βαθύ σκούρο μπλε χρώμα έχουν τα μάτια του αδερφού μου.
«Θα τιμωρηθείς που είσαι τόσο εγωίστρια και δεν παίζεις στο παιχνίδι σου τα άλλα παιδάκια»;
«Τι»; Γέλασα εγώ.
«Αυτό που σου λέω. Γύρνα μπρούμυτα»!
«Τι λες μωρέ»
«Γύρνα και μην τολμήσεις να φωνάξεις τη μαμά γιατί θα σου γεμίζω ιούς το pc, κατάλαβες»
! είπε και μου έστριψε το χέρι.
«Αου, άου! Ηλίθιο! Πονάω»!
«Το ξέρω! Γύρνα λοιπόν».
Γύρισα μπρούμυτα και μου είπε να βάλω το χέρι μου εκεί ακριβώς που το είχα πριν. «Δεν έχεις δικαίωμα να μου φέρεσαι σαν...» πήγα να πω, αλλά μου πίεσε το πρόσωπο στο μαξιλάρι. «Θα είσαι καλό και υπάκουο κορίτσι, ναι; Βάλε το χεράκι σου εκεί που πρέπει»!
Ήμουν 15 χρονών και ο Αποστόλης 17μισό. Τον άφηναν να βγαίνει, του είχαν εμπιστοσύνη, είχε και κορίτσια –όλο τις βοήθαγε με τους υπολογιστές, δε
μπορεί, κάποια θα του καθόταν. Αν μου άρεσε ο Αποστόλης; Ως άντρας; Δεν ξέρω. Μα δεν ήταν άντρας. Ήταν ένα ψηλό γαλανομάτικο αγόρι με γυαλάκια και τόσο σπαστικά έξυπνος που ήθελα να τον βαρέσω. Δεν είχα σκεφτεί να του κάνω κάτι άλλο ποτέ. Μόνο να τον βαρέσω! Ως εκείνο το απόγευμα. Που έσκυψε στο αφτί μου και μου είπε ...
«Συνέχισε εσύ να παίζεις σαν ένα μικρό εγωιστικό κοριτσάκι και θα σου δείξω τι χάνεις με το να μην κάνεις παρέα τα αγοράκια».
Και μου τράβηξε απαλά κάτω τη φόρμα. Και το κιλοτάκι. Κι όπως έγειρε πάνω μου έβαλε το χέρι του μπροστά στο στόμα μου. Και θυμάμαι του δάγκωσα τα δάχτυλα. Για να μην φωνάξω.
«Πώς είναι να ακουμπάς και κάποιον άλλο με τα δαχτυλάκια σου την ώρα που το χαϊδεύεις; Ε; Για πες μου, πώς είναι
να σε σουβλίζουν σαν μικρό αρνάκι στον ρομαντικό σου λιβάδι»;
Ένιωθα το σκουλαρίκι του, τον μικρό Jack Skeleton να γαργαλάει το αφτί μου και θυμάμαι δε μπορούσα να πω λέξη. Από ντροπή. Ή έκπληξη. Ή ηδονή. Μάλλον όλα μαζί. Θυμάμαι ότι παρότι ήμουν μπρούμυτα κι έβλεπα μόνο το κεφαλάρι του κρεβατιού μου, εγώ μπροστά μου έβλεπα ξανά και ξανά τα μπλε μάτια του, βαμμένα με το μολύβι μου γύρω γύρω και ήταν σα να μην τα είχα ξαναδεί ποτέ και ήθελα να βάλω τα κλάματα γιατί εγώ ήθελα να με κρατάει αγκαλιά και να μου λέει γλυκόλογα κι εκείνος μόνο «το σκεφτόταν το πουτανάκι ότι θα έρθει η στιγμή να το γεμίσουν; Το σκεφτόσουν πουτανάκι, πες μου; Σ’ αρέσει που σε γεμίζω;». Κι εγώ ήθελα να βάλω τα κλάματα κι έβλεπα τα σκούρα μπλε μάτια του μπροστά μου και έπαιρνα ανάσες και δεν ήξερα τι να αισθανθώ. Δεν ήξερα.

Το βράδυ
στο τραπέζι δεν είχα όρεξη και ο Αποστόλης έφτασε αργοπορημένος απ’ τη βόλτα με το μηχανάκι με τους φίλους του. Ούτε την επομένη είχα όρεξη, ούτε τη μεθεπομένη και δεν ήθελα να βγω απ’ το δωμάτιο. Και η μαμά μου έστειλε το φαγητό με τον Απόστολο, μήπως με καταφέρει να φάω κάτι. Μπήκε και με βρήκε στο σκοτάδι, άυπνη τρεις μέρες. Τα μάτια του ήταν πάλι διαφορετικά. Ήταν πάλι σκούρα μπλε.
«Τα μάτια σου κανονικά είναι γαλάζια, αυτά τα μάτια που φοράς όταν μπαίνεις εδώ δεν είναι τα δικά σου, όταν μπαίνεις εδώ δεν ξέρω ποιος είσαι» του είπα και τον έσπρωξα όταν πήγε να πλησιάσει.
«Τα δικά σου μάτια πάλι είναι πάντα καστανά και το δέρμα σου έχει γεύση από κάστανο και όταν μπαίνω εδώ θέλω να σε πάρω με χίλιους τρόπους μέχρι να νιώσω κάθε μυ και κόκαλο μέσα στο κορμάκι σου».

Έρευνες λένε πως το 15% των κοριτσιών και το 10% των αγοριών παίζουν σεξουαλικά παιχνίδια με τα αδέρφια τους –αυτό μεταφράζεται σε επίδ
ειξη γεννητικών οργάνων και χαδάκια, όχι επαφή. Εμείς δεν ήμασταν σε αυτή τη στατιστική. Ερχόταν στο δωμάτιό μου για καιρό. Αν και όχι πολύ συχνά. Με τα σκούρα μπλε μάτια του. Και μόνο την ημέρα που έφυγε για το Μεταπτυχιακό στην Αγγλία μου άφησε στο κομοδίνο αυτό.

Και ήξερα ότι η παιδική ηλικία πέρασε. Μεγαλώσαμε. Και δεν θα τον ξαναδώ. Έτσι.

3.9.07

Θέλω να είμαι σκυλάκι σου…

Ξύπνησα με τη μυρωδιά σου πάνω μου.
Ξύπνησα και μύριζα σαν λαγωνικό το μαξιλάρι. Έπιανα το μουσκεμένο ύφασμα και το έσκαβα με τα νύχια μου, έχωνα τη μύτη στις πτυχές του.
Ξύπνησα χάλια μετά από έναν ύπνο γεμάτο απ’ το σώμα σου. Που έβλεπα το πρόσωπό σου. Το άγγιζα. Το έπιανα, σε φίλαγα, γέλαγες.
Ξύπνησα κι είχα την αίσθησή στο στόμα μου. Την ανάσα σου –αλκοόλ και τσιγάρο.
Ξύπνησα και δεν ήθελα να ανασάνω. Δεν είχα το κουράγιο κι ούτε μ’ ένοιαζε. Ήθελα να πεθάνω εκείνη τη στιγμή, εκείνη την ώρα, με το άρωμά σου πάνω μου.
Ξύπνησα κι ούτε καν πλύθηκα, ντύθηκα και βγήκα στο δρόμο. Ρουθουνίζοντας σαν λαγωνικό. Βγήκα και οσφράνθηκα τον αέρα και ήξερα πώς έχεις γυρίσει. Είσαι κάπου σ’ αυτή την πόλη.
Έ
χεις γυρίσει, δε με πήρες τηλέφωνο, δεν μου το είπε κανείς μα το ξέρω. Το ξέρει ο ύπνος μου, η ανάσα μου, ο παλμός μου που χτυπάει πιο γρήγορα χωρίς λόγο, πιο γρήγορα μόλις σκεφτώ το όνομά σου.
Γύρισες και το ξέρω γιατί ξαφνικά αισθάνομαι πάλι. Αισθάνομαι. Χαρούμενος. Αδέξιος. Οργισμένος. Πιεσμένος. Ανίκανος. Χαζός. Λίγος. Λιγότερος. Ερωτικός. Άσχημος. Μέσα σου. Πουθενά. Ξεχωριστός. Συνηθισμένος. Παντού. Εγκαίρως. Κάπως. Ίσως. Έτσι. Αλλιώς. Με κάνεις και αισθάνομαι…
Γύρισες κι εγώ ακόμα γυρίζω εκεί έξω. Όπου να ναι, αρκεί μακριά σου. Να σε ξεχάσω. Μα εκεί στο πουθενά αναρωτιέμαι "τι γυρεύω εγώ εδώ". Και τότε σε θυμάμαι. Το κάθε μακριά με φέρνει πιο κοντά σου.
Νύχτωσε κι εγώ πίνω και γυρνάω σαν δαρμένο σκυλί στους δρόμους. Γυρνάω αλυχτώντας στα φανάρια, γρυλίζοντας σε όποιον με κοιτάζει.
Γύρισες κι εγώ περιφέρομαι αδέσποτος. Κι αν με ξαναπλησιάσεις ποτέ θα σε ξεσκίσω με τα δόντια μου. Θα σε κατασπαράξω. Θα φάω κάθε σάρκα και θα γλείψω τα κόκαλά σου. Δε θα αφήσω άλλον να σε γευτεί.
Μην πλησιάζεις. Άσε με εδώ, σε απόσταση. Πού και πού δίνε μου ένα ξεροκόμματο.
Να σε φιλάω μόνο.
Το μόνο που θέλω είναι να σε φυλάω.
Το μόνο που θέλω να είμαι ο σκύλος σου.


«που πια δεν έχω τίποτε άλλο
μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
να φωνάζω από 'σένα και να με χτυπά η φωνή μου
να μυρίζω από εσένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι»

Οδυσσέας Ελύτης - Μονόγραμμα


20.6.07

Πλάσμα από νύχτας γένος

(“Μπορείς να ανακατέψεις σε μια ιστορία Massive Attack, Portishead, Faithless, Chemical Brothers, Death in Vegas, Prodigy, Nine Inch Nails, Archive και δεν ξέρω τι άλλο και να γίνει μια sexy, μυστηριώδης, διαβολική, ατμοσφαιρική ιστορία που θα διαδραματίζεται σε σκοτεινά κλαμπ, σοκάκια με σκουπίδια, μηχανές που πετάγονται ξαφνικά, περίεργες συναλλαγές, σεξ στα όρθια, με καλοντυμένους μαφιόζους, ζόρικους πορτιέρηδες αδύνατες σεξομανείς γκόμενες και άλλες χαζομάρες που κατέβασε το γεμάτο κλισέ Παπακαλιάτικο κεφαλάκι μου –χε χε. Vain»

OΚ, με τόσους όρους που μπήκαν, την άλλη φορά αλυσοδέστε με κιόλας, βάλτε μου χειροπέδες και πετάχτε με και σε μια δεξαμενή για να γράψω! ΥΓ: Τα τραγούδια να τα ακούτε με τη σειρά παρακαλώ!

Έσπρωξε τη βαριά δερμάτινη πόρτα και προχώρησε στον χώρο. Μυρωδιά οπίου και ένα πράσινο σμαραγδί έφεγγε κάτω από τη ζάχαρη, που καιγόταν στο κουταλάκι στο χείλος των ποτηριών. Αδράνεια σερνόταν στα ναρκωμένα μέλη των θαμώνων –γιατροί και δικηγόροι, η χειρότερη φάρα όπως σκεφτόταν πάντα ο Κάρλος. Που βρέθηκε ξανά στη νωχελική πολυτέλεια του κλαμπ 'κείνη τη νύχτα αϋπνίας. Με το κορμί του τσιτωμένο και τον εγκέφαλο αγκιστρωμένο στην ανάγκη του.

Η Μέρνα του έφερε ποτό και του έδειξε τον Κριστόφ απέναντι. Ο ψηλός Ουκρανός τον χαιρέτησε χαμογελώντας και άστραψε το διαμάντι στο μπροστινό του δόντι. «Ο προπάππος μου το έκλεψε από το αυτί της Μεγάλης Αικατερίνης ένα βράδυ σε κάποιο από τα γνωστά της όργια. Δεν της το τράβηξε. Το έκοψε με τα δόντια του» του είχε πει μια νύχτα πριν δυο μήνες σφίγγοντας του το χέρι. Ο Κάρλος τότε είχε τακτοποιήσει έναν αλήτη που ενοχλούσε, έξω απ’ το μπαρ, μια απ’ τις γυναίκες του Κριστόφ. «Κανείς δεν αγγίζει τα κορίτσια μου» του είχε πει ο Ουκρανός. «Μόνο εγώ χτυπάω τις σκύλες μου» και λέγοντας το χαστούκισε την μικρή τόσο δυνατά που, όπως γύρισε το πρόσωπό της απ’ την άλλη, νόμιζες πως θα ’σπαγε το σβέρκο της. Από τότε τον άφηνε να μπαίνει στο κλαμπ ελεύθερα. Κι ας μην ήταν ευκατάστατος, γιατρός μήτε δικηγόρος.

«Ήρθε;» ρώτησε τη Μέρνα.
«Ποιος» απάντησε σα να μην ήξερε.
«Ο μικρός».
«Α, τον φουκαρά, δεν τα έμαθες; Τον γαλβανίσανε κανονικά σήμερα» του είπε εκείνη σιγανά. «32 κομμάτια μέταλλο βγάλανε από πάνω του».
Οι κόρες του Κάρλος διεστάλησαν –πράγμα που έτσι κι αλλιώς συμβαίνει τη νύχτα. Αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν από το μισοσκόταδο, μα απ' την ένταση. Το τσογλανάκι είχε πεθάνει. Πια δε χρειαζόταν να παίρνει ό,τι χρειαζόταν με το σταγονόμετρο…
«Πού είναι η Ντέμπορα;» ρώτησε.
«Η Ντέμπορα δεν είναι καλά, να την αφήσεις ήσυχη».

Ο Κάρλος ήπιε το ουίσκι μονοκοπανιά και σηκώθηκε. Προχώρησε βιαστικά προς τα καμαρίνια, μα ένας μπράβος τον σταμάτησε. Ο Κάρλος τον έσπρωξε, ο μπράβος άπλωσε τα χέρια στο λαιμό του.
«Άσ’ τον κάτω» είπε η Ντέμπορα ακούγοντας τη φασαρία.
Φορούσε ένα φόρεμα, όλο μαύρη πυκνή δαντέλα, τη σκέπαζε απ’ το λαιμό ως τους αστραγάλους. Μα τίποτα δε μπορούσε να κρύψει το κορμί της. Γεμάτο καμπύλες κι επικίνδυνες στροφές -όσοι γλύτωσαν από αυτές βρέθηκαν νεκροί στους υπονόμους της.
«Λυπάμαι για τον Πιτ» της είπε.
«Έτσι κι αλλιώς δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Ίσως να ήταν για το καλύτερο».
«Σου άφησε κάτι» ρώτησε ο Κάρλος μπαίνοντας στο καμαρίνι της.
«Αν σε δει εδώ ο Κριστόφ θα σε καθαρίσει κι εσένα απόψε. Τι ψάχνεις;».
«Ένα μικρό λαμπερό κουτάκι; Δε με νοιάζει το κουτί, είναι ακριβό, κράτα το, μα μέσα έχει κάτι για μένα».
«Φύγε, θα ψάξω. Μετά το νούμερό μου θα σε βρω. Κέρασε με ποτό –σαμπάνια με ένα φρεσκοκομμένο κεράσι μέσα, μη δώσεις στόχο» και δεν του άφησε περιθώριο να μιλήσει.

Στον διάδρομο ο μπράβος τον αγριοκοίταξε και καθώς πέρναγε δίπλα του έκανε μια απότομη κίνηση μπροστά, για να τον φοβερίσει. Μα ο Κάρλος γυρνώντας το κεφάλι του έσφιξε ψηλά τα χείλη και έδειξε τα δόντια του. Ο σκύλος οπισθοχώρησε σκιαγμένος. Έκανε το σταυρό του. Όπως όλοι οι νταήδες, ήταν θρήσκος κι αυτός.

Η Ντέμπορα βγήκε στη σκηνή με τα λυμένα της μαλλιά να λάμπουν κάτω από τα φώτα. Σαν κοσμικό δελφίνι κολυμπούσε στο χώρο και το άρωμά της ταξίδευε τους ναυαγούς σε βυθούς μυστικούς. Κατοικημένους από μύθους και πλάσματα εξωτικά, κρυμμένα σε γαλέρες βυθισμένες από καιρούς αλλοτινούς. Πάνω σε θάλασσες με μαύρο ρούμι η Ντέμπορα είδε να επιπλέει το κουφάρι των ονείρων της και μια σταγόνα τινάχτηκε στα μάτια της. Μια σταγόνα που έτσουξε πολύ. Κύλησε και στάθηκε στην άκρη του ματοτσίνορου. Ένα δάκρυ για εκείνον τον μικρό. Τον μικρό Πιτ. Τον θλιμμένο αλήτη που δε θα την έσωζε ποτέ πια από εκεί…

Αγέρωχη συνέχισε να μοιράζει το λάγνο βλέμμα της, αντίδωρο στους χοίρους, αφήνοντας τα χαρτονομίσματα να αγκιστρώνονται στο φόρεμά της –εντεταλμένες πεταλούδες της κολάσεως.

«Δύσκολο να πενθήσεις σε αυτό το μέρος», της είπε καθώς εκείνη έπινε μονορούφι τη σαμπάνια της.
«Έχω όλη μου τη ζωή μπροστά για να πενθώ. Έχω όλη μου τη ζωή για να την πενθήσω». Απάντησε λιώνοντας το κεράσι ανάμεσα στα χείλη της.
«Κόκκινα σαν το αίμα» -της είπε ο Κάρλος σκουπίζοντάς τα με το δάχτυλό του.
«Το αίμα σημαίνει γρήγορα» απάντησε αυτή.
«Βρήκες το κουτί»;
«Ίσως είναι στη μηχανή του. Είναι παρκαρισμένη κάπου πίσω».
«Πάμε».

«Δεν μπορώ να φύγω έτσι, θα…»

«Κάποτε είπες ότι θα έφευγες μαζί μου μέχρι το τέλος του κόσμου».

«Κάρλος, αν δεν το βλέπεις γύρω σου, είμαστε ήδη στο τέλος του κόσμου»!
«Πάμε».
Την τράβηξε με δύναμη κι εκείνη, κάπως αγχωμένη, κοίταξε πίσω τους. Ο Κριστόφ έκλεινε μια συμφωνία όπλων, κανείς δεν τους είδε. Για λίγο δε θα τους κυνηγούσαν.

Περπάτησαν μέσα στη νύχτα και μπήκαν στα στενά. Βρήκαν τη μηχανή του Πιτ και άνοιξαν τη σέλα. Το μικρό λαμπερό κουτί ήταν εκεί. Ο Κάρλος το έριξε με φόρα στην τσέπη του και χαμογέλασε με ένα γέλιο σχεδόν σατανικό.

«Αν ήξερες» της είπε.
«Αν ήξερα;»
Την άρπαξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε, με τόση δύναμη που σχεδόν της πήρε όλον τον αέρα.

«Αν ήξερες πόσο σε θέλω».
«Τόσο ώστε να με παρατήσεις στα χέρια τους».
«Σ’ άφησα μέσα σε ανθρώπους».
«Με άφησες μέσα σε κτήνη»!
«Σ’ αγαπούσα και σε άφησα στους ανθρώπους».

«Αν μ’ αγαπούσες έπρεπε να με κρατήσεις πλάι σου».
«Δεν είμαι πλάσμα από ανθρώπου γένος» της είπε αυτός.
Την έπιασε απ’ το χέρι και την τράβηξε πάλι στα στενά.

«Πού πάμε», ρώτησε εκείνη παραπατώντας πάνω στα ψιλοτάκουνα.
Εκείνος δε γύρισε, μα λίγα μέτρα πιο κάτω έστριψε σε ένα ακόμα δρομάκι. Μέσα στο μισοσκόταδο την κόλλησε στον τοίχο και έσκυψε μπροστά της.
«Αν ήξερες τι είσαι για μένα. Και πόσο χρόνο μου πήρε να πάρω την απόφαση να γυρίσω να σε βρω».
«Να βρεις εμένα ή το κουτί; Τι έχει μέσα»; Ρώτησε εκείνη.

«Τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο μέσα στο κτήνος».

Και πίεσε το κορμί του πάνω στο δικό της κάνοντας τα κόκαλά της να τρίξουν όπως τρίβονταν στον τοίχο της μάντρας.
«Μου έλειψες» του είπε εκείνη, ενώ ο πόνος της γδαρμένης σάρκας ξύπναγε τη ναρκωμένη της ύπαρξη.
«
Θέλω να σε γαμήσω σαν κτήνος» ψιθύρισε στο αφτί της ο Κάρλος και πέρασε το χέρι του πίσω από την πλάτη της. Χάιδεψε την ραχοκοκαλιά της αργά κατεβάζοντας το φερμουάρ. «Μην μου το κάνεις, μη μου το κάνεις αυτό...» είπε εκείνη ξεψυχισμένα.
«Ποιο μωρό μου; Να μη σου αφήσω κι άλλες αναμνήσεις που πονάνε. Άλλες αναμνήσεις να σε βασανίζουν όταν λείπω»;
«Μόνο εσύ με παίρνεις έτσι…»
«Ναι μωρό μου, μόνο εγώ μπορώ να σε πάρω έτσι.Όπως θες. Όπως σου αξίζει» και σήκωσε ψηλά το φουστάνι της. Το τράβηξε με φόρα και την άφησε γυμνή.
«Τι κάνεις; Είσαι τρελός; Τριγυρνάνε πρεζάκια εδώ γύρω, εδώ …».

«Σσσσς», την ησύχασε εκείνος. «Έλα να κάνουμε έρωτα ακούγοντας το θάνατο γύρω μας …».
«Δεν είσαι πλάσμα εσύ από ανθρώπου γένος», μουρμούρισε εκείνη και ήταν το τελευταίο πριν παραδοθεί. Καθώς ο Κάρλος έχωνε τη γλώσσα του στο στόμα της, με το χέρι του ναμουσκεύει τα μισοφέγγαρα ανάμεσα στα πόδια της.
Η Ντέμπορα αναστέναξε, ένα «άααχ» λιγωμένο, απόλυτης παράδοσης και ηδονής.
«Τι μωρό μου», της είπε εκείνος σάμπως να μην καταλάβαινε.
«Με κάνεις να αισθάνομαι… ααχ…» ξανάφησε τη φράση μισοτελειωμένη εκείνη, και τα γόνατά της σα να λύγισαν ξαφνικά. Ένιωσε το κορμί της τεντωμένο σαν τόξο και τους λαγόνες της να σφίγγονται παγιδεύοντας τα βρεγμένα δάχτυλα του ανάμεσά τους. Τα μάτια της είχαν ανοίξει πελώρια σα να τον ικέτευε επιτέλους να την πάρει, να τελειώσει αυτό το μαρτύριο της επιθυμίας της κι εκείνος, τράβηξε με δύναμη τη ζώνη του και άνοιξε τα κουμπιά του τζιν του.
«Αχ Θεέ μου», βόγκηξε εκείνη και αρπάχτηκε απ΄ την πλάτη του ενώ τον ένιωσε να μπαίνει μέσα της.

«Θέλω να με σκίσεις, κατάλαβες»; Του ψιθύρισε.

Κι εκείνος γέλασε.

«Θα σε σκίσω μωρό μου, θα σε ανοίξω στο φως...».

Η Ντέμπορα έκλεισε τα μάτια και έμεινε να πηγαινοέρχεται στον ρυθμό του, το κορμί της σπαρταρούσε στα χέρια του, όταν άκουσαν φωνές. Της έκλεισε το στόμα με την παλάμη και τραβήχτηκε γρήγορα. «Πάμε» της έκανε νόημα. Μα εκείνη παραπάτησε στα ψηλά της τακούνια -το ένα έσπασε. «Γαμώτο!» είπε και τότε «Από εδώ» φώναξε κάποιος που άκουσε τη φωνή της. Κι άρχισαν να τους κυνηγούν.

Τα πόδια της χτύπαγαν με δύναμη στο πλακόστρωτο και εκείνος την τράβαγε «άσε με, φύγε, δε μπορώ έτσι να τρέξω, φύγε, θα μας σκοτώσουν και τους δυο» φώναζε αυτή μα τότε εκείνος «μη μιλάς έτσι, μη ζητάς να σε εγκαταλείψει ένας λύκος σαν κι εμένα» και ξάφνου την πιάνει, την ρίχνει στον ώμο του κι αρχίζει να τρέχει. Την ρίχνει έτσι γυμνή, ολόγυμνη στην πλάτη του και αρχίζει να τρέχει στα τέσσερα. Στα τέσσερα σαν λύκος. Σαν λύκος.

Ξημέρωμα στην πόλη κι ο ήλιος ανατέλλει πίσω από πολυκατοικίες, γκαράζ, άδεια πάρκα και βρόμικες πλατείες. Είναι μέρα και εκείνος τρέχει με ένα γυμνό κορίτσι στην πλάτη του, την παίρνει μακριά από όσα ξέρει. Εκείνη κοιτάζει πίσω και βλέπει τα φώτα. Μα δεν τα θέλει πια. Κοιτάζει πίσω και μέσα στην Ανατολή βλέπει το σκοτάδι. Των ανθρώπων. Κοιτάζει μπρος και το μόνο μαύρο που βλέπει είναι τα μαλλιά του. Αρπάζεται από πάνω τους και τον αφήνει να την τραβήξει μακριά. Στο δικό του σκοτάδι. Της αλήθειας του κτήνους. Να σκίσει το κορμί της ξανά και ξανά. Ώσπου να την ανοίξει όλη στο φως. Κουτί λαμπερό. Στα χέρια του.