CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δανεισμενα - Εμπνευσμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δανεισμενα - Εμπνευσμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27.5.08

A rose is a rose is a thorn is a garden (Ασκήσεις ύφους και άμμου)

[Πριν τρεις μέρες στο εξαιρετικό μπλογκ «Η ζωή στην κατηραμένη νήσο» άφησα ένα αρκετά πολιτικό σχόλιο σε μια μάλλον πικρή αλλά καλογραμμένη προσωπική ιστορία της Στάσσας. Χτες η Τανίλα σχολίασε για το σχόλιό μου «Kυρ Άμμε, έχει σημασία; Μια ωραία ιστορία είναι πάντα μια ωραία ιστορία. Ψοφάω για ιστορίες.» κι έτσι ένα ωραιότατο φλας έσκασε στο μυαλό μου με αφορμή την Τανίλα.]

Α. Βιωματική αφορμή – Βασικό αφηγηματικό υλικό
Πέφτοντας στην Κυριακή πάνω στο τσοντοκιμαντέρ «Ο οίκος της ηδονής» του Σκάι, παρακολούθησα κυριολεκτικά με ανοιχτό το στόμα έναν πατέρα και ένα γιο να έχουν πάει μαζί σε ένα πορνείο, για να συνευρεθούν ταυτόχρονα με την ίδια πόρνη. Κατά τη διάρκεια της συνεύρεσης αλλά και στη συνέχεια, δήλωσαν χαρούμενοι στην κάμερα πόσο απήλαυσαν την εμπειρία τους, αφού δουλεύουν πολύ και οι δυο τους, οπότε περνούν λίγο χρόνο ο ένας με τον άλλο.

Β. Του ύφους – Με τον τρόπο του παλαιού «άμμου»
Το κομψό πορνογραφικό βλέμμα: Κάθισαν ταυτόχρονα στο κρεβάτι, δίπλα δίπλα πατέρας και γιος, με βλέμματα ηλεκτρισμένα από τον πόθο, με σώματα ξαναμμένα από την προσμονή και ανοιγμένα τα γόνατα. Η νεαρή πόρνη άρχισε να βγάζει αργά τα ρούχα της, λικνίζοντας νωχελικά το σώμα της μπροστά τους, πότε τρίβοντας τις θηλές της, πότε αγγίζοντας φευγαλέα τα χείλη και το λαιμό τους. Είχε μείνει μόνο με τα εσώρουχα, όταν στερέωσε ένα πόδι της μπροστά από κάθε πέος και είπε: «Άντε βρε, μην ντρέπεστε... Μόνο για μάτι ήρθατε;» Συγχρονισμένα ξεκίνησαν να βγάζουν τα πουκάμισά τους, ενώ αυτή είχε μοιράσει τα χέρια της, να χαϊδεύουν από ένα στέρνο και κοιλιά, σκυμμένη ώστε το στήθος της να στέκεται διαγώνια μπροστά από τα πρόσωπά τους. Ξεκούμπωναν ήδη τη ζώνη και τα κουμπιά του παντελονιού, όταν τα χάδια της έγιναν σπρωξιές, ρίχνοντας και τους δύο κορμούς πίσω στο κρεβάτι. «Από εδώ και πέρα αναλαμβάνω εγώ...» ψιθύρισε, ξάπλωσε κάθετα από πάνω τους, ανέσυρε το πέος του πατέρα, που υπολόγισε ότι θα χρειαζόταν λίγο περισσότερη βοήθεια και το έφερε στο στόμα της, ενώ τα στήθη της τριβόταν πλέον πάνω από το υπογάστριο και το πέος του γιου. Δε χρειάστηκε παραπάνω από μισό λεπτό για να ερεθιστούν πλήρως, να βγάλουν με βιασύνη παντελόνια, σώβρακο και μποξεράκι, να τη ρίξουν μπρούμυτα και να σπρωχτούν ποιος θα πέσει πρώτος επάνω της. «Σιγά γαμιάδες, σιγά, για μια ώρα πληρώσατε, δε θα σας ξεπετάξω στο δεκάλεπτο» διαμαρτυρήθηκε και ξεγλίστρησε ανάμεσα στα ιδρωμένα τους σώματα. Οι δύο άντρες ανασηκώθηκαν, στάθηκαν αντικριστά και κοιτάχτηκαν για μια στιγμή από πάνω ως κάτω, σταματώντας το βλέμμα λίγο περισσότερο στην περιοχή των γεννητικών οργάνων, με αυτή να σχολιάζει «Όλα σου τα πήρε ο μικρός, πουτσαρά μου, όλα. Λοιπόν μείνετε όπως είστε.» Προχώρησε, ανακάθισε στα γόνατα και στάθηκε ανάμεσά τους, οδηγώντας με τα χέρια το πέος του πατέρα στον πρωκτό της και του γιου στο αιδοίο της. Προσπάθησαν και οι δύο να μπουν ταυτόχρονα μέσα της, ο γιος με μια απότομη ώθηση, ο πατέρας πιο αργά για να μην πονέσει ο ίδιος ή και την τραυματίσει, το λιπαντικό όμως που είχε χρησιμοποιηθεί παντού άφθονο από πριν, τους διευκόλυνε όλους. Αργά, ηδονικά, προσέχοντας να μην αγγιχτούν αλλά κοιτάζοντας συνέχεια ο ένας τον άλλο, μπήκαν και βγήκαν για αρκετή ώρα μέσα της, στην αρχή ανασηκωμένοι πάνω στο κρεβάτι, στη συνέχεια πέφτοντας κάτω, με το γιο ακόμα μέσα στον κόλπο της και ξαπλωμένο, τον πατέρα να ασθμαίνει και να βογκά πάνω από τους δυο τους. Τελείωσαν σχεδόν μαζί, πρώτος ο γιος γιατί δεν άντεχε άλλο, μετά ο πατέρας που ήξερε πια να κρατιέται όσο χρειάζεται. Αρκετά έξυπνη για να εκμεταλλευτεί την ευτυχισμένη τους αποχαύνωση, εκείνη ρώτησε χαμογελώντας: «Θα σας πείραζε να τραβήξουμε ένα μικρό βιντεάκι, όσο χαλαρώνετε;»
Η κλασική αφηγηματική τρικλοποδιά: Κάθισαν αμήχανα στο κρεβάτι, δίπλα δίπλα αλλά όχι κολλητά, με τα χέρια σφιγμένα πάνω στα σώματά τους, χαμογελώντας αμήχανα χωρίς να κοιτάζονται, τα πόδια κλειστά, σαν να ήθελαν να κρύψουν τα γεννητικά τους όργανα. Η νεαρή πόρνη άρχισε να βγάζει αργά τα ρούχα της, λικνίζοντας νωχελικά το σώμα της μπροστά τους και τρίβοντας τις θηλές της. Στην αρχή άγγιζε φευγαλέα τα χείλη και το λαιμό τους, αντιλήφθηκε όμως πως αντάλλασσαν αγχωμένα βλέμματα με την άκρη του ματιού τους και σταμάτησε, επιταχύνοντας το στριπτίζ. Είχε μείνει μόνο με τα εσώρουχα, όταν στάθηκε πια ακίνητη και είπε: «Άντε βρε, μη ντρέπεστε... Μόνο για μάτι ήρθατε;» Ξεκίνησαν να βγάζουν τα πουκάμισά τους, όσο πιο αργά μπορούσαν, ενώ αυτή χαϊδευόταν μόνη της, προσπαθώντας να σκεφτεί πως θα τους κινητοποιήσει. Ξεκούμπωναν επιτέλους τη ζώνη και τα κουμπιά του παντελονιού, όταν αυτή έσκυψε μπροστά από το μεγαλύτερο, απλώνοντας το χέρι στο πέος του μικρότερου. «Από εδώ και πέρα αναλαμβάνω εγώ...» ψιθύρισε, αρχίζοντας να θηλάζει το πέος του ενός και να μαλάζει το πέος του άλλου... Είχαν περάσει ήδη δέκα λεπτά, το στόμα της είχε πάρει να μουδιάζει και το χέρι της να πιάνεται, σταμάτησε για μια στιγμή, σήκωσε το κεφάλι της και διαμαρτυρήθηκε «Γαμιάδες, δε λέω, για μια ώρα πληρώσατε, αλλά δεν παίρνετε μπρος με τίποτα, κάνω κάτι λάθος; Δεν έχουμε και όλη τη μέρα δική μας». Οι δύο άντρες ανασηκώθηκαν από το κρεβάτι, με τα παντελόνια τους να πέφτουν στους αστραγάλους, στάθηκαν αντικριστά και κοιτάχτηκαν για μια στιγμή από πάνω ως κάτω, σταματώντας το βλέμμα για λίγο με τρόμο στην περιοχή των γεννητικών οργάνων. Ο μεγαλύτερος σχολίασε: «Πώς μας ήρθε να το κάνουμε αυτό;» και ο μικρότερος απάντησε: «Δεν ξέρω, κι εμένα μου φάνηκε ωραία ιδέα, αλλά τώρα έχω φρικάρει τελείως. Σε αγαπάω δε λεώ, αλλά όχι κι έτσι.» Προχώρησε, στάθηκε ανάμεσά τους, και άπλωσε τα χέρια της προς τα πέη τους, ελπίζοντας ότι τα χάδια της μπορεί να άλλαζαν γνώμη στο πάνω και γωνία στο κάτω κεφάλι. Ο μεγαλύτερος τραβήχτηκε προς τα πίσω και ο μικρότερος σχεδόν την χτύπησε απομακρύνοντας την παλάμη της μακριά. «Πατέρα πάμε να φύγουμε.» είπε κι ενώ αυτή τους κοιτούσε με απορημένα μάτια, ξεκίνησαν να ντύνονται όσο πιο γρήγορα γινόταν. Αρκετά εύστροφη για να εκμεταλλευτεί την απογοήτευσή για τα πεταμένα λεφτά, ξαφνικά τους ρώτησε: «Θα σας πείραζε να τραβήξουμε ένα μικρό βιντεάκι, αφού ετοιμαστείτε; Αν συμμετέχετε θα μπορέσω να σας κάνω και κάποια έκπτωση, δεν κάνατε που δεν κάνατε τίποτα...»
Το ρεαλιστικό κλείσιμο του ματιού: Η πενηντάχρονη καλοδιατηρημένη τσατσά μέτρησε για άλλη μια φορά με προσοχή τα δολάρια, οκέι, ήταν ακριβώς χίλια. Της άρεσε της Πίτσιζ η νέα της θέση στο “Happy bunnies’ ranch”, από παλιά αυτό γούσταρε στα πορνεία, το ζουζούνισμα των αντρών, τις χαζοκουβέντες με τις άλλες γυναίκες, τα άπειρα λεφτά που περνούσαν από το χέρια σου και κάποια έμεναν σε εσένα. Το ίδιο το σεξ δεν της έλεγε πια και πολλά χωρίς συναίσθημα, πιθανόν εκεί να ήταν από την αρχή το πιπέρι στην όλη ιστορία, αλλά πώς να το ήξερε τότε, που να το έβρισκε πλέον; Να καλή ώρα η Σάνσετ, έλαμπε από περιέργεια που θα έκανε το πρώτο της τρίο με συγγενείς, είχε φορέσει και τα πιο ακριβά της εσώρουχα για να το γιορτάσει. Προσπάθησε να θυμηθεί πριν πόσο καιρό ήταν η πρώτη φορά που είχε κάνει κάτι τέτοιο, πόσες φορές μετά το είχε βαρεθεί. Δεν μπόρεσε, μια ολόκληρη παρέλαση από σώματα, πούτσους, στήθη και μουνιά πέρασαν από μπροστά της, σαν σάρκινο καλειδοσκόπιο που δε δημιουργούσε κανένα συγκεκριμένο σχήμα. Χάζεψε λίγο στο κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης τη Σάνσετ με τους δύο άντρες, γούστο είχε, τώρα που γδύθηκαν πατέρας και γιος έμοιαζαν ακόμη πιο πολύ, γέλασε. Τα καμπανάκια σε σχήμα βυζιού κουδούνισαν και της τράβηξαν την προσοχή μακριά από την οθόνη. Πρώτος μπήκε ο φαλακρός καμεραμάν, μετά ο δημοσιογράφος με το χαμόγελο της κολγκέιτ.
- Καλώς τα τα παιδιά! Δεν είχατε τελειώσει με τα γυρίσματα;
- Γεια σου Πίτσιζ! Κι εμείς αυτό νομίζαμε, αλλά μας είπαν οι παραγωγοί ότι το κάναμε πολύ βαρετό με τις αφηγήσεις των κοριτσιών και την καθημερινότητα του πορνείου. Θέλουν περισσότερο βυζί, κώλο, βίτσια, ξερεις, για να το πουλήσουν πιο εύκολα. Εκείνη η νάνισσα που δουλεύει για σας έχει έρθει; Μήπως να τη βάζαμε να μας κάνει κανένα στριπτίζ;
- Μπα, η Μαρία Ντολόρες έχει ρεπό σήμερα. Να σου πω όμως, πατέρας και γιος που το κάνουν με την ίδια γυναίκα σε ενδιαφέρει;
- Το συζητάς; Που είναι, πότε, με ποια;
«Περίμενε» είπε η Πίτσιζ και πάτησε το record για το κανάλι 4, αφού έλεγξε σε το φάση βρίσκονταν. «Μια χαρά», σκέφτηκε, «λίγο πριν το τέλος τους πέτυχα, εκεί που τα δίνουν όλα τα ζώα».
- Λοιπόν, ετοιμαστείτε να τους πάρετε από δίπλα, γιατί σε λίγο τελειώνουν, δωμάτιο 4. Κρυφή κάμερα έχετε μαζί, αν δε θέλουν να δείξουν το πρόσωπό τους;
- Ναι ρε Πίτσιζ, τι, για χτεσινούς μας πέρασες; Να πάρε κι αυτό για την καλή συνεργασία...
Η Πίτσιζ γύρισε το μάγουλό της, για να εισπράξει ένα φιλάκι μαζί με το πενηνταδόλαρο. «Τελικά, ποτέ δεν είναι αργά για λίγο συναίσθημα» μουρμούρισε και έχωσε το χαρτονόμισμα κάτω από το αριστερό της στήθος.
Το σηκωμένο διανοούμενο δάχτυλο: Ιδίως οι άντρες αναγνώστες είναι πιθανό να έχετε δει τις μικρές ώρες της Κυριακής ένα ντοκιμαντέρ του Σκάι με τίτλο «Ο οίκος της ηδονής», που αφηγείται ιστορίες εκδιδομένων γυναικών, προαγωγών και πελατών σε αμερικάνικα πορνεία. Οι είτε γυμνές είτε ημίγυμνες κοπέλες προσφέρουν άφθονη απόλαυση για το βλέμμα, ενώ κάποιες ιστορίες έχουν και ικανό ανθρωπολογικό ενδιαφέρον, τίποτα πιο αναμενόμενο δηλαδή ως θέαμα για έναν μορφωμένο νεαρό άντρα (με την κοινωνική συνήθεια της πορνογραφίας εγγεγραμμένη στην ταυτότητά του φύλου του, αλλά και με καλή δικαιολογία να το παρακολουθήσει, όντας ντοκιμαντέρ του Σκάι). Το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ κατάφερε όμως προχτές βράδυ να μου προκαλέσει δύο αλλεπάλληλα κύματα ενόχλησης, για τα οποία θα ήθελα να πω αντίστοιχα δυο λόγια. Παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή, η σκηνή που με άφησε άναυδο παρουσίαζε έναν πατέρα και ένα γιο να έχουν επισκεφθεί από κοινού ένα πορνείο, ώστε να κάνουν έρωτα και οι δύο ταυτόχρονα με την ίδια πόρνη. Η κάμερα παρακολούθησε τους δύο άντρες ντυμένους ακόμη να δηλώνουν πόσο χαρούμενοι ήταν που βρίσκονταν επιτέλους με αυτόν τον τρόπο, κατά τη φάση που έβγαζαν τα ρούχα τους μαζί με τη νεαρή πόρνη, αλλά και αμέσως μετά τη συνεύρεσή τους, όπου εξηγούσαν ότι βρήκαν αυτόν τον τρόπο για να περάσουν ευχάριστα χρόνο μαζί ο ένας με τον άλλον, καθώς δούλευαν πολύ και οι δύο τους, οπότε βλέπονταν ελάχιστα. Έχω μεγαλώσει χωρίς αδελφό και πατέρα, οπότε η συγκαλυμμένη αιμομιξία της συγκεκριμένης συνεύρεσης υπερβαίνει τη φαντασία μου, το όποιο οιδιπόδειο βίωσα ψυχαναλυτικά με τη μητέρα μου, δεν έδωσε ποτέ τροφή σε τέτοιες φαντασιώσεις. Βρίσκω σίγουρα στη συγκεκριμένη οικογενειακή σχέση μια πολύ χαλαρή οριοθέτηση ανάμεσα σε πατέρα και γιο, πιθανά επικίνδυνη (όταν ξέρουμε μάλιστα απλές φιλίες, τις οποίες αποσυντόνισε ή διέλυσε η ανάπτυξη της σεξουαλικής τους πλευράς), δε θα ήθελα όμως να κρίνω περαιτέρω μια οικογένεια που δε γνωρίζω, αλλά απλώς είδα στην τηλεόραση. Το ότι όμως είδα αυτήν την οικογένεια στην τηλεόραση είναι ακριβώς το δεύτερο ζήτημα που ήθελα να θίξω. Λέγεται ευρέως και είναι πιθανόν αλήθεια ότι στην Αμερική η τηλεόραση είναι πολύ πιο κανιβαλική και φασίζουσα από την αντίστοιχη δική μας ευρωπαϊκή. Το ότι όμως βρέθηκε ένα τηλεοπτικό κανάλι να καταγράψει έναν πατέρα και γιο που συνευρίσκονται ερωτικά με μία πόρνη, ενώ αυτοί δεν είχαν κανένα απολύτως πρόβλημα να μοιραστούν την εμπειρία τους με το τηλεοπτικό κοινό με κάνει να τρομάζω. Η έλλειψη οριοθέτησης ανάμεσα σε πατέρα και γιο επενδύεται επιπλέον με την έλλειψη οριοθέτησης ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο, τόσο πολύ και τόσο έντονα, που θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για ένα χάος που οι μόνοι συνεκτικοί αρμοί που του απομένουν είναι τελικά το θέαμα μέσα από το οποίο παρουσιάζεται.

Γ. Περί ύφους: Με τον τρόπο του νέου «άμμου»
Μια ιστορία ποτέ δεν είναι απλώς μια ιστορία. Ο/η συγγραφέας τη μορφοποιεί με το ύφος που θα χρησιμοποιήσει, ο/η αναγνώστης/τρια την παραμορφώνει με τον τρόπο που θα την καταλάβει κι έτσι γινόταν μάλλον από την αρχή της δημιουργικής γραφής. Κοινές συμφωνίες για τον τρόπο ανάγνωσης των κειμένων υπάρχουν βέβαια, τις οποίες περιγράφει (ή και κατασκευάζει) το ευγενές επάγγελμα των φιλολόγων, σταθεροποιεί η ανθρώπινη ιστορία, περιορίζει η φύση της ανθρώπινης αντίληψης. Θα μπορούσα να εξηγώ και να επιχειρηματολογώ για ώρα σχετικά με τα παραπάνω, μπήκα όμως στον κόπο και την απόλαυση να μιμηθώ τον Ραιημόν Καινώ, ακριβώς για να αποφύγω το ένα μοναδικό κείμενο και να αποσταθεροποιήσω τις ήδη ποικίλες αναγνώσεις σας.
Η όποια ιδιοτυπία μου ως ιστολόγου έγκειται μάλλον στο ότι κινούμαι εδώ και γύρω σας με μια τριπλή συνεκτική ιδιότητα, του εθισμένου στη γραφή αναγνώστη, του εμπλεκόμενου με τη γραφή συγγραφέα, του αποστασιοποιημένου από τη γραφή γλωσσολόγου, αυτού που μπορεί να χαρεί τα παιχνίδια του ύφους, να τα δημιουργήσει, αλλά και να τα αναλύσει, σαν έργα, συνήθειες και σκέψεις. Για τούτο το λόγο σπάνια θυμώνω με τα σχόλια που δεν «καταλαβαίνουν τι ήθελα να πω» στο ποστ μου, για αυτό το λόγο δεν είμαι σίγουρος ότι «κατάλαβα τα ποστ σας», μέχρι να απαντήσετε τα σχόλια μου. Δεν είμαι ευγενικός, αλλά αβέβαιος, αφού ο σκεπτόμενος ορθολογισμός μου δε μπορεί να μην αναγνωρίζει το συγγραφικό μου χάος και την αναγνωστική μου παρερμηνεία, χαρούμενα εγκλωβισμένος στην πολλαπλή μου ταυτότητα, όπως και συχνά αγχωμένος από αυτήν. Πιο ποιητικά, κουβαλώ μια γλώσσα αρκετά ηλεκτρική, τόσο όσο να με κινητοποιεί, όσο και να με βραχυκυκλώνει.

Αυτό το ποστ περιέχει ψήγματα από σχεδόν ολόκληρη τη γλώσσα μου, δε γράφτηκε όμως για να είναι αυτοαναφορικό. Σε αυτά τα παιχνίδια της γραφής και της ταυτότητας, εντέλει της επικοινωνίας, αισθάνομαι πολλούς/ές από εσάς συγγενικούς/ές μου, με τα πολλαπλά σας πρόσωπα ή το ένα και μοναδικό που κρύβει τα υπόλοιπα ανεπιτυχώς, στυλίστες/τριες μιας τέχνης ταπεινής, όπως η καθημερινή επικοινωνία. Αυτή την οικείοτητα μου τη χάρισε το μπλόγκινγκ, και την αφορμή για να την καταγράψω η αγαπημένη μου τσαμπουκαλού Τανίλα.

10.9.07

Γνώρισα τους ανθρώπους και αγάπησα τα ζώα

Άνοιξε αργά τα μάτια της για να συνειδητοποιήσει πως είχε αποκοιμηθεί στην παραλία για ώρες, ξαπλωμένη στον αγαπημένο της βράχο. Σηκώθηκε με χάρη και χάζεψε για λίγο το ηλιοβασίλεμα, χαμογελώντας. Ένιωσε τις τελευταίες ακτίνες του να χαϊδεύουν το πρόσωπο και τα μαλλιά της και έστειλε ένα φιλί προς την κατεύθυνσή του. «Καλό ταξίδι πατέρα!» φώναξε και φόρεσε το κόκκινο λινό της φόρεμα, μαζί με τη χρυσή της ζώνη και σαντάλια.
Το μέγαρό της δεν ήταν μακριά από την παραλία, έπρεπε όμως να βιαστεί, είχαν συνεννοηθεί με τον Αλέξανδρο να την περιμένει στην κρεβατοκάμαρα με τη δύση του ήλιου. Θυμήθηκε τα σγουρά ξανθά μαλλιά του, τα δυνατά του μπράτσα και το μικρό, λεπτό πέος του, ακριβώς όπως έπρεπε να είναι ένας άντρας. «Μήπως να περίμενα μια μέρα ακόμα;» αναρωτήθηκε και άρχισε να σιγοτραγουδά ένα ερωτικό κομμάτι που είχε ακούσει πρόσφατα στη Λέσβο. Προχώρησε στο μονοπάτι του δάσους, λικνίζοντας παιχνιδιάρικά τους γοφούς της.
Βυθισμένη όπως ήταν στις σκέψεις της, δεν πρόσεξε το ελάφι που είχε πάρει φόρα από μακριά, κι απέφυγε τελευταία στιγμή τα κέρατά του. Έβγαλε αμέσως το κοφτερό εγχειρίδιό από τη ζώνη της και το έτεινε προς τη μεριά του ελαφιού, ουρλιάζοντας «Αν δεν είσαι ευχαριστημένο από τη ζωή σου, δεν έχω κανένα πρόβλημα να στην αφαιρέσω! Καιρό έχουμε να ψήσουμε ελάφι!» Το ζώο την κοίταξε με μίσος και ξεκίνησε να τρέχει μακριά της, αφού της είχε ρίξει βέβαια μια γερή δόση χώμα με τα πισινά του πόδια.
Στο παρά πέντε απέφυγε και το φίδι που έπεσε πάνω στο λαιμό της από το κλαδί της οξιάς. Το άρπαξε από το κεφάλι και το κράτησε για λίγο μπροστά της: «Το ξέρεις ότι σκέφτομαι να φτιάξω καινούρια παπούτσια;» το ρώτησε, ταρακουνώντας το ταυτόχρονα πέρα δώθε. Πρόλαβε ευτυχώς να κλείσει τα μάτια της, πριν να πέσει μέσα τους το δηλητήριο που έφτυσε ως απάντηση το φίδι, το εκσφενδόνισε μακριά και σκούπισε με την παλάμη τα βλέφαρα και το μέτωπό της.
Σταμάτησε για λίγο στο σιντριβάνι της αυλής, προσπαθώντας να αποφασίσει τι θα έκανε. «Σήμερα ή αύριο; Σήμερα ή αύριο;» επαναλάμβανε, όταν ένιωσε έναν έντονο πόνο στο δείκτη του χεριού που είχε αφήσει μες στο νερό. Το έβγαλε γρήγορα έξω, για να δει έναν κυπρίνο να τη δαγκώνει δυνατά, προσπαθώντας μάλλον να της κόψει το δάχτυλο. «Έχε χάρη που τηγανίσαμε ψάρια για μεσημεριανό!» είπε κι αφού του άνοιξε το στόμα με το ελεύθερο χέρι της, τον ξαναπέταξε στη λιμνούλα.
Προσπάθησε να ηρεμήσει για να πάρει μια ψύχραιμη απόφαση. Περνώντας την καμάρα που οδηγούσε στο εσωτερικό του μεγάρου, έφερε ξανά στο μυαλό της το άτριχο, γυμνό σώμα του Αλέξανδρου με το λίγο ξανθό χνούδι στην περιοχή του εφηβαίου. Ήταν έτοιμη να καταλήξει «Αύριο», όταν ένιωσε το απότομο κάψιμο από μια γρατσουνιά στο γόνατο. Γύρισε πίσω κι είδε τη μαύρη γάτα της με ορθωμένο το τρίχωμα, να την κοιτάζει με μάτια που γυάλιζαν και συρίζοντας «κχχχ» προς το μέρος της. «Έτσι μου είσαι; Σήμερα λοιπόν! Να δούμε πως θα νοσταλγείς την προηγούμενη κατάσταση, όταν δε θα βρίσκεις ησυχία από το κυνήγημα!» της είπε, πετώντας της και νερό από έναν αμφορέα μαζί με τα λουλούδια που είχε μέσα. Αφού βεβαιώθηκε ότι η γάτα είχε βγει στην αυλή, άρχισε να ανεβαίνει τις μαρμάρινες σκάλες που οδηγούσαν στην κρεβατοκάμαρα.
Ο Αλέξανδρος ήταν γυμνός και ακουμπισμένος στο περβάζι του παραθύρου, να κοιτάζει τον έναστρο ουρανό. Άκουσε τα βήματά της κι αμέσως στράφηκε προς το μέρος της. Χαμογέλασε πλατιά, αποκαλύπτοντας ένα στόμα με κίτρινα και μισοχαλασμένα δόντια, ενώ το μικρό πέος του αμέσως τεντώθηκε καμπύλο προς τα πάνω, με τη βάλανο να ακουμπάει στο δέρμα λίγο πιο πάνω από το εφηβαίο. Τον καμάρωσε, έτσι γυμνό και πανέμορφο, αλλά είχε πάρει πια την απόφασή της.
- Ήρθες κυρά μου; Τι σε καθυστέρησε τόσο;
- Να με συγχωρείς, συνάντησα κάποια εμπόδια στο δρόμο της επιστροφής. Εσύ ήπιες το κρασί που σου έφερε η δούλα;
- Και βέβαια το ήπια, αν και δεν κατάλαβα γιατί επέμενε τόσο. Έλα τώρα όμως, γδύσου, δεν ξέρεις πόσο σε έχω πεθυμήσει!
- Να γδυθώ ε; Και τι πιστεύεις ότι θα κάνω μετά;
- Ξέρω γω; Θες να πέσεις στα τέσσερα για αρχή;
- Αχ Αλέξανδρε, φοβάμαι ότι δεν έχεις καταλάβει καθόλου καλά. Εσύ θα πέσεις στα τέσσερα!
- Κυρά μου τι λες; Πρώτη φορά ακούω να το κάνει αυτό άντρας, τουλάχιστον όταν βρίσκεται με γυναίκα! Κάτσε να το συζητήσουμε λίγο...

[Το πράσινο λινκ οδηγεί στο τέλος της ιστορίας.]

14.7.07

Σουσού και Συντροφία ή της διακειμενικότητας το κάγκελο

[Έταξα πρόσφατα στην αγαπητή συμπλόγκερ Σουσού ένα κείμενο με πρωταγωνίστρια την ίδια, στη συνέχεια όμως προβληματίστηκα για τη μορφή που θα είχε: δε με ενδιέφερε να την κολακεύσω μιμούμενος τη γραφή της, αλλά ούτε και να την εντάξω στις οικείες μυθολογίες του δικού μας μπλογκ. Αποφάσισα λοιπόν να ακολουθήσω την υποκείμενη λογική της και να σχηματίσω ένα κείμενο – bricolage, με βασικό υλικό τα λινκ της, την περσόνα της και ένα μουσικό συγκρότημα που νομίζω ότι της ταιριάζει.]

Η Σουσού τινάχτηκε από το κρεβάτι και πέταξε αλαφιασμένη τη μάσκα ύπνου της για να βεβαιωθεί ότι βρίσκεται πράγματι στο υπνοδωμάτιό του εξοχικού της. Μα τι χυδαίο, εκνευριστικό όνειρο! Πώς τόλμησε το υποσυνείδητό της να τη μεταφέρει σε ένα βουλκανιζατέρ, δεν είχε εμπεδώσει ακόμη σε ποιο κοινό απευθύνεται; Ευτυχώς η Σουσού παρενέβη άμεσα και τιμώρησε τους άξεστους που είχαν διαταράξει τον ύπνο της με τη φτώχια και την απλυσιά τους. Προσπάθησε να θυμηθεί το όνειρό της, για να βεβαιωθεί ότι τα είχε κάνει όλα σωστά.

Πράγματι όλα είχαν συνεχίσει και τελειώσει όπως έπρεπε, σκέφτηκε η Σουσού και σηκώθηκε για να φορέσει τη ρόμπα της από κινέζικο μετάξι, καθώς το Chanel no5 δεν ήταν επαρκής αμφίεση εκτός της κρεβατοκάμαρας. «Ας ελπίσουμε ότι αυτό θα γίνει μάθημα στο υποσυνείδητό μου, ώστε να μην ξαναπάρει πρωτοβουλίες» σκέφτηκε και προχώρησε προς το ανατολικό καθιστικό, που έβλεπε στο ροδώνα. Έκπληκτη βρήκε εκεί τον αρραβωνιαστικό της Μαρκί να την περιμένει, κόκκινος από το θυμό και με τα μάτια του να πετούν αστραπές. Η Σουσού αναρωτήθηκε ποια θα ήταν η καταλληλότερη αντίδραση για να τον καλμάρει και αποφάσισε να δράσει δια της ομοιοπαθητικής μεθόδου ρωτώντας: «Πάλι πρόβλημα δυσκοιλιότητας έχετε Μαρκί; Τι μούτρα είναι αυτά;» Υπήρξε πράγματι μια κάποια αλλαγή στη διάθεση του Μαρκί, αφού πλέον απέκτησε και πράσινο χρώμα. Πετάχτηκε από την καρέκλα του με δύναμη και φώναξε: «Ξεδιάντροπη, τα γνωρίζω όλα για εσάς και την Tinkerbell! Περιμένατε ότι θα με απατάτε κατώ από τη μύτη μου, χωρίς να καταλάβω τίποτε; Με καταντήσατε τον περίγελω του Κολωνακίου, ο παράνομος δεσμός σας είναι το μόνο θέμα συζήτησης στο DaCapo!» Η Σουσού είχε πράγματι κολακευτεί από την πολιορκία της μικρής της φίλης, δε θυμόταν όμως να έχει συμβεί κάτι αξιόμεμπτο μεταξύ τους, πέρα από κάποια φιλιά, αγκαλιές και μια δυο νύχτες φλογερού πάθους. «Είναι όλα ψέματα, Μαρκί, σας το ορκίζομαι!» είπε και πέταξε τη ρόμπα της για να του αποσπάσει την προσοχή. Ο Μαρκί χαμογέλασε και απάντησε επιτιμητικά: «Τα τεχνάσματά σας δε με ξεγελούν πλέον Σουσού. Θα τιμωρηθείτε σκληρά για το ατόπημά σας!»
Σπάζοντας το τζάμι της δυτικής μπαλκονόπορτας εισέβαλλε στο δωμάτιο ένας μουτζαχεντίν με άσπρη κελεμπία και κραδαίνοντας ένα δαμασκηνό γιαταγάνι. Η Σουσού κάγχασε βροντερά «χοχοχο», που ήταν βέβαια το σύνθημα για την εμφάνιση του προσωπικού της σωματοφύλακα. Ένας μαυροφορεμένος νίντζα εμφανίστηκε στην πόρτα της κουζίνας, με ένα μακαρόνι να κρέμεται ακόμη από το στόμα του. «Όλα καλά μανταμίτσα;» ρώτησε, αλλά αμέσως συνειδητοποίησε τι συμβαίνει και εκσφενδόνισε ένα σουρικέν προς τη μεριά του μουτζαχεντίν (το οποίο βέβαια αυτός απέφυγε, κάνοντας μια εναέρια κωλοτούμπα).
Η μάχη υπήρξε τιτάνια ανάμεσα στους δύο γενναίους μαχητές, αλλά το αποτέλεσμα ισόπαλο. Όντας και οι δύο απόλυτα ισοδύναμοι πολέμησαν επί ένα τρίωρο, με συντροφιά τις ιαχές του Μαρκί και τα παλαμάκια της Σουσούς, για να καταρρεύσουν στο τέλος από την εξάντληση και τον καύσωνα. Καθώς η καμαριέρα έλειπε, ο προσωπικός της βοηθός περιμάζεψε τα δύο λιπόθυμα σώματα και τα μετέφερε στον ξενώνα για να αναλάβουν δυνάμεις. Η Σουσού του ζήτησε να ετοιμάσει δύο τζιν φις για αυτήν και το Μαρκί και στράφηκε προς τον αρραβωνιαστικό της.
«Μπορούμε λοιπόν να θεωρήσουμε το ζήτημα λήξαν;» τον ρώτησε, ο Μαρκί όμως κίνησε το κεφάλι του συνοφρυωμένος. «Αδύνατον, Σουσού, η ματαιοδοξία και ο εγωισμός σας έχουν γίνει πλέον αφόρητα. Ακόμη κι αν καταπιώ την εξωμνηστηριακή σας περιπέτεια, δεν μπορώ να υπομείνω άλλο τις ιδοτροπίες και τις παραξενιές σας. Φοβούμαι πως η σχέση μας δεν έχει κανένα μέλλον.» Η Σουσού έβγαλε αμέσως από την τσέπη της ρόμπας το κινητό της και κάλεσε έναν αριθμό. «Ναι, όαση Φαρφάρα εκεί; Θα μπορούσα να μιλήσω με τον Κώστα; … Καλημέρα αγαπητέ μου, εδώ Σουσού. Μπορείς να μου στείλεις εκείνους τους ηθοποιούς από το μιούζικαλ που ετοιμάζετε με το Σαμμάνο; … Ναι, ναι, το νούμερο που εμπνευστήκατε από εμένα… Σε ευχαριστώ πολύ Κώστα, πάντοτε βασιζόμουν στην καλοσύνη των ξένων». Έκλεισε το τηλέφωνο και στρεφόμενη προς το Μαρκί του πρότεινε να πιουν το τζιν φις τους στη βορειοδυτική βεράντα, μέχρι να έρθουν οι ηθοποιοί που θα του εξηγούσαν πώς έχουν τα πράγματα στη σχέση τους. Δεν είχαν κυλήσει δέκα λεπτά και μια άμαξα εμφανίστηκε στον επαρχιακό δρόμο που περνούσε μπροστά από την έπαυλη.

Ο Μαρκί είχε μείνει εμβρόντητος, καθώς μέσα του πάλευαν δύο αντίρροπες δυνάμεις, η αναγνώριση του μεγαλείου της Σουσού, και ο πληγωμένος εγωισμός του. Έβγαλε μια γενειάδα από την τσέπη του, τη φόρεσε και δηλώνοντας «Θα αποσυρθώ για λίγες ημέρες στο Άγιον Όρος, ώστε να συλλογιστώ με ηρεμία για τη σχέση μας. Έχετε γεια Σουσού!» έτρεξε προς το ιδιωτικό του τζετ, το οποίο σύντομα απογειώθηκε.
Η Σουσού πίστευε ότι θα μπορούσε πλέον να ηρεμήσει και να απολαύσει ένα πουράκι εμποτισμένο με κονιάκ, όταν η καμαριέρα της η Ρουφλάνα, η οποία είχε πλέον επιστρέψει και φορούσε τη στολή εργασίας της, δηλαδή τις μαύρες ζαρτιέρες και το κόκκινο μπέιμπι ντολ, της έφερε το τηλέφωνο. «Σας ζητά η γιαγιά σας, Κυρία.» είπε γλείφοντας τα χείλη της και της έδωσε το ασύρματο τηλέφωνο. Η Σουσού εξεπλάγη, καθώς ήταν πολύ νωρίς το μεσημέρι για να έχει ξυπνήσει η γιαγιά της. Η έκπληξή της έγινε ακόμη μεγαλύτερη, όταν άκουσε τη γιαγιά της να λέει: «Σουσού, ακριβή μου, πρέπει να φανείς δυνατή. Ο προπάππους σου ο Γοδεφρείδος μας άφησε χρόνους! Κι ήταν νεότατος, μόλις 120 ετών, πέσαμε από τα σύννεφα με το ξαφνικό γεγονός.» «Ο παππούς είναι καλά;» «Απαρηγόρητος κι αυτός, αλλά του έδωσα ένα μπάφο με καλαματιανό και κάπως έχει συνέλθει τώρα. Σε περιμένουμε στην κηδεία, ακριβή μου.» είπε η γιαγιά της και έκλεισε το τηλέφωνο.
Η Σουσού έπεσε σε βαθιά περισυλλογή, καθώς ο αιφνίδιος θάνατος του προπάππου της ανέτρεπε όλα τα σημερινά της σχέδια, και τη μεσημεριανή φωτογράφιση της για το Life & Style από το διάσημο φωτογράφο Μπάμπη Ζαβό, και τη συμμετοχή της στο βραδινό όργιο του Οίκου των Βοργιών. Τα μάτια της ξάφνου έλαμψαν: γνώριζε ακριβώς τι έπρεπε να κάνει. Έτρεξε προς τη βιβλιοθήκη και άνοιξε το βιβλίο «Ο δρ. Φλάντζας συμβουλεύει» στο κεφάλαιο που ήταν σχετικό με την ανάσταση νεκρών. Αναζήτησε την υποενότητα «100 ετών και άνω», αλλά εκεί συνοφρυώθηκε. Η θεραπεία ήταν κάπως ριψοκίνδυνη για τον θεραπευτή, δεν ήταν βέβαιη ότι αγαπούσε τόσο τον προπαππού της. «Χμμμ, οι Έλληνες ηθοποιοί ακούω ότι ψωμολυσσάνε, φαντάζομαι ότι θα έκαναν οτιδήποτε αν τους δώσω αρκετά χρήματα και τους πείσω ότι πρόκειται περί καλλιτεχνικού πρότζεκτ. Αυτοί από το μιούζικαλ δε θα έχουν απομακρυνθεί πολύ με την άμαξα…» σκέφτηκε έριξε επάνω της ένα πρόχειρο Ντιόρ και κατευθύνθηκε προς την Άστον Μάρτιν της. Συνάντησε γρήγορα τους ηθοποιούς πάνω στην άμαξα, να τραγουδούν το «Καροτσέρη τράβα να πάμε στα Ταταύλα», τους είπε την πρόταση της, αρνήθηκαν, ανέφερε την αμοιβή και δέχτηκαν με ενθουσιασμό. Ευτυχώς το νεκροταφείο ήταν κοντά.

Αφού η ανάσταση του προπάππου Γοδεφρείδου στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, η Σουσού έφυγε με κατεύθυνση το παλάτσο των Βοργιών (η φωτογράφηση είχε δυστυχώς αναβληθεί λόγω των ανειλημμένων υποχρεώσεων του Μπάμπη Ζαβου ως επίσημου φωτογράφου της προεκλογικής εκστρατείας του Δρος Φλάντζα.) Στο δρόμο συνειδητοποίησε ότι το πρωινό της όνειρο ήταν τελικώς προφητικό: οι άξεστοι εργαζόμενοι του βουλκανιζατέρ ήταν πανομοιότυποι με τρεις από τους ηθοποιούς που μετέπεισαν το Μαρκί και ανέστησαν τον προπάππου της. «Μήπως να κατασκευάσω καμία μαντική τράπουλα;» αναρωτήθηκε η Σουσού «Τι έχει δηλαδή παραπάνω από εμένα η Μάρα Μεϊμαρίδου;»
Τελικά όμως είχε αναβληθεί και το όργιο, καθώς η Idaki Βοργία αποχαιρετούσε εκείνη την ημέρα το σύντροφό της και ήταν σε μονογαμική διάθεση. Οι σεβαστοί Βοργίες προσέφεραν βέβαια ένα πλούσιο συμπόσιο με γκουρμέ εδέσματα και γλυκά, που είχαν ετοιμάσει ο καλύτερος σεφ και η καλύτερη ζαχαροπλάστρια της Νάπολης, όλοι οι καλεσμένοι όμως αισθάνονταν ότι το βράδυ δε θα ολοκληρώνονταν καλά, χωρίς μια γερή δόση σεξ. Τη λύση την έδωσε η παρτόβια φίλη της Σουσού, που πρότεινε να χρησιμοποιήσουν την ειδική συσκευή του δρος. Φλάντζα ώστε να καλέσουν εξωγήινους που θα τους έκαναν σεξουαλικά πειράματα. Η Σουσού το σκέφτηκε καλά και αποφάσισε ότι είχε μια πολύ δύσκολη μέρα, για να την τελειώσει με εξωγήινο σεξ. Αποχαιρέτησε τους άλλους καλεσμένους κι όπως απομακρυνόταν με την Άστον Μάρτιν της, είδε το πρώτο διαστημόπλοιο να προσγειώνεται στη στέγη του παλάτσο.
Όταν έφτασε στο σπίτι δεν είχε καμιά διάθεση να κοιμηθεί, αφού της έβγαινε πλέον ή ένταση όλης της ημέρας. Αποφάσισε να ανοίξει για λίγο την τηλεόραση, τόσο αργά είχε μόνο πανάρχαιες επαναλήψεις και τηλεμάρκετινγκ, που την χαλάρωναν πολύ. Στο δεύτερο πάτημα του τηλεκοντρόλ, τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα: Καλέ ποια ήταν αυτή η χυδαία που τη μιμούνταν;

Online Videos by Veoh.com

9.7.07

Δε φτάνει να θέλει η νύφη κι ο γαμπρός...

Τα μαύρα μαλλιά της στέγνωναν από το δυνατό ήλιο και ενώνονταν σε πυκνούς βόστρυχους, που έπεφταν πίσω από τους λεπτούς ώμους της ή κάλυπταν το μικρό αλλά σφριγηλό της στήθος, κατάλευκο με πορφυρές θηλές. Έτσι όπως ακουμπούσε στους αγκώνες της και χάζευε την πρασινογάλαζη θάλασσα, τον είδε να αναδύεται από μέσα της.
Στο δυνατό φως του ήλιου, η χρωματική τους αντίθεση φαινόταν ιδιαίτερα έντονη. Είχε κι αυτός μαύρα σγουρά μαλλιά, το δέρμα του όμως ήταν τελείως μελαχρινό, με πυκνές τρίχες να καλύπτουν όλο το στέρνο, τα χέρια και τα πόδια του. Τα μαύρα του μάτια έλαμψαν από χαρά και ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του, αποκαλύπτοντας δυο σειρές από καλοσχηματισμένα κίτρινα δόντια. «Ξέρεις πόσο όμορφη είσαι;» τη ρώτησε και ξάπλωσε δίπλα της στην άμμο, αρχίζοντας να της φιλά το λαιμό και το στήθος, ενώ το ερεθισμένο του πέος τριβόταν πάνω στο μηρό της.
«Έλα, σταμάτα, δεν προλαβαίνουμε,» δυσανασχέτησε αυτή, γουργουρίζοντας ταυτόχρονα από ευχαρίστηση, «η μητέρα μου θα με ψάχνει ήδη, είμαι σίγουρη». «Άσε με τώρα, ένα ολόκληρο μήνα έχουμε να βρεθούμε» της απάντησε σπρώχνοντας την απαλά από τους ώμους. Έχασε την ισορροπία της κι έπεσε προς τα πίσω, δίνοντάς του την ευκαιρία να πεταχτεί μπροστά από το αιδοίο της, να της σηκώσει γρήγορα τα πόδια και να μπει μέσα της με μια αποφασιστική ώθηση. Έσφιξε τους μυς του κόλπου της και έκλεισε τα μάτια, ψιθυρίζοντας «γαία πυρί μιχθήτω» και χώνοντας τα δάχτυλά της στην καυτή άμμο.

Τους είδε ξαφνικά όπως ξεπρόβαλλε μέσα από το μονοπάτι των βράχων, πλεγμένους μαζί να κάνουν έρωτα, ένα σύνολο φωτεινό και σκοτεινό να το λούζει ο δυνατός ήλιος. Τίναξε τα μακριά ξανθά μαλλιά της, που έπεφταν σα στάχυα μπροστά στο σταρένιο της πρόσωπο και τους παρακολούθησε για λίγη ώρα. Δεν την ενοχλούσε το θέαμα, στην οικογένειά τους δεν είχαν τέτοια προβλήματα, μόλις συνειδητοποιούσε μάλιστα ότι η κόρη της είχε κάνει πολύ καλή επιλογή εραστή. Αυτό που την εξόργιζε ήταν η αθέτηση της συμφωνίας, ο γαμπρός της την αψηφούσε κανονικά σαν να ήταν καμία ασήμαντη. Αποφάσισε να κάνει εντυπωσιακή εμφάνιση, πήδηξε τα εφτά μέτρα που τη χώριζαν από την παραλία και προσγειώθηκε τραντάζοντας το έδαφος.
Η μικρή σεισμική δόνηση δεν έκανε όμως την αναμενόμενη εντύπωση, καθώς συνέπεσε με τον οργασμικό σπασμό τους. Αναγκάστηκε να φωνάξει «Τι κάνεις εσύ εδώ;» για να σηκωθεί αλαφιασμένος από την κόρη της, με τις τελευταίες σταγόνες σπέρματος να κυλούνε ακόμη από το τεντωμένο πέος του. «Νομίζω πως είναι προφανές...» της απάντησε με ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο, δείχνοντας για άλλη μια φορά τα κίτρινα δόντια του. «Κάνουμε κι αστεία; Τώρα θα δεις!» τσίριξε αυτή και πέταξε μια χούφτα από σπόρους προς το μέρος του. Πυκνά κλαδιά βάτων πετάχτηκαν από το έδαφος και άρχισαν να τον τυλίγουν, αυτός όμως γέλασε δυνατά καθώς έβλεπε τα κλαδιά να ξεραίνονται και να θρυμματίζονται κάθε φορά που τον άγγιζαν.
Το σχόλιο του «Αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς;» την εξόργισε. Άπλωσε τα χέρια της προς τα κάτω, καλώντας μπροστά της ένα μεγάλο όγκο από άμμο. Όταν μαζεύτηκε μπροστά της μια σφαίρα με διάμετρο δύο μέτρα, τίναξε ξαφνικά τα δάχτυλά της και την εκσφενδόνισε προς το μέρος του. Η συγκεκριμένη επίθεση ήταν ομολογουμένως πιο δύσκολη, αυτός πήρε όμως μια βαθιά αναπνοή και φύσηξε μια πυκνή στήλη φωτιάς προς τη σφαίρα, καθυστερώντας την ταυτόχρονα με ένα δυνατό κύμα ανέμου. Όταν σταμάτησε να φυσάει, μια όμορφη λίμνη από υγρό γυαλί απλωνόταν πλέον στην παραλία και κυλούσε αργά προς τη θάλασσα.
«Δε θέλω να παραμορφώνω το τοπίο, αλλά δε μου αφήνεις άλλη επιλογή» είπε εκείνη και χτύπησε με δύναμη το πόδι της κάτω. Ένα αβυσσαλέο ρήγμα άνοιξε ξαφνικά κάτω από τα πόδια του, ξαφνιάζοντας τον τόσο ώστε να προλάβει μόνο να πιαστεί από το χείλος του. Έβαλε όλη του τη δύναμη για να σκαρφαλώσει προς τα πάνω, ήξερε όμως ότι αυτή η μάχη ήταν χαμένη από την αρχή, η άβυσσος τον καλούσε προς τα κάτω με πολλή μεγαλύτερη δύναμη από τη δικιά του. Την άκουσε να λέει «Έλα κόρη μου, καιρός να πηγαίνουμε» και εγκατέλειψε την προσπάθεια. Η άβυσσος αντιλάλησε από την κραυγή του «Σ’ αγαπάωωωω! Θα γυρίσωωωω!» καθώς γκρεμιζόταν πίσω στα Τάρταρα.


[Αν συνεχίζετε να απορείτε για τα ονόματα των ηρώων, ακούστε αυτό.]

4.7.07

Σχετικά με την ευαισθητοποίηση των μπλόγκερ, και πρώτα πρώτα τη δική μου


Στα σφαγεία του Σικάγο

Η Αγία Ιωάννα πορεύεται επί των αιμάτων.
Θα νόμιζε κανείς ότι οι παντόφλες της
Χρησίμευαν σαν τα θαλάσσια πέδιλα
Και την έκαναν απρόσκοπτα να τρέχει
Πάνω στο κόκκινο ποτάμι από το αίμα των αθώων κτηνών.
Όμως αυτό δεν αληθεύει. Μήτε και πρόκειται περί οφθαλμαπάτης.
Πράγματι περπατούσε πάνω στα κόκκινα νερά.
Οι κοίτες του ποταμού ήσαν οι δύο τοίχοι
Του διαδρόμου και στο σημείο όπου τέλειωναν
Το αίμα χυνόταν πηχτό στους υπόνομους της πόλης
Ή προχωρούσε κι έβαφε τις πλατείες και τα υπόγεια των κτιρίων
Όταν η Αγία Ιωάννα θέλησε να γυρίσει
Πίσω στα σφαγεία συνάντησε κάποια δυσκολία.
Γιατί τα κύματα του ποταμού ανέβαιναν
Σαν σκαλοπάτια και έπρεπε να τα περάσει
Δίχως να βραχεί ή να βουλιάξει στον κόκκινο πυθμένα.
Τα κατάφερε μια χαρά και βράχηκε μόνο ο ποδοστράγαλος της.
Οι σφαγείς, εννεοί, ένας – ένας στη γραμμή την περίμεναν
Για να τους δικάσει...
- Εσύ, λέει στον πρώτο, γιατί έκοψες το λαιμό του αθώου προβάτου;
Ο σφαγέας έβγαλε το ματωμένο κασκέτο του
Έξυσε το κεφάλι του και απάντησε
- Δεν είμαι κακός άνθρωπος. Ό,τι
Κάνω το κάνω για να ζήσει η φαμίλια. μου...
- Και συ, ρωτά το δεύτερο σφαγέα.
Ό,τι κάνω το κάνω για την ερωμένη μου.
- Και συ, ρωτά τον τρίτο σφαγέα.
Και γω κι οι άλλοι σφαγείς δεν είμαστε αιμοχαρείς
Αλλά να, μας αρέσει το κόκκινο χρώμα. Καταλαβαίνεις;
Η Αγία Ιωάννα έγνεψε, πως ναι, καταλαβαίνει
Και ύψωσε τα χέρια της για ν’ ανοιχτεί η οροφή
Και να αναληφθεί στους ουρανούς.
Οι χασάπηδες έβλεπαν την Ιωάννα να αφίπταται
Ουρανομήκης και έτριψαν με ικανοποίηση τα χέρια τους
Γιατί μπορούσαν ακόμη να διακρίνουν
Την αιμάτινη βούλα στον ποδοστράγαλό της.


[Από την ποιητική συλλογή «Αμερική» του Νίκου Σπάνια, εκδόσεις «Οδός Πανός».]

31.5.07

Η αρχή του καλοκαιριού με το τέλος της Αμαλίας

Παρακολούθησα τις τελευταίες ημέρες τη συζήτηση που έγινε στο μπλογκ του Helix Nebulae με αφορμή το θάνατο της Αμαλίας Καλυβίνου και τις προτάσεις για μια κινητοποίηση την 1η Ιουνίου σχετικά με το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Μπορεί κανείς/καμιά να επισκεφτεί το μπλογκ του και να αποκτήσει ιδία πείρα της συζήτησης από τα σχόλια, έτσι κι αλλιώς αύριο θα ανεβάσω κι εγώ ένα ενημερωτικό ποστ, μαζί με αρκετούς/ες άλλους/ες μπλόγκερ.
Σήμερα το πρωί όμως τρόμαξα με μια σκέψη που πέρασε για λίγο από το μυαλό μου: «Πρώτη μέρα του καλοκαιριού βρήκανε να μιλήσουνε για θανάτους και αρρώστιες; Δεν κάνουμε την πάπια ως καλλιτεχνικό μπλογκ και να ανεβάσω αύριο μια ωραία ιστορία με θάλασσες, τέρατα, οργασμούς και εκρήξεις;» Εντάξει, δεν είμαι καραγκιόζης, απώθησα την ερώτηση κατευθείαν, κάτι όμως συνέχισε να βολτάρει στο πίσω μέρος του μυαλού μου, μουρμουρίζοντας ένα τραγούδι. Στη δουλειά πλέον, μεσημέρι, ο ήχος εντός μου ανέβηκε αρκετά για να ακούσω τους στίχους:

Καλοκαίρι
του σκυμμένου θεριστή του τυφλοχέρη
καλοκαίρι
με βαριά μοτοσικλέτα μες τα σκέλη
τους φακούς του ανάβει μέρα μεσημέρι
καλοκαίρι
όλο πίσσα και κατράμι καλοκαίρι
καλοκαίρι
με τον ρόγχο του air condition μεσημέρι
φαλακροί μέσ' τις σακούλες μας σαν γέροι
εκεινού με τ' άσπρο κράνος που μας ξέρει
καλοκαίρι
μια οσμή νεκροθαλάμου, καλοκαίρι
Καλοκαίρι
στην αρχή σαν έγχρωμο έργο στην Ταγγέρη
αλλά εν τέλει
με του κάτω κόσμου το έγκαυμα στο χέρι
την λαχτάρα του στον κόσμο περιφέρει
καλοκαίρι
στον χαμό του οδηγημένο και το ξέρει
καλοκαίρι
τόσο ώριμο που πέφτοντας προσφέρει
μια πλημμύρα των καρπών, στάρι και μέλι
στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι
καλοκαίρι
μες τα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει.

Για όσους/ες δεν το ξέρουν, είναι οι δύο τελευταίες στροφές από το «Καλοκαίρι» του Διονύση Σαββόπουλου, που ξεκινά με υπέροχες θερινές εικόνες, για να συνεχίσει και να κλείσει με τους στίχους που παρέθεσα ήδη.
Πάντα αισθανόμουν να κουβαλά μια χαρμολύπη το καλοκαίρι, μια ζωή τόσο πυκνή που να γεννάει ακόμη και μικρούς θανάτους, ταξίδια και αναχωρήσεις, σμιξίματα και αποχωρισμούς, δροσιά και φωτιές. Πολλά που βλάστησαν την άνοιξη θα ξεραθούν το καλοκαίρι, ίσως δίνοντας πρώτα καρπούς, ίσως και όχι.
Είμαι αφόρητα κλισέ και το ξέρω, δε θα φυτρώσουν δάφνες σήμερα στην έρημο. Ήθελα απλώς να γράψω πόσο ταιριάζει με την αρχή του καλοκαιριού η Αμαλία Καλυβίνου, η δίψα της για ζωή, ο αγώνας της με το θάνατο, η επιβίωση της μνήμης της. Και αυτό μόνο έκανα.

[Όσοι/ες ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν στην αυριανή κινητοποίηση, μπορούν να επισκεφθούν το μπλογκ http://giatinamalia-blog.blogspot.com και να ενημερωθούν αναλυτικά για τους τρόπους παρέμβασης.]

19.5.07

Ο ιππότης Φερδινάνδος

[Ο μπλόγκερ Υπέροχα Απρόβλεπτος είναι ένας καλός φίλος που γνώρισα αρκετό καιρό πριν ξεκινήσω το μπλόγκινγκ. Αν επισκεφθείτε το μπλογκ του, θα δειτε ότι η σοβαροφάνεια είναι το τελευταίο που τον ενδιαφέρει: μπορεί να κάνει ποστ για το βιβλίο «Οι Έλληνες και το Παράλογο» του Dodds, αλλά και για την παιδική σειρά «Κάντι Κάντι». Κάπως έτσι, μου έστειλε σήμερα αυτήν την ιστορία στο μέιλ μου, η οποία θεώρησα ότι ταιριάζει απόλυτα και με το κλίμα αυτού του μπλογκ.]

Ο ένδοξος ιππότης Φερδινάνδος ο μέγας εξολοθρευτής δράκων είχε μια επικίνδυνη εμμονή: να χώσει το πρόσωπό του στα πλούσια στήθη της Βασιλίσσης, αλλά ήξερε ότι για κάτι τέτοιο η ποινή είναι θάνατος. Μια μέρα εξομολογήθηκε αυτό το μυστικό του στον σύντροφό του τον Λεόντιο τον ιατρό, ο οποίος ήταν και ο αρχίατρος του Βασιλιά.
Ο Λεόντιος ο ιατρός, αφού σκέφτηκε, του είπε ότι βρήκε ένα τρόπο για να του ικανοποιήσει την επιθυμία του, αλλά όλη η ιστορία θα του κόστιζε 1000 χρυσά νομίσματα. Χωρίς δισταγμό ο ιππότης Φερδινάνδος συμφώνησε με το ποσό.
Την επόμενη μέρα ο Λεόντιος ο ιατρός παρασκεύασε μια φαγουρόσκονη και έριξε λίγη στον στηθόδεσμο της Βασιλίσσης, όταν αυτή έκανε μπάνιο. H φαγουρόσκονη άρχισε να ενεργεί.
Όταν τον εκκάλεσαν στα ιδιαίτερα βασιλικά δωμάτια για να αντιμετωπίσει το περιστατικό, ο Λεόντιος ο ιατρός πληροφόρησε τον Βασιλιά και την Βασίλισσα ότι μόνο ένα ειδικό σάλιο, αν εφαρμοστεί για τέσσερις ώρες θα μπορούσε να θεραπεύσει αυτή την φαγούρα. Και, σύμφωνα με τα τεστ, το μόνο κατάλληλο σάλιο, σαν αντίδοτο, ήταν αυτό του ιππότη Φερδινάνδου του μεγάλου εξολοθρευτή δράκων.
Ο Βασιλιάς αμέσως προσκάλεσε τον ιππότη Φερδινάνδο στο παλάτι. Ο Λεόντιος ο ιατρός έδωσε στον ιππότη το αντίδοτο της φαγουρόσκονης, το οποίο γρήγορα έβαλε στο στόμα του, και έτσι για τις επόμενες τέσσερις ώρες ο ιππότης εργαζόταν, με ζήλο, πάνω στα πλούσια και υπέροχα στήθη της Βασιλίσσης.

Η φαγούρα πράγματι πέρασε, η Βασίλισσα ανακουφίστηκε και ο ιππότης έφυγε ικανοποιημένος και τιμημένος σαν ήρωας. Όταν ο ιππότης Φερδινάνδος επέστρεψε στο σπίτι του, βρήκε τον ιατρό Λεόντιο, ο οποίος απαίτησε την πληρωμή των 1000 χρυσών νομισμάτων. Αλλά τώρα που η επιθυμία του είχε εκπληρωθεί, ο ιππότης Φερδινάνδος, επειδή γνώριζε ότι ο Λεόντιος ο ιατρός δεν θα μπορούσε ποτέ να αναφέρει την απάτη που κατασκεύασαν στον Βασιλιά, τον έδιωξε χωρίς να του πληρώσει τίποτα.
Την άλλη μέρα ο Λεόντιος ο ιατρός έχυσε μια πολύ μεγάλη δόση φαγουρόσκονης στο σώβρακο του Βασιλιά. Ο Βασιλιάς αμέσως εκκάλεσε τον ιππότη Φερδινάνδο...

[Και όπως θα ρωτούσε η Δούκισσα την Αλίκη: Ποιο είναι το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας;]

2.5.07

Και ως δάσος φύτρωνε εντός του, η Αχαριστία

«Θα καλλιεργήσω το ωραιότερο άνθος. Στις καρδιές των ανθρώπων θα φυτέψω την Αχαριστία. Ευνοϊκοί είναι οι καιροί, κατάλληλος ο τόπος. Ο άνεμος τσακίζει τα δέντρα. Στη νοσηρή ατμόσφαιρα ορθώνονται φίδια. Οι εγκέφαλοι, εργαστήρια κιβδηλοποιών. Τερατώδη νήπια τα έργα, υπάρχουν στις γυάλες. Και μέσα σε δάσος από μάσκες, ζήτησε να ζήσεις. Εγώ θα καλλιεργήσω την Αχαριστία.»

Άφησε για μια στιγμή το βιβλίο και κοίταξε γύρω του το ολάνθιστο δάσος. Οι φίλοι του παραδίπλα γελούσαν, έπιναν κρασί και τσιμπολογούσαν μεζέδες, αυτός όμως ήταν θλιμμένος και καθόταν παράμερα, μπροστά από τον γκρεμό. Εντάξει, τους έκανε τη χάρη να έρθει μέχρι εδώ, αλλά όχι και να υποστεί τις φλυαρίες τους. Δεν καταλάβαινε καθόλου όλη αυτήν την έγνοια τους για αυτόν, τις αλλεπάλληλες προσκλήσεις, τα ανήσυχα τηλεφωνήματα γεμάτα ενδιαφέρον. Θα την ξεπερνούσε όποτε ήθελε αυτός, όχι όποτε γούσταραν εκείνοι.

«Όταν έρθει η τελευταία άνοιξις, ο κήπος μου θα 'ναι γεμάτος από θεσπέσια δείγματα του είδους. Τα σεληνοφώτιστα βράδια, μονάχος θα περπατώ στους καμπυλωτούς δρόμους, μετρώντας αυτά τα λουλούδια. Πλησιάζοντας με κλειστά μάτια τη βελούδινη, σκοτεινή στεφάνη τους, θα νιώθω στο απρόσωπο τους αιχμηρούς των στημόνες και θ' αναπνέω το άρωμά τους.»

Ευτυχώς ένα κρυολόγημα του είχε βουλώσει τη μύτη και δεν μπορούσε να αισθανθεί το άρωμα του δάσους. Έκλεισε τα μάτια του προσπαθώντας να διώξει μακριά και τις εικόνες από τους ασφόδελους, τις μαργαρίτες, τα μοβ μαγιάτικα λουλουδάκια, τις παπαρούνες και τις ανεμώνες. Σχημάτισε με όλη τη δύναμη της φαντασίας του τα σκοτεινά άνθη, να υψώνονται μέσα από το μελαγχολικό λιβάδι. Τα πέταλά τους θύμιζαν το βιολετί βελούδο των κηδειών, που έλαμπε και ιρίδιζε στο απαλό φως του φεγγαριού. Από το κέντρο του άνθους ξεπηδούσαν τέσσερις λεπτοί στημόνες, στο σκούρο μπλε του κοβαλτίου. Για ένα δευτερόλεπτο γέμισε με περηφάνια, όταν αισθάνθηκε τα πέταλα ενός λουλουδιού να του γαργαλούν τη μύτη («πόσο ζωηρά μπορώ να φανταστώ!» σκέφτηκε) η φωνή όμως του Γιάννη τον επανέφερε στην πραγματικότητα: «Σήκω ρε μαλάκα, κάθεσαι τόση ώρα μόνος σου, τι έχεις πάθει πάλι;» «Άι γαμήσου ρε, θα έρθω. Μια χαρά είστε και χωρίς εμένα, τι θέλεις;» Ο Γιάννης κατσούφιασε και απομακρύνθηκε πετώντας πέρα την παπαρούνα με την οποία του είχε γαργαλήσει τη μύτη. Επέστρεψε στο βιβλίο του.


"Οι ώρες θα περνούν, θα γυρίζουν τ' άστρα, και οι αύρες θα πνέουν, αλλά εγώ, γέρνοντας ολοένα περσότερο, θα θυμάμαι. Θα θυμάμαι τις σφιγμένες γροθιές, τα παραπλανητικά χαμόγελα και την προδοτική αδιαφορία. Θα μένω ακίνητος ημέρες και χρόνια, χωρίς να σκέπτομαι, χωρίς να βλέπω, χωρίς να εκφράζω τίποτε άλλο. Θα είμαι ολόκληρος μια πικρή ανάμνησις, ένα άγαλμα που γύρω του θα μεγαλώνουν τροπικά φυτά, θα πυκνώνουν, θα μπερδεύονται μεταξύ τους, θα κερδίζουν τη γη και τον αέρα."

Κοίταξε γύρω του το ολάνθιστο δάσος. Ίσως δε χρειαζόταν να αποσπαστεί τόσο από το περιβάλλον για να αισθανθεί βαθιά το ποίημα. Φαντάστηκε τα πεύκα να χαμηλώνουν τα κλαδιά τους για να τον τρυπήσουν με τις βελόνες τους, τα κυπαρίσσια να γέρνουν το ψηλό κορμί τους για να φτιάξουν κλουβιά, ενωμένα το ένα με το άλλο, τις καστανιές να φουντώνουν και να φουντώνουν, μέχρι που να καλύψουν τον ήλιο. Χαμογέλασε με τις πικρές εικόνες που γέμισαν το μυαλό του και αισθάνθηκε βαθιά συγγενικός με τον αυτόχειρα ποιητή, βαθύς, όμορφος, άξιος. Διάβασε τις τελευταίες γραμμές του κειμένου, ενώ έριχνε ήδη το βάρος του στο ένα χέρι, για να σηκωθεί όρθιος. Τελικά δεν ήταν καθόλου κακή ιδέα να έρθει στην εκδρομή μαζί με τους μαλάκες.

"Σιγά σιγά οι κλώνοι τους θα περισφίγγουν το λαιμό μου, θα πλέκονται στα μαλλιά μου, θα με τυλίγουν με ανθρώπινη περίσκεψη. Κάτου από τη σταθερή τους ώθηση, θα βυθίζομαι στο χώμα. Και ο κήπος μου θα είναι ο κήπος της Αχαριστίας..."


[Με κανονικά γράμματα και γκρίζο χρώμα διαβάζετε ένα πεζό ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη, τον «Κήπο της Αχαριστίας», που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη» Γ’, τεύχος Αυγούστου – Σεπτεμβρίου 1929. Σήμερα μπορεί κάποιος/α να το διαβάσει σε οποιαδήποτε έκδοση Απάντων του ποιητή. Δεν έχουν γίνει αλλαγές στο κείμενο, εκτός από το ότι η διάσπαση του (και ο αποικισμός του από τη δική μου αφήγηση) υπονοεί έναν χωρισμό σε ενότητες που δεν τον αποφάσισε ο ίδιος ο ποιητής.]

20.4.07

Γητεύτρια

Η Ελένη έβαλε το μοσχολίβανο πάνω από το καρβουνάκι και έτριψε λίγη από την ξερή ρίζα που κρατούσε ανάμεσα στα δυο της δάχτυλα. Πήρε μια βαθιά εισπνοή από τον καπνό και άρχισε να λιβανίζει στο σπίτι, ξεκινώντας από την κρεβατοκάμαρα και συνεχίζοντας στο διάδρομο και την κουζίνα. Σταυροκοπήθηκε με ευλαβικό φόβο μπροστά από το εικονοστάσι, δεν ακούμπησε όμως εκεί το θυμιατήρι. Το είχε μόλις κρύψει στο ξεχαρβαλωμένο ντουλαπάκι κάτω από το νεροχύτη, όταν άκουσε τη φωνή του από την κρεβατοκάμαρα: «Γυναίκαααα, καφέ!» Το περίμενε, ώρα του ήταν να ξυπνήσει.
Άνοιξε το πετρογκάζ, άναψε ένα σπίρτο και έβαλε το μαυρισμένο μπρίκι με το νερό και τον καφέ. Σκέφτηκε για μια στιγμή να ρίξει να ρίξει λίγο ζάχαρη, αλλ’ αποφάσισε ότι κανονικά δε θα έπρεπε. «Στου κάτου κάτ’ ας μην πιει!» μουρμούρισε χαμογελώντας. Ο καφές φούσκωσε και τον σήκωσε γρήγορα για να κρατήσει το καϊμάκι του, ενώ στράφηκε προς το τραπέζι που είχε αφήσει το φλιτζάνι. Είδε ότι καθόταν ήδη εκεί.
Από τότε που άρχισε να ξυπνάει τα απογεύματα, πάντα με μούτρα εμφανιζόταν μπροστά της. Κοίταξε το φλιτζάνι με τον καφέ και τη ρώτησε: «Μωρή, πικρό τουν έκανις;». «Αφού ‘χεις ζάχαρου!» του είπε, αλλά αυτός αμέσως στράβωσε τα μούτρα του. «Δε μι νοιαζ’, θα πάου στον καφινέ, να πιω ‘ναν καφέ τς προκουπής.» «Κάνι ό,τι θες.» του είπε, πήρε το φλιτζάνι και το έχυσε στον παλαιικό νεροχύτη, που κάποια εποχή το λευκό του μάρμαρο άστραφτε, αλλά τώρα ήταν κίτρινος, με βρωμιά που είχε εισχωρήσει στους πόρους του και δεν μπορούσε να φύγει.
Αυτός σηκώθηκε από τη θέση του και κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα, η Ελένη όμως έτρεξε και την άνοιξε. Κάποιες φορές αισθανόταν να την καταπιέζει πολύ αυτή η ιστορία, όπως και να ‘χε όμως ήταν μια παρηγοριά στη μοναξιά της. Τον παρακολούθησε να κατεβαίνει τα χορταριασμένα σκαλιά και να προχωρά στο λασπωμένο χωματόδρομο. Χάθηκε σαν σκιά στη γωνία του δρόμου.
Πήρε ξανά το θυμιατήρι, έβαλε ένα ακόμα μοσχολίβανο και τριμμένη ρίζα, για να κατευθυνθεί στην απέναντι μεριά του σπιτιού, με την πόρτα προς τη μικρή πλατεΐτσα της εκκλησίας. Εισέπνευσε βαθιά για άλλη μια φορά από το θυμίαμα και ξεκίνησε να λιβανίζει μπροστά από την εξώπορτα, φτάνοντας σχεδόν μέχρι τον πλάτανο της πλατείας. Τα κίτρινα φύλλα είχαν μαζευτεί πλέον σε έναν τεράστιο σωρό, με ποικίλα στρώματα από σάπια, μισοσαπισμένα και ξερά φύλλα. Καμιά φορά σκεφτόταν να πάρει τη σκούπα και να τα μαζέψει σε μια γωνιά, αλλά τι σημασία είχε;
Είδε τις γειτόνισσες που είχαν μαζευτεί στα σκαλάκια της ρημαγμένης εκκλησίας, κεντούσαν, έπλεκαν και κουτσομπόλευαν. «Ο, Ιλέν’, μουνάχη σ’ είσι;» φώναξε η Φρόσω «Έλα κάτσι δω μαζί μας!» Η Ελένη πρόσεξε ότι είχαν μαζευτεί πολλές, οπότε άφησε το θυμιατήρι μπροστά τους και κάθισε σε ένα σκαλάκι. «Λιβανίζς πάλ’ Ιλέν, βουήθειά σ’!» είπε η Γιώτα και σταυροκοπήθηκε. Η Ελένη χαμογέλασε και προσπάθησε να καταλάβει ποιο θέμα συζητούσαν.
Τις είχε βαρεθεί πια, όλο τα ίδια και τα ίδια έλεγαν, ιδίως για τον παλιό καιρό που το χωριό τους ήταν κεφαλοχώρι κι είχε απ’ όλα, μέχρι ράφτη, μαμή και σιδεράδικο. Καμιά φορά θυμόντουσαν κάποιον παμπάλαιο καυγά και μαλώνανε μεταξύ τους, σύντομα όμως τα βρίσκανε. Τόσα χρόνια βρίσκονταν η μια με την άλλη, θα μόνοιαζαν κάποια στιγμή οι ψυχές τους.
Η Φρόσω γύρισε και την κοίταξε με σοβαρό ύφος και της είπε: «Ξες, Ιλέν, τι ‘χω πιθυμήσ’ πιο απ’ ούλα; Κουλοκυθόπτα γλυκειά με καρύδ! Να σι σπάει τη μύτ’ όσου ψήνιτ’, να βγαίν’ αχνιστή και να τρως το πρώτου κουμμάτ’, γλυκό αλλ’ ακόμ’ καυτό και να καίγιτι η γλώσσα σ’.» Η Ελένη χαμογέλασε, της ήρθε για μια στιγμή να της πει: «Να φκιάξου, βρε Φροσ’, να σι φιλέψου κι σεν’», ήξερε όμως πόσο ανόητο θα ακουγόταν, μπορούσε να φάει η Φρόσω;
Ξαφνικά οι ομιλίες άρχισαν να χαμηλώνουν, ενώ ένας παράξενος ήχος άρχισε να φτάνει από μακριά. «Δεν μπορεί!» σκέφτηκε η Ελένη «Αυτουκίνητου;». Μάζεψε αμέσως το θυμιατήρι, χαιρέτισε βιαστικά τις γειτόνισσες, που δε φαίνονταν καθόλου ανήσυχες από το γεγονός (τι ανάγκη είχαν αυτές; ποιος τους έδινε σημασία;) και έτρεξε προς το σπίτι της. Έκλεισε το μόνο παντζούρι που παρέμενε ανοιχτό και πήγε στην κουζίνα για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της από τη λεκάνη. Τελείωνε το νερό, έπρεπε να πάει αργότερα στο πηγάδι για να βγάλει. Πρώτα να έφευγαν οι ξένοι όμως, κατευθύνθηκε στο δωμάτιο που έβλεπε στην πλατεία και κοίταξε ανάμεσα από τις γρίλιες.
Αρκετά παλιά, δε θυμόταν πλέον πότε, όταν ακόμα υπήρχε ρεύμα και λειτουργούσε η ασπρόμαυρη τηλεόραση, είχε δει μια εκπομπή για το πώς γυρίζουν τα σίριαλ. Αυτό το μηχάνημα που κρατούσε το νεαρό παλικάρι πρέπει να έγραφε ό,τι έβλεπε, κάμαρα το έλεγαν αν θυμόταν καλά. Η κοπέλα κρατούσε ένα μικρόφωνο και κοίταζε γύρω της κάπως φοβισμένη. Είπε στο παλικάρι: «Άντε ξεκίνα να τραβάς, να τελειώνουμε να φεύγουμε!» Αυτός σήκωσε τον αντίχειρά του προς τα πάνω και ένα πράσινο φωτάκι άναψε στο μηχάνημά του. Η κοπέλα ξεκίνησε να μιλάει: «Συνεχίζοντας το αφιέρωμά μας στα στοιχειωμένα μέρη, επισκεφθήκαμε το χωριό Σκρετατίροβο στα ορεινά της Ηπείρου. Αν και υπήρξε κεφαλοχώρι στις αρχές του εικοστού αιώνα, παρήκμασε από τον πόλεμο και μετά, ενώ παραμένει τελείως ακατοίκητο την τελευταία εικοσαετία. Πλήθος από φήμες κυκλοφορούν όμως για την τελευταία κάτοικο του χωριού, Ελένη Γκιόκα, η οποία επέμενε να κατοικεί μόνη της εδώ και κάποια στιγμή εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος. Κυνηγοί και ορειβάτες που περνούν από το χωριό υποστηρίζουν πως έχουν δει κάποιες φορές μια μαυροφορεμένη φιγούρα να περιφέρεται στα ρημαγμένα σοκάκια. Αν ζούσε όμως σήμερα η Ελένη, θα πλησίαζε τα εκατόν δέκα! Μια ακόμη περίπτωση ψυχής παγιδευμένης στον κόσμο των ζωντανών; Δεισιδαιμονίες που πηγάζουν από την αμάθεια; Τα συμπεράσματα δικά σας. Αγγελική Σπηλιώτη, από το χωριό Σκρετατίροβο, για τις Πύλες του Ανεξήγητου.»
Το φωτάκι από το μηχάνημα έσβησε και το παλικάρι ρώτησε την κοπέλα: «Δε σου μυρίζει κάτι σαν λιβάνι;». Η κοπέλα άρχισε να τρέμει και έδειξε προς το σωρό από φύλλα: «Δες, κι εκεί στο σωρό μοιάζει να έχει πατήσει πρόσφατα κάποιος!» Η Ελένη γέλασε όσο πιο πνιχτά μπορούσε, καθώς έβλεπε τα δύο νέα παιδιά να τρέχουν προς το αυτοκίνητο, παραπατώντας από τη βιασύνη τους στις πέτρες και τις λακκούβες. Κρίμα που δεν είχε πια ρεύμα, θα έδειχνε πρώτη φορά το χωριό τους η τηλεόραση και αυτή θα το έχανε. Δεν πειράζει, θα ρωτούσε τον τρελοβοσκό που της έφερνε τις προμήθειες, αν το είχε δει και πώς του φάνηκε.

[Το σημερινό ποστ είναι αφιερωμένο εξαιρετικά στην ομότιτλη μπλόγκερ.]

17.4.07

Μουσικό κουτί

Ο Δημήτρης γύρισε προσεκτικά μια ακόμη σελίδα από τα «Διηγήματα» του Παπαδιαμάντη, χαϊδεύοντας το απαλό, κιτρινισμένο χαρτί του βιβλίου. Ένα καλό που είχαν τα βιβλία της Δημοτικής Βιβλιοθήκης ήταν η παλαιότητά τους με το μαλακό χαρτί που δεν τσάκιζε και το γλυκό, μπεζ χρώμα. Στο «Έρως – Ήρως» ταίριαζε πολύ να ακούει ταυτόχρονα κλασική μουσική, πάτησε ήρεμα το πλήκτρο του ραδιοφώνου, αλλά το Τρίτο Πρόγραμμα συνέχιζε να μη στέλνει σήμα. Άφησε το μηχάνημα ανοιχτό και βουβό, με τα φωτάκια να αναβοσβήνουν, χωρίς να ακούγεται τίποτα.
Η Μαρία πέρασε μπροστά από την πολυθρόνα του κοιτώντας τον επιτιμητικά, χωρίς όμως αυτός να αντιδράσει με οποιονδήποτε τρόπο. «Το παίζει βυθισμένος στο βιβλίο του, ο παλιομαλάκας ο ψυχωτικός» σκέφτηκε η Μαρία και προχώρησε προς την κουζίνα. Τα παιδιά θα ξυπνούσαν λογικά όπου να ‘ναι και έπρεπε να τους ετοιμάσει πρωινό. Άνοιξε το αθόρυβο ψυγείο αέρος και έβγαλε τις φέτες του τοστ, το τυρί και την γαλοπούλα. Προτού τα βάλει στην τοστιέρα, έκοψε γύρω γύρω το ένταμ, ώστε να μείνει ολόκληρο μέσα στο τοστ. Την ενοχλούσε πολύ ο ήχος από το τσιτσίρισμα στην τοστιέρα, για τον ίδιο λόγο δεν έβαζε και ποτέ βούτυρο.
Η Κική είχε ξυπνήσει εδώ και ώρα, αλλά δεν αποφάσιζε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Μετρώντας τις κλήσεις του Λεωνίδα που έμεναν αναπάντητες, μία κάθε πέντε λεπτά, σκεφτόταν ότι αν τον είχε πιάσει το άγχος να μιλήσουν χτες το βράδυ, θα μπορούσε να μετράει κλήσεις αντί για προβατάκια. Ευτυχώς που το είχε βάλει στο αθόρυβο πριν κοιμηθεί, έπαιρνε από νωρίς και μπορεί μέσα στην πρωινή ζάλη της να του απαντούσε. Ωπ, μια καινούρια κλήση, από την Ιωάννα που τριβόταν στο Λεωνίδα χτες το βράδυ. Αυτό δεν της άρεσε, έτσι χανόταν το μέτρημα από τις κλήσεις του. Πήρε το κινητό και πληκτρολόγησε ήρεμα ένα μήνυμα προς την Ιωάννα: «Ήσουν απαράδεκτη χτες βράδυ, σε παρακαλώ μην τηλεφωνήσεις ποτέ ξανά. Θυμήσου να επιστρέψεις στη μητέρα μου τα παπούτσια που σου δάνεισα.» Πατώντας το πλήκτρο για αποστολή, αναρωτήθηκε: «Ο καμένος ο αδερφός μου να ξύπνησε άραγε;»
Ο Λουκάς είχε μπλέξει τόσα πολλά ποτά το προηγούμενο βράδυ (και ίσως να είχε πάρει και ένα γαλάζιο χαπάκι που του ‘δωσε η Άντζελα, αλλά δεν ήταν σίγουρος) που το κεφάλι του κόντευε να σπάσει. Αποφάσισε να συρθεί μέχρι το μπάνιο και να κάνει ένα κρύο ντους, πριν να πιει καφέ η οτιδήποτε. Μετά θα τηλεφωνούσε στο Μπάμπη να τον ρωτήσει αν θυμόταν καλά μια φάση που ήταν και οι δυο τους γυμνοί, μαζί με την Άντζελα στη γκαρσονιέρα του Μπάμπη. «Εντάξει να σου πηδήξουν τη γκόμενα, αλλά και μπροστά σου;» είπε από μέσα του και έσμιξε τα φρύδια του προβληματισμένος. Προχώρησε προς το μπάνιο στηριζόμενος από τοίχο σε τοίχο, άνοιξε την πόρτα και σταμάτησε για λίγο στη λεκάνη. Αφού κατούρησε μια ποσότητα που του φάνηκε απίστευτη, άρχισε να βγάζει τα ρούχα του και μπήκε στην μπανιέρα. Πήρε το τηλέφωνο, το έφερε στο πρόσωπό του και άνοιξε την παροχή του κρύου νερού. Τίποτα. Δοκίμασε την παροχή του ζεστού νερού. Πάλι τίποτα. Αισθάνθηκε κάποιον να τον κοιτάζει, γύρισε προς την ανοιχτή πόρτα και είδε τη Μαρία να έχει κοντοσταθεί στο διάδρομο. Της έδειξε το τηλέφωνο, αλλά αυτή σήκωσε τους ώμους και τα φρύδια της και συνέχισε προς το δωμάτιο της Κικής. Μάλλον θα είχε γίνει διακοπή νερού. Ο Λουκάς βγήκε από τη μπανιέρα και έψαξε για το μποξεράκι και τη φανέλα του. Είχαν εμφιαλωμένα νερά στην κουζίνα, θα έπαιρνε δυο τρία μπουκάλια και θα τα έριχνε πάνω του.
Η Μαρία ήταν έτοιμη να χτυπήσει με τις άκρες των νυχιών της την πόρτα της Κικής (σε αυτό το σπίτι και ο παραμικρότερος θόρυβος ακουγόταν εκκωφαντικός), όταν η πόρτα άνοιξε από μόνη της. Η Κική βγήκε έξω από το δωμάτιο και χαμογέλασε βεβιασμένα προς τη μητέρα της, που παραμέρισε για να την αφήσει να περάσει. Σκέφτηκε να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της και βρήκε το Λουκά γυμνό στο μπάνιο να ψάχνει στο καλάθι με τα άπλυτα. Τον χτύπησε με το δάχτυλο στον ώμο και του έδωσε το πράσινο μποξεράκι που είδε στην κρεμάστρα για τις πετσέτες - ό,τι και να έψαχνε, καλύτερα να το έκανε με το πουλί του κρυμμένο. Πρωί πρωί την όρεξή του είχανε.
Στην κουζίνα η Κική πήρε ένα τοστ από την πιατέλα και άρχισε να το τρώει στα όρθια. Μαζί με τη μητέρα της κοίταξαν κάπως έκπληκτες το Λουκά που πήρε τρία εμφιαλωμένα νερά στην αγκαλιά του και έφυγε (φορούσε και το μποξεράκι τελείως ανάποδα, το μέσα έξω και το μπρος πίσω), αλλά δε σχολίασαν τίποτα. Η Μαρία σκέφτηκε μόνο: «Τόσα χρόνια ψυχανάλυση, πεταμένα λεφτά. Αν τον αρχίζαμε ψυχοφάρμακα από μικρό, θα είχαμε και την ησυχία μας τουλάχιστον», ενώ η Κική είχε αφιερωθεί στο αργό μασούλημα του τοστ της.
Από το σαλόνι άρχισε να ακούγεται μια γλυκειά μελωδία
, που θύμιζε κάτι από νανούρισμα και ξεχασμένα παιδικά χρόνια. Το στόμα της Κικής έμεινε μισάνοιχτο, με μια αλεσμένη μπουκιά να φαίνεται λίγο πριν τον ουρανίσκο της, ενώ η Μαρία έφερε το χέρι της στο αυτί της και κοίταξε λοξά προς την πόρτα του σαλονιού. Με αργά βήματα προχώρησαν και οι δύο προς τα εκεί.
Πάνω στο τραπεζάκι είδαν ένα σκονισμένο μουσικό κουτί με μια μπαλαρίνα που έκανε ατέρμονες πιρουέτες. Δίπλα του ήταν όρθιο ένα βιβλίο με φθαρμένο εξώφυλλο που έγραφε: «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Διηγήματα, Θέλω διαζύγιο», την τελευταία φράση με στυλό μπικ. Αισθάνθηκαν μια νέα παρουσία στο χώρο και γύρισαν προς την πόρτα του διαδρόμου. Ο Λουκάς στεκόταν γυμνός με νερά να τρέχουν στο πάτωμα από τα χέρια, τα πόδια του και το πέος του. «Τι έγινε ρε παιδιά;» είπε «Τι είναι όλος αυτός ο θόρυβος;»


[Χτες βράδυ είδα την κινηματογραφική ταινία «Σπιρτόκουτο» του Γιάννη Οικονομίδη, δημιουργού και της πιο πρόσφατης ταινίας «Η ψυχή στο στόμα». Το σημερινό κείμενο λειτουργεί μάλλον ως αντεστραμμένο είδωλο του «Σπιρτόκουτου», χωρίς όμως να το παρουσιάζει με κανένα τρόπο.]

11.4.07

Έφυγα νωρίς

Η Κορνηλία ίσιωσε τη φωτογραφία του Γιώργου, ώστε να είναι παράλληλη με την άκρη της εταζέρας και στη συνέχεια έστρωσε το κεντημένο σεμέν τα πεθεράς της. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και χτένισε τα μαλλιά της με τα χέρια, βασισμένη στην αχνή εικόνα που έδινε το σεληνόφως. Δεν της άρεσε καθόλου το κανονικό φως, ούτε το ηλεκτρικό, ούτε του ήλιου.
Η πολυθρόνα που καθόταν ο Γιώργος είχε πάλι αλλάξει θέση, ποιος είχε έρθει να καθίσει και τη μετακίνησε τόσο μακριά; Την έστρεψε ώστε να κοιτάζει προς το ανατολικό παράθυρο, πάντα του άρεσε του Γιώργου αυτή η θέα. Άνοιξε και τις κουρτίνες, ώστε να φαίνεται καθαρά ο δρόμος με τους ευκάλυπτους που οδηγούσε μακριά από το σπίτι τους.
Ένιωσε να διψά και άνοιξε τη βιτρίνα με τα κρυστάλλινα ποτήρια. Τοποθέτησε το ψηλό κολονάτο ποτήρι στο κέντρο του τραπεζιού και πήγε στο μπάνιο, όπου έκρυβαν το ποτό της. Το έφερε, έριξε λίγο μέσα στο ποτήρι και κάθισε στον καναπέ.
Τελικά δεν είχε όρεξη να πιει. Θα διάβαζε ένα από τα αγαπημένα βιβλία του Γιώργου, τα «Ποιήματα». Άνοιξε τυχαία μια σελίδα:

«Tαξίδεψες, είδες πολλά φεγγάρια πολλούς ήλιους

άγγιξες νεκρούς και ζωντανούς
ένιωσες τον πόνο του παλικαριού
και το βογκητό της γυναίκας
την πίκρα του άγουρου παιδιού -
ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο
αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό.
Ίσως να βρεις εκεί ό,τι νόμισες χαμένο·
τη βλάστηση της νιότης, το δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας.

Zωή σου είναι ό,τι έδωσες
τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες
το άσπρο χαρτί.»

Του άρεσε πολύ αυτό το ποίημα του Γιώργου, το «Θερινό Ηλιοστάσι», της το είχε διαβάσει τόσες πολλές φορές που το ήξερε απ’ έξω. Με τέτοιο ελάχιστο φως δε θα μπορούσε να το διαβάσει κι αλλιώς, φανταζόταν γράμματα και στίχους για να ολοκληρώνεται το κείμενο.
Ακούμπησε στενοχωρημένη το βιβλίο στο τραπέζι, δίπλα από το κρυστάλλινο ποτήρι με το διάφανο ποτό. Της έλειπε πολύ ο Γιώργος, τρία χρόνια τώρα που είχε φύγει από κοντά της. Τα δάκρυα είχαν στερέψει από την αρχή, ένα βάρος παρέμενε όμως πάντα στην ψυχή της, ένα βάρος που δεν μπορούσε να σηκώσει. Αποφάσισε να ξεκουραστεί, η μόνη λύτρωση από τούτες τις σκέψεις ήταν αυτός ο παράξενος ύπνος δίχως όνειρα, στον οποίο βυθιζόταν τα τελευταία τρία χρόνια.

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

«Γιώργοοοοο!» ακούστηκε έντρομη η φωνή της Μαρίας από το σαλόνι και αμέσως μετά το ποδοβολητό της προς την κρεβατοκάμαρα. Ο Γιώργος ακόμη κοιμόταν, γυμνός και τυλιγμένος με ένα σεντόνι. «Μμμμ, έλα ρε μωρό τι είναι;» μουρμούρισε μες στον ύπνο του και έκρυψε το κεφάλι του κάτω από το μαξιλάρι, γυρίζοντας μπρούμυτα. Κυριακή ήταν, δεν υπήρχε κανένας λόγος να ξυπνήσει από νωρίς.
Η Μαρία τράβηξε το σεντόνι και αμέσως μετά άρχισε να ταρακουνάει το αριστερό πόδι του Γιώργου για να ξυπνήσει, φωνάζοντας «Ξύπνα, Γιώργο, ξύπνα!» Ο Γιώργος δεν καλοκατάλαβε τι συμβαίνει, οπότε γύρισε ανάσκελα, εμφανίζοντας και μια αξιοπρεπέστατη πρωινή στύση. «Έλα ρε μωρό να κάνουμε αγκαλιές, τι θέλεις πρωί πρωί;» ρώτησε, ανοίγοντας τα χέρια, αλλά με κλειστά ακόμα τα μάτια.
«Μόνο για τέτοια δεν έχω όρεξη!» είπε η Μαρία, συνεχίζοντας να του κουνάει το πόδι. «Ήρθε ξανά η Κορνηλία, παιδί μου, το καταλαβαίνεις;» Ο Γιώργος ξύπνησε αμέσως και πετάχτηκε από το κρεβάτι. Δεν τον ένοιαξε ένα ντυθεί, έτσι κι αλλιώς μόνο οι δυο τους ήταν στο σπίτι (ή καλύτερα έτσι νόμιζαν). Έτρεξε προς το σαλόνι, για να συνειδητοποιήσει ότι η Μαρία είχε δίκιο: η πολυθρόνα ήταν πάλι γυρισμένη προς το ανατολικό παράθυρο, εκεί όπου στάθηκε πριν τρία χρόνια η Κορνηλία και του φώναξε για την δει, καθώς έπινε ένα ποτήρι χλωρίνη, μετά από μια πρόποση προς το μέρος του. Αυτός περπατούσε στο δρόμο με τους ευκάλυπτους, φεύγοντας από το σπίτι του, μετά από έναν καυγά που θα είχε οδηγήσει κανονικά στο χωρισμό τους. Όλες οι δεύτερες λεπτομέρειες ήταν επίσης παρούσες στο δωμάτιο, το κρυστάλλινο ποτήρι μισογεμάτο με χλωρίνη στο τραπεζάκι, τα «Ποιήματα» του Σεφέρη ανοιγμένα στην ίδια πάντα σελίδα (ήταν και φιλόλογος, δεν μπορούσε να τα πετάξει), οι τραβηγμένες κουρτίνες στο ανατολικό παράθυρο.
Ο Γιώργος έφερε τα χέρια του μπροστά από τα γεννητικά του όργανα, με την ξαφνική σκέψη ότι μπορεί να τον έβλεπαν και άλλα μάτια πέρα από της Μαρίας. Από το άγχος του το πέος του είχε ελαχιστοποιηθεί, οπότε χρειάστηκε μόνο το ένα του χέρι. Άπλωσε το άλλο προς τη Μαρία, η οποία χώθηκε στην αγκαλιά του. Τρέμοντας, αμίλητοι, άρχισαν να μαζεύουν κάποια βασικά πράγματα από το σπίτι, για να μπορέσουν να μείνουν σε ξενοδοχείο και στη συνέχεια να νοικιάσουν κάπου. Αυτό που δυστυχώς δεν ήξεραν ακόμα ήταν πως η Κορνηλία στοίχειωνε τα πράγματα και όχι το σπίτι.

[Αφιερωμένο στο Νίκο Σ. και εμπνευσμένο ελεύθερα από ένα έργο του.]

8.4.07

Ο πεθαμμένος και η Αμμάσταση

Ντρέπουμαι που είμαι αδιόρθωτα εγωιστής. Φαντάστηκα ένα νέο να στέκει στο παραθύρι μια κάμαρης και να βλέπει αντίκρυ, πέρα από τον κήπο με τα δέντρα και τα λουλούδια, το παράθυρο μιας κοπέλας. Πριν να πέσει στο βαθύ ύπνο του, την κοπέλα αυτή την αγαπούσε πολύ, και αυτή τον άφησε. Ο νέος έχει μόλις ξυπνήσει και σκέφτεται τι νόημα έχει η ζωή χωρίς αυτήν.
Έχασα κάθε διάθεση. Δεν ξέρω, δεν μπορώ, να εξακολουθήσω να γράφω. Η υπόστασή μου είναι όλο διακυμάνσεις. Το σχήμα μου χάνεται μέσα στα δοχεία που γεμίζω. Η προσοχή στέκεται και κοιτά τα έξω αντικείμενα που με περιβάλλουν. Παρατηρώ τον υπολογιστή που σκυμμένος γράφω σε αυτόν, το ίντερνετ καφέ με τους νεαρούς που κάνουν τσατ και παίζουν World of Warcraft.
Πρέπει να ξαναμπλέξω στην υπόθεσή μου το νέο που στέκεται και βλέπει από το παράθυρο. Είναι ερωτευμένος με την κοπέλα της γειτονιάς. Όμως τώρα ανάμεσα στους δύο, φορέας του θαυμασμού, δεν υπάρχει το γλυκοκέλαδο αηδόνι, όπως στα χρόνια της Μαρίας της Γαλλίας που ο σιδηρόφραχτος ιππότης στον πύργο του αναστέναζε.
Ύστερα από την τραγική εικόνα που δώσαμε παραπάνω, δεν χωρούν πια συναισθηματικές διαχύσεις. Πρέπει να ακολουθήσει ο θάνατος του ήρωα, που δεν έχει να ακουμπήσει πουθενά ανάμεσα στα ερείπια. Πρέπει να περιγράψω την τραγική αυτοκτονία του νέου. Αποφασίζω να το κάνω με τρόπο περίπλοκο, να συμβαίνει μέσα σε ένα όνειρο και ταυτόχρονα στην πραγματικότητα της αφήγησης. Ο νέος αυτός έχει βυθιστεί σε ύπνο εδώ και καιρό, μετά από ένα ατύχημα. Στον ύπνο του βλέπει ότι δεν κοιμάται, στην πραγματικότητα κοιμάται ύπνο βαθύ. Αναρωτιέμαι ποιος θα καταλάβει.
Εξακολουθώ με τη σκέψη "τι χρειάζεται στο κάτω κάτω της γραφής το μπλογκινγκ;" Δεν είναι τάχα μια αρρωστιάρικη συνέπεια της εποχής, ένα ξέσπασμα ανίας, πάθος άγνωστο σε εποχές μεγάλες, όταν η έκφραση κυλά αβίαστα σαν επακόλυθο της δράσης;
Ο νέος που στεκόταν στο παράθυρο και έβλεπε απέναντί του την αγαπημένη του κοπέλα, μελαγχολούσε γιατί καταλάβαινε ότι τίποτα δεν υπήρχε που να τους επιτρέπει την ένωση. Μιλούσε και έκλαιγε ο νέος. Η καρδιά του έλεγε ότι η εξακολούθηση της ζωής είναι ακατόρθωτη.
Ο νέος πηδά από το παράθυρο. Ο αναγνώστης νομίζει ως εκείνο το σημείο πως το όνειρο του νέου είναι η πραγματικότητά του. Γράφω αμέσως μετά: "Ο κολλητός του ανέλαβε το χρέος να δώσει κάποιες βασικές πληροφορίες στους αστυνομικούς, αφού οι γονείς του βρίσκονταν ακόμη σε κατάσταση σοκ (είχαν αποδεχτεί την ιδέα ότι μπορεί να παρέμενε φυτό για κάποιο διάστημα, αλλά το να αυτοκτονήσει στον ύπνο του ήταν κάτι που τους υπερέβαινε). Ναι ήταν ήσυχο παιδί χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, όταν χώρισε με την κοπέλα του τον πήρε λίγο από κάτω, αλλά τον στήριξαν οι φίλοι του και συνήλθε. Μα, δεν έκανε απόπειρα και έπεσε σε κώμα, γλίστρησε ένα πρωί που πήγαινε στη δουλειά και χτύπησε πάνω στην κόχη του κομοδίνου. Δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον, όχι, κάποιες φορές παραμιλούσε μόνο και έλεγε: «νυστάζω, θέλω να κοιμηθώ» ή αγκομαχούσε στον ύπνο του, σαν να έκανε σεξ. Ναι, σηκώθηκε ένα βράδυ και πήδηξε, έτσι απλά. Κανείς δεν ξέρει, μάλλον θα έβλεπε κάποιο όνειρο και υπνοβάτησε, αφού είπαμε ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα." Νιώθω πολύ έξυπνος.
Στο ποστ υπάρχει ένας νέος που ονειρεύεται και πέφτει από το παράθυρο όσο υπνοβατεί. Μέχρι εκείνο το σημείο ο αναγνώστης νομίζει ότι ο νέος πήρε ναρκωτικά και αυτοκτόνησε μέσα στην τρέλα του. Στο μυαλό μου όμως υπάρχει και ένας τρίτος νέος, αυτός που ξύπνησε κατά τη διάρκεια της υπνοβασίας του, που είχε δει αυτό το όνειρο, που είδε την κοπέλα απέναντι και αποφάσισε συνειδητά να πηδήξει. Συνειδητοποιώ τις περιπλοκές της αφήγησής και του νου μου κι αισθάνομαι διανοούμενος καλλιτέχνης.
Σκέφτομαι ότι σκότωσα έναν ακόμα ήρωά μου, μαζί με το Χριστό, Μεγάλη Πέμπτη.
Πώς θα μπορέσω να πιστέψω την απ' τον τάφο ανάσταση του Χριστού; Δεν μπορώ να καταλάβω τη βεβαιότητα μιας αναμονής της ενδόξου ανάστασης, την ώρα που το σώμα κρέμεται απ' το ξύλο σταυρωμένο, καταστρέφοντας κάθε υπόσχεση χαράς. "Χριστός Ανέστη" ακούω ξανά εγώ ο άπιστος δούλος, ο αρνητής. "Χριστός Ανέστη" την ώρα που βλέπω όλη τη ζωή μου και την ξανακερδίζω με τη μνήμη. "Χριστός Ανέστη", η φωνή των αιώνων επιμένει και καταλαβαίνω το χρέος μου. Δεν πρέπει να αφήσω μέσα στο χώμα το νέο που αυτοκτόνησε, να τον ξεχάσω όπως ξεχνιούνται όλα μέσα στο ρεύμα του χρόνου. Πρέπει να γεφυρώσω το μεγάλο χάσμα που η προσωρινή μας αντίληψη ανοίγει ανάμεσα στον καθημερινό βίο και το θάνατο, χωρίζοντας τον ζωντανό από τον πεθαμένο. Πρέπει, το καταλαβαίνω ως χρέος μου, ο νέος που πέθανε να θελήσω να αναστηθεί, γιατί αλλιώς η ζωή μένει αδικαιολόγητη. Αργά, πολύ σιγανά σκέφτουμαι, κι αφού περιπέσω στο σφάλμα διδάσκουμαι. Σκέφτουμαι ότι η ανάσταση είναι απαραίτητη, κυρίως για να εννοηθούν οι μικροί, οι ταπεινοί και καταφρονημένοι, οι καθημερινοί ήρωες. Η ανάσταση είναι για όλους. Κανένας ας μην είναι υπερήφανος.
Κοίταξα την αντανάκλασή μου στη διπλανή σβησμένη οθόνη. Είδα το έξοχο πρόσωπο του ωραιότερου νέου, που γεννιούνταν πάνω από τους ώμους του πεθαμένου μου σώματος. Στράφηκα χαρούμενος να δω. Τον αναγνώρισα. Ήταν ο νέος που αυτοκτόνησε αναστημένος.

Αδελφοί, να είστε χαρούμενοι. Εχτροί και φίλοι αγκαλιασμένοι φιληθείτε. Ο ουρανός που χτίζουμε όλοι μαζί μας στεγάζει. Το σύμπαν είναι η αγκαλιά μας.

[Το ποστ αυτό είναι μία σύνθεση από τρία κείμενα: το αμέσως προηγούμενο ποστ (γαλάζιο χρώμα), το "ο Πεθαμένος και η Ανάσταση" του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη (λευκό χρώμα), και σημερινές προσθήκες (μωβ χρώμα)]

3.4.07

Εδώ είναι ο παράδεισος κι η κόλαση εδώ

Η Ντίνα τράβηξε μια τζούρα ακόμα, κράτησε μέσα τον καπνό και συνέχισε να κοιτά σαν χαμένη τον πίνακα. Ήταν μια αρκετά καλή αναπαραγωγή, με την επιφάνεια κανονικού τελάρου και ξύλινες κορνίζες, αλλά έμοιαζε παράταιρο σε αυτό το σπίτι. Εξέπνευσε τον καπνό, σχηματίζοντας μικρά δαχτυλίδια προς τα πάνω. Πολύ καλό ήταν, καλαματιανό, όχι σαν τα αλβανικά που βρίσκανε συνήθως. Η φίλη της η Ιωάννα είχε κατεβεί ένα τριήμερο στη Μάνη να δει τους γονείς της και είχε φέρει γερή προμήθεια, μια εβδομάδα θα τους κρατούσε σίγουρα.
Ο πίνακας ήταν φτιαγμένος από τρία κομμάτια και η Ντίνα είχε σκάσει να βρει πώς τους λέγανε αυτούς τους πίνακες, της ερχόταν συνεχώς η λέξη «τρίφυλλο», αλλά ήταν σίγουρη ότι είχαν άλλο όνομα. Κόλλησε να κοιτάζει το γυμνό ζευγάρι, που έμοιαζαν με τον Αδάμ και την Εύα στον Παράδεισο. Τι όμορφα που φαίνονταν μαζί, τόσο ευτυχισμένοι σε αυτόν τον παράξενο κήπο. Ξαφνικά της ήρθε η επιθυμία να φιλήσει το Στάθη, του είχε γυρισμένη την πλάτη τόσην ώρα που είχε κολλήσει με τον πίνακα.


Με το που έστρεψε το κεφάλι της στην άλλη μεριά, είδε το Στάθη να φιλάει την Ιωάννα και να έχουν μισοξαπλώσει στον καναπέ. Πήρε μια τζούρα κι ενώ κρατούσε τον καπνό στα πνευμόνια της, αποφάσισε να συνεχίσει προς το παρόν με τον πίνακα. Ήταν μια εικόνα που μπορούσε τουλάχιστον να διαχειριστεί.
Στο κέντρο γινόταν αρκετά διαφορετικός, αφού παρουσίαζε ένα απέραντο όργιο σε ένα καταπράσινο λιβάδι με νερά. Ο Στάθης της είχε πει πως του αρέσει πολύ η Ιωάννα και ότι θα ήταν ωραία να κάνουν κάτι όλοι μαζί, αύτη όμως το πήρε καθαρά για αστείο. Τελικά δεν ήταν καθόλου αστείο, συνέβαινε τώρα δίπλα της. Αναρωτήθηκε για μια στιγμή μήπως να το δοκίμαζε, είδε όμως όλα αυτά τα γυμνά κορμιά να μπλέκονται μεταξύ τους και να ξεπροβάλλουν από παράξενες σφαίρες και κιούπια κι αηδίασε.

Το γάρο πλησίαζε προς το τέλος του και σε λίγο θα της έκαιγε τα δάχτυλα. Το κράτησε από την άκρη της τζιβάνας και πήρε μια βαθιά ρουφηξιά. Εκείνη την ώρα αισθάνθηκε το χέρι του Στάθη να της χαϊδεύει το μπούτι. Με φαινομενική ηρεμία γύρισε και του χαμογέλασε: «Τι θέλεις μωρό μου;» «Ρε Ντίνα, δε μας βλέπεις που έχουμε αρχίσει, έλα κι εσύ…» «Ναι, ναι τώρα.»
Στη δεξιά πλευρά τα πράγματα γίνονταν τελείως μπερδεμένα και τρελά, περίπου σαν την ψυχική της διάθεση. Ήταν φανερό πως όλοι βρίσκονταν πλέον στην Κόλαση, όπου τιμωρούνταν για τις αμαρτίες τους. Για μια στιγμή η Ντίνα φωτίστηκε: αυτό ήταν το νόημα του πίνακα, ο άνθρωπος ξεκινάει αθώος, με αγνή αγάπη, το ελεύθερο σεξ και η προστυχιά του όμως τον οδηγούν τελικά στην κόλαση.

Συνέχισε να κρατάει το γάρο στα δάχτυλά της και στράφηκε προς το μέρος του Στάθη και της Ιωάννας. Χαϊδεύονταν πλέον και φιλιούνταν με πάθος, ενώ ο Στάθης προσπαθούσε να βγάλει το παντελόνι από τα πόδια του, χωρίς όμως να σηκωθεί και να αφήσει την Ιωάννα.
Η Ντίνα κράτησε το γάρο στην άκρη των χειλιών της και άρχισε να τον χαϊδεύει στην πλάτη. Ο Στάθης χαμογέλασε και γύρισε προς αυτήν, αφήνοντας την να του ξεκουμπώσει το παντελόνι και να του το βγάλει σιγα σιγά. Η Ιωάννα του φιλούσε πλέον το λαιμό και το στόμα όσο η Ντίνα κατέβαζε και το σλιπ του.
Πήρε με την άκρη των δαχτύλων της το γάρο από το στόμα και χάιδεψε τον πούτσο του, που τεντώθηκε τελείως προς τα πάνω. Το γάρο της έκαιγε πλέον τα δάχτυλα, οπότε με μια γρήγορη κίνηση το έσβησε στα αρχίδια του Στάθη.

[Σε αυτή τη δημοσίευση βλέπετε και το τρίπτυχο του Ιερώνυμου Μπος «Ο Κήπος των Επίγειων Απολαύσεων: Εδέμ – Εκκλησιαστικός Παράδεισος – Κόλαση». Για το ζωγράφο μπορείτε να διαβάσετε κάποια περιληπτικά στοιχεία εδώ και πιο αναλυτικά εδώ.]

18.3.07

Επτά ταινίες στο μίξερ

[Εγώ και ο Σαμμάνος προσκληθήκαμε από την Blondie να γράψουμε ο καθένας για επτά αγαπημένες μας ταινίες. Επειδή οι κακές συνήθειες δεν κόβονται και πέρα από καπνιστής είμαι και μπλογκοτέχνης, αποφάσισα να γράψω μια ιστορία με επτά ήρωες αγαπημένων μου κινηματογραφικών ταινιών. Σε κάθε πρώτη εμφάνιση ήρωα υπάρχει και ένα λινκ στο όνομά του, που οδηγεί σε μια παρουσίαση της ταινίας, συνήθως από την αγγλική Βικιπαιδεία. Οι φίλοι κινηματογραφόφιλοι ή και κινηματογραφιστές ας έχουν υπόψη τους ότι η επιλογή των ταινιών δεν είναι αξιολογική, αλλά συναισθηματική, ενώ έπρεπε να βοηθά και στην αφήγηση.]

Η Γουάντα χάιδεψε με χάρη τις μακριές, υπέροχες γάμπες της, ελπίζοντας ότι κάποιος από τους θαμώνες του παραλιακού μπαρ θα την πρόσεχε, θα της την έπεφτε και ακόμα καλύτερα θα την ερωτευόταν. Σε δύο εβδομάδες θα της έκαναν έξωση, έπρεπε να βρει κάπου να μείνει. Έλεγξε με την άκρη του βλέμματος της το ενδιαφέρον που προκάλεσε. Τίποτα, όλοι ήταν σκυμμένοι στα ποτά τους ή στην καλύτερη περίπτωση χάιδευαν τα γυμνά μπούτια μιας Μεξικάνας πόρνης. Ήπιε την τελευταία γουλιά από την όγδοη τεκίλα της και έστρεψε την προσοχή της προς τη σκηνή. Απόψε λέει είχε θεματική βραδιά, γερμανικό καμπαρέ ή κάτι τέτοιο.

Η Σάλλυ βγήκε χορεύοντας μαζί με το υπόλοιπο μπαλέτο. Δεν την έλεγες όμορφη, σχολίασε από μέσα της η Γουάντα, αλλά είχε ξεκάθαρα τύπο. Όταν όμως άρχισε να τραγουδάει, η Γουάντα χάθηκε στη μουσική και τη φωνή της. «Αν δεν την καταστρέψουν τα ναρκωτικά και το ποτό, θα κάνει σίγουρα καριέρα.» σκέφτηκε «Εγώ από την άλλη, και να μη με κατέστρεφε το ποτό, δε νομίζω να έκανα τίποτα σπουδαίο. Το μόνο μου ταλέντο που έχω ανακαλύψει ως τώρα είναι να μπορώ να πίνω μέχρι τελικής πτώσης.» Η Σάλλυ κουνούσε το μποά και τον κώλο της με εξαιρετικό συγχρονισμό, ενώ οι κοπέλες του μπαλέτου ανεβοκατέβαζαν τα πόδια τους με φρενήρεις ρυθμούς, εκτός μουσικής βέβαια, προσπαθώντας όμως να κρατήσουν την προσοχή των πελατών αμείωτη.
«Συγγνώμη, μπορώ να καθίσω μαζί σας;» ρώτησε η Γκρέις, αποσπώντας τη Γουάντα από το τραγούδι. «Πω ρε γαμώτο, από όλο το μπαρ, έπρεπε να μου την πέσει λεσβία; Το έχω δοκιμάσει και δε μου βγαίνει.» σκέφτηκε και ακούμπησε το ελαφρό τζάκετ της από φτηνή δερματίνη πάνω στο διπλανό σκαμπό. «Λυπάμαι είναι πιασμένη, περιμένω το φίλο μου να μου φέρει πράσινο καλαμπόκι.» Της άρεσε αυτή η δικαιολογία, τρομοκρατούσε τους ανεπιθύμητους και έδινε στο Χένρι μια θέση φύλακα άγγελου στη ζωή της. Που να βρισκόταν άραγε χαμένος;
- Εεε, μάλλον δεν καταλάβατε. Δεν ψάχνω για χμμ άλλου είδους παρέα, απλά είστε η μόνη γυναίκα στο μπαρ και έχω ανάγκη την ησυχία μου. Κάθισα ήδη δίπλα από έναν άντρα και χάιδευε μια το στήθος της Μεξικάνας και μια το δικό μου.
- Αν είναι έτσι, τι να σου πω, κάθισε. Θα με κεράσεις ένα ποτό;
- Πολύ ευχαρίστως, θα γνωριστούμε και ευκολότερα έτσι. Εμένα με λένε Γκρέις.
- Χαίρω πολύ, Γουάντα.
Η Γουάντα έπινε την ένατη τεκίλα για απόψε το βράδυ (τα μεσημεριανά τζιν τα είχε πιει σπίτι της, οπότε από ένα σημείο και μετά χανόταν το μέτρημα), όταν είδε το παράξενο ψάρι να κολυμπάει στον ουρανό. Η Σάλλυ είχε κάνει διάλειμμα, αλλά στα αυτιά της άρχισε να ηχεί ένα παράξενο τραγούδι, που οι στίχοι ταίριαζαν πολύ με την κατάστασή της.

Ήταν σχεδόν βέβαιη ότι είχε παραισθήσεις από το αλκοόλ (το πάθαινε όλο και πιο συχνά) σκέφτηκε όμως ότι δεν είχε τίποτα να χάσει αν ρωτούσε και τη Γκρέις, το πολύ πολύ να έφευγε τρομαγμένη και να της άφηνε και το ποτό της.
- Δε μου λες, την ακούς κι εσύ τη μουσική;
- Ναι, περίεργο, δεν ταιριάζει με τραγούδι για καμπαρέ.
- Κάτσε, μη μου πεις ότι βλέπεις και το ψάρι;
- Ααααα!
Η Γκρέις σχεδόν έπεσε από την καρέκλα της, βλέποντας το ψάρι που αιωρούνταν από πάνω της. Αμέσως μετά άρχισε ένα μονόλογο που έκανε τη Γουάντα να σκεφτεί ανακουφισμένη πως υπήρχαν και πιο τρελές γυναίκες από αυτήν στο μπαρ: «Με δέσανε, με βιάσανε, με βάλανε να κάνω τις πιο δύσκολες, τις πιο απάνθρωπες δουλειές, όλα τα άντεξα, είχα όμως τη δύναμη της θέλησής μου, την ακεραιότητα του χαρακτήρα μου! Το μυαλό μου με κράτησε Γουάντα, τίποτα άλλο, δεν μπορώ να το χάσω κι αυτό!» Είχε κρύψει το πρόσωπό της στις χούφτες της και έκλαιγε σπαρακτικά, όταν ακούστηκε η κραυγή της Μεξικάνας πόρνης.
Η Γουάντα και η Γκρέις γύρισαν ταυτόχρονα προς το μέρος της Μεξικάνας, ενώ η Σάλλυ σταμάτησε το τραγούδι της. Οι κοπέλες από το μπαλέτο έτρεξαν στα παρασκήνια, η Σάλλυ όμως έβγαλε μια φαλτσέτα που είχε κρυμμένη στην καλτσοδέτα της και υποχώρησε ήρεμα στο πίσω μέρος της σκηνής. Ο Τζακ κοιτούσε ενθουσιασμένος το αίμα να αναβλύζει από το λαιμό της δύστυχης πόρνης, ενώ έβγαζε από το σάκο του ένα ματωμένο τσεκούρι. Γύρισε προς τους υπόλοιπους πελάτες και είπε: «Αφού της εξήγησα ότι δεν πρέπει να με διακόπτει όταν μιλάω, γιατί χάνω την αυτοσυγκέντρωσή μου. Με αποσπά πως να το κάνουμε. Τώρα που το σκέφτομαι, όλοι με αποσπάτε. Δε θα ζήσει κανείς σας!»
Οι κάπως νηφάλιοι πελάτες έτρεξαν γρήγορα προς την έξοδο, αυτοί όμως δεν ήταν παραπάνω από τρεις. Οι υπόλοιποι άρχισαν να βρίσκουν τραγικό θάνατο από το τσεκούρι του Τζακ, παραπατώντας προς την έξοδο. Η Γκρέις άνοιξε τη μεγάλη μαύρη βαλίτσα που κουβαλούσε και έβγαλε ένα Καλάσνικοφ. Στην έκπληκτη Γουάντα εξήγησε: «Μου το έχει δώσει ο μπαμπάς για περίπτωση ανάγκης. Νομίζω πως είναι μία τέτοια περίπτωση.» Φώναξε «Ε, παλικάρι, για έλα λίγο προς τα εδώ!»
Ο Τζακ είχε μόλις αποκεφαλίσει το μπάρμαν, και γύρισε προς το μέρος της. Για μία μόνο στιγμή έδειξε τρομαγμένος και αμέσως έτρεξε προς το μέρος των δύο γυναικών με μια λάμψη στα μάτια. Η Γκρέις πάτησε τη σκανδάλη, αλλά το όπλο έπαθε εμπλοκή και δεν πυροβόλησε. «Ωχ δεν ξέρω τι κάνουν σε αυτές τις περιπτώσεις!» είπε η Γκρέις, πέταξε το όπλο κάτω και κοίταξε έντρομη τον Τζακ που πλησίαζε επικίνδυνα. Ο Τζακ είχε ήδη σηκώσει το τσεκούρι για να ανοίξει στη μέση το κεφάλι της Γκρέις, όταν του ήρθε στα μούτρα ένα γεμάτο μπουκάλι “Havana Club”. «Κρίμα τόσο ρούμι,» σκέφτηκε η Γουάντα, που πήρε από το χέρι τη Γκρέις και άρχισε να τρέχει προς τα έξω. «Δε θα μου ξεφύγετε έτσι εύκολα μικρά μου γουρουνάκια!» άκουσαν τον Τζακ να λέει πίσω τους και αμέσως μετά «Ααααχ!». Η Γουάντα και η Γκρέις γύρισαν για να δουν το Τζακ ξαπλωμένο στο γρασίδι, με τη φαλτσέτα της Σάλλυ καρφωμένη στην πλάτη του. Αυτή προχωρούσε προς το μέρος τους. «Ένα κορίτσι που είναι μόνο του πρέπει να ξέρει πώς να προστατεύει τον εαυτό του. Και εσείς δεν τα πάτε άσχημα πάντως κοπελιές.» είπε και ρώτησε αμέσως μετά: «Εμείς τώρα τι κάνουμε; Εδώ είναι ερημιά. Έχει καμιά σας αυτοκίνητο για να φύγουμε;»
Η Γκρέις ετοιμαζόταν να πάρει το μπαμπά της τηλέφωνο για να στείλει το σοφέρ του, όταν ο Τζακ τράβηξε ξανά την προσοχή τους. Είχε σηκωθεί από το γρασίδι και στο ένα του χέρι κρατούσε πια τη φαλτσέτα της Σάλλυ, κραδαίνοντας με το άλλο χέρι το κατακόκκινο από τα αίματα τσεκούρι. «Δεν πεθαίνω τόσο εύκολα!» είπε και έκανε το πρώτο βήμα προς το μέρος τους.
Ένας συριχτός ήχος ακούστηκε εκείνη την ώρα, σαν ένα αεροπλάνο που πλησίαζε προς το μέρος τους για να προσγειωθεί. Η Γουάντα, η Γκρέις, η Σάλλυ και ο Τζακ έστρεψαν τα βλέμματα τους προς τα πάνω, για να δουν ένα τεράστιο ξύλινο σπίτι να πέφτει από τον ουρανό προς το σημείο που βρίσκονταν, και για την ακρίβεια εκεί που στεκόταν ο Τζακ. Ήταν η μόνη φορά που ο Τζακ φάνηκε πραγματικά τρομαγμένος.
Μισό λεπτό μετά, το μόνο που είχε απομείνει από τον Τζακ ήταν τα πόδια του που εξείχαν από τον ανατολικό τοίχο του σπιτιού, με τις μπότες του να μοιάζουν κόκκινες πια από το αίμα τόσων θυμάτων. Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε και βγήκε έξω ένα νεαρό κορίτσι με το σκύλο του, κοίταξε γύρω του τρομαγμένο και ρώτησε τις τρεις γυναίκες: «Μα που βρίσκομαι; Αυτή περιοχή δε μοιάζει καθόλου με το Κάνσας! Και πόσοι σκοτωμένοι Χριστέ μου!» Η Γουάντα ήταν έτοιμη να δώσει κάποιες βασικές εξηγήσεις, με αυτά και με εκείνα είχε ξεμεθύσει τελείως, την πρόλαβε όμως μια αντρική μορφή που βγήκε από τη διαφήμιση του Martini. «Καλησπέρα Ντόροθυ» είπε. «Μόλις σκότωσες τον κακό Μάγο της Λαμπερής Ανατολής.»
- Μα που βρίσκομαι; Θέλω να γυρίσω σπίτι μου!
- Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να συναντηθείς με το Θαυμάσιο Μάγο του Μαυρόζ, τον κύριο όλων των αμφίθυμων καταστάσεων. Το παλάτι του βρίσκεται στο δρόμο που οδηγεί μακριά από εδώ, στη λεωφόρο με τα κίτρινα φώτα. Ίσως οι τρεις κυρίες μπορούν να σε βοηθήσουν.
Η Γουάντα, η Σάλλυ και η Γκρέις κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και η Σάλλυ σχολίασε: «Οπουδήποτε θα είναι καλύτερα από εδώ.» Ο νεαρός άντρας σκούπισε τα χείλη του με τον αντίχειρά του και φίλησε τη Ντόροθυ στο μέτωπο λέγοντας: «Είμαι ο καλός Μάγος της Κρυστάλλινου Βορρά. Εφόσον σε φίλησα, τίποτε κακό δεν μπορεί να σου συμβεί.»
Η Σάλλυ, η Γουάντα, η Γκρέις και η Ντόροθυ πιάστηκαν αγκαζέ και άρχισαν να προχωράνε στη λεωφόρο με τα κίτρινα φώτα. Από τα ηχεία του μπαρ ακουγόταν ένα χαρούμενο τραγούδι, εντελώς παράταιρο με τα πτώματα που ήταν σωριασμένα παντού. Τους φάνηκε αισιόδοξο και ξεκίνησαν να το τραγουδάνε όλες μαζί, καθώς απομακρύνονταν.
[We are off to see the wizard]
-----------------------------------------------------------
H Angelique δεν ήταν καθόλου χαρούμενη που είχαν αναθέσει σε αυτήν την υποδοχή του συγκεκριμένου νεκρού. Ήταν η πρώτη φορά μετά από χρόνια που δεν μπορούσε να βρει έστω και μια δικαιολογία για τις αδικίες που είχε διαπράξει κάποιος στη ζωή του. «Τόσο αίμα, τόσο άδικο αίμα…» σκεφτόταν, ενώ άναβε τα φώτα της σκηνής και έδινε τις τελευταίες οδηγίες στους χορευτές. Ο Τζακ άνοιξε την πόρτα της πλατείας και μπήκε οργισμένος μέσα. «Τι σκοτεινά τούνελ είναι αυτά, που βρίσκομαι;» Η Angelique γύρισε προς το μέρος του χαμογελώντας και του απάντησε: «Μα στον προθάλαμο του Κάτω Κόσμου, Τζακ. Κάνουμε σε όλους μια καλή υποδοχή, προτού πάνε εκεί που αρμόζει στον καθένα. Κάτσε σε μια θέση, χαλάρωσε κι απόλαυσέ το. Είναι το πρώτο και τελευταίο χαρούμενο πράγμα που θα βιώσεις σε αυτήν την καινούρια ζωή σου…» Χτύπησε τα δάχτυλά της προς τη σκηνή και τα φώτα χαμήλωσαν, με το μπαλέτο και τον τραγουδιστή να παίρνουν τις κανονικές θέσεις τους. Η παράσταση ήταν έτοιμη να αρχίσει.