CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 4 γάμοι και 1 κηδεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 4 γάμοι και 1 κηδεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2.2.09

Σφίγγα με φτερά πεταλούδας

Άλλη μια υπέροχη γουλιά δηλητήριο. Ήμουν πια ώριμη για το θάνατο

Άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου και προχώρησα. Χειροκροτήματα και ροδοπέταλα. Τα τακούνια μου έλιωναν τα τρυφερά σώματα των λουλουδιών.
«Ευτυχία θα σε συνθλίψω απόψε, όπως ακριβώς έπνιξες όλη μου την ύπαρξη μες στο στενό κορσέ σου» σύριξα μέσα απ’ τα σφιγμένα δόντια μου.
Συνέχισα όμως να γελάω γλυκά. Ήμουν άλλωστε πολύ γλυκό κορίτσι. Έτσι έλεγε και η μαμά του Τέλη.
«Μεγάλωσε ο Τέλης σου κι όλα του καλά, σωστό παλικάρι έγινε. Βέβαια θα μπορούσε να ‘χει βρει μια πιο όμορφη κοπέλα αλλά...» σχολίαζε με κάθε καλή πρόθεση για την οικογένεια Δολιανού η Αλβανίδα καθαρίστρια τους. Αυτό ήταν το ευχαριστώ που την είχα ξεστραβώσει πιέζοντάς την να ζητάει ένσημα. Που χάρη στις πιέσεις μου μπήκε τελικά στο ΙΚΑ και άρχισε να φτιάχνει τα σάπια δόντια της με λεφτά του κράτους. Ευτυχώς που δεν πάτησα το νυφικό να σκοτωθώ την ώρα που έμπαινα, απ’ την γλωσσοφαγιά της.
Μεγάλωνα εγώ. Έτρωγα ποιητές και λογοτέχνες, είχα άποψη και γνώσεις. Κι όλα αυτά για να μου κάνει κριτική η παραδουλεύτρα της κυρίας Σούλας και εκείνη να την κοιτά με συγκατάβαση. Σε τελική δεν την ένοιαζε ποια ακριβώς ήμουν. Η αγωνία της ήταν να εξασφαλίσει μάνα για τα εγγόνια της.
Ιδού ο προορισμός μου στη γη: ο ενδιάμεσος κρίκος της ευτυχίας της πεθερούλας μου. Και της μαμάς μου ασφαλώς.
«Δε θα μεγαλώσεις ποτέ; Στα 35 σου περιμένεις ακόμα να βρεις άντρα που να σε πηγαίνει σε συναυλίες»; Ενώ έπρεπε να αναζητώ τον υποψήφιο που θα με ανέβαζε στα σκαλιά της εκκλησίας.
Ορίστε λοιπόν: τον βρήκα. Βρήκα τον Τέλη. Όμορφος σαν το μολυβένιο στρατιωτάκι του παραμυθιού. Μ’ αυτό το λυπημένο βλέμμα που σε κάνει να θες να τον έχεις αγκαλιά για πάντα. Τον ερωτεύτηκα. Δεν είδα τα υπόλοιπα. Ότι δεν έχουμε τα ίδια θέλω, τις ίδιες ανάγκες, τα ίδια όνειρα. Έβλεπα εκείνον και καμάρωνα που είχα τέτοιον άντρα πλάι μου. Πλάι μου, βέβαια, αλλά όχι δίπλα μου.
Τι να μου πει το «σ’ αγαπώ», που με τάιζε για πρωινό, μεσημεριανό και βραδινό. Ποια αγάπη αφού αντιπαθούσε τη μάνα μου, τους φίλους μου, τα ρούχα, τα παπούτσια, τα μαλλιά μου, το παρελθόν και τα όνειρά μου. Αφού μισούσε ό,τι υπήρχε στη ζωή μου. Δεν είμαι φωτογραφία να με πάρουν απ’ το άλμπουμ μου να με κολλήσουν στο δικό τους. Έχω ανθρώπους, έχω πράγματα γύρω μου. Έχω προσωπικότητα. Δε μπορούν να μου το κάνουν αυτό. Κανείς δε μπορεί!
Έγινε τελικά. Όλοι έλεγαν πως «σημασία έχει να πηγαίνεις μπρος –τα πισωγυρίσματα δεν έχουν νόημα». Το έκανα λοιπόν το μεγάλο βήμα. Δεν πρόσεξα βέβαια ότι μπρος είχε γκρεμό. Και τώρα πέφτω. Δυο μήνες τώρα πέφτω. Νυφικά, μπομπονιέρες, παρανυφάκια, κρεβάτια, τραπέζια, δεξιώσεις, άδειες γάμου και άδειες σελίδες περιοδικών με χτενίσματα για τη γαμήλια νύχτα. Νιώθω τόσο άδεια. Γιατί το ξέρω. Παρά τα λόγια. Τα τόσα πολλά και όμορφα. Ξέρω δε μ’ αγαπάει…
Θα πίστευα ότι με νοιάζεται αν έκανε κάτι μοναδικό για μένα. Αν –ας πούμε- κανόνιζε στο γάμο μας αντί για το γαμήλιο εμβατήριο, να παίξουν το Today των Smashing Pumpkins. Μα «αδύνατον!» εξανέστη. Η μαμά του, η μαμά μου, οι Ηπειρώτες, οι Μανιάτες, η εκκλησία. «Μα είναι πράγματα αυτά»;
Όχι, πράγματα είναι τα τραπέζια, οι καρέκλες και τα μαχαιροπήρουνα. Αυτά που σου λέω εγώ είναι συναισθήματα –θα τα έχεις ακουστά, δε μπορεί. Ανάγκη να σε πείσουν ότι αξίζεις, ότι η γνώμη σου, η ψυχή σου μετράει. Αν όχι κάθε μέρα έστω αυτή τη μέρα που είναι δική σου. Τη μέρα του γάμου σου. Αλλά αυτή ήταν μια πικρή διαπίστωση: ο γάμος δε γίνεται για το ζευγάρι μα για του άλλους. Για τους θείους, τις γιαγιάδες και τα σόγια, που μόνο σε γάμους και κηδείες συναντάς. Γίνεται για τους εχθρούς –που θα σκάσουν απ’ τη ζήλια τους, και για τους φίλους –που θα κλάψουν απ’ τη χαρά τους. Ο γάμος είναι απλά ένα μέτωπο, μια πολεμική σύρραξη που αντί για σφαίρες σου πετάνε ρύζι και αντί για βόμβες, κολακείες και χαμογελαστά ψέματα.
Παντρευόμαστε -λέει- για ηθικούς λόγους. Μα η ηθική είναι ο καρκίνος της λογικής. Τρελά κύτταρα, άρρωστα που παρερμηνεύουν τα πάντα. Η λογική πάλι είναι η γάγγραινα της φαντασίας. Της άμοιρης φαντασίας που είναι η τροφή της αθωότητας.
Σουτ! Θα σου βάλω πιπέρι στη γλώσσα. Τι λέξεις είναι αυτές; ΄Ακου αθωότητα! 150 συγγενείς και φίλοι παρόντες στο Μυστήριο με βιάζουν να ενηλικιωθώ. Γιατί ο νόμος λέει στα 18 και έχω ήδη καθυστερήσει δεκαπέντε χρόνια.
Ναι, φτάσαμε λοιπόν στην πολυπόθητη ημέρα. Μετά από μερικές μεταποιήσεις και την απαραίτητη κοπτική-ραπτική (τύφλα να ‘χει η Πανσικ) μάζεψα να μην κρέμονται και φαίνονται τα ξέφτια των φόβων μου, κόντυνα τη φόδρα των απαιτήσεών μου, έβαλα κάμποση χλωρίνη στην προσωπικότητά μου, έραψα και λίγο το στόμα μου κι όλα καλά. Φώτα, χαμόγελο, πάμε!
Ο Τέλης χαμογελά καθώς μου χαϊδεύει την παλάμη μέσα απ’ τις δαντέλες («να έχει μανίκι το νυφικό, γιατί έχεις πολύ τρίχα στα χέρια κορίτσι μου», είχε πει η σοφή πεθερούλα). Παγωμένα τα χέρια μου μέσα στο άσπρο νυφικό. Που κάνει τη μανούλα να δακρύζει. Δεν πειράζει μαμά, κλάψε κι εσύ λίγο. Μια ζωή εγώ κλαίω. Γιατί ποτέ δεν ήμουν αυτό που ήθελα, αυτό που γεννήθηκα. Πάντα έτσι και αλλιώς, πάντα η μηχανή εκπληρώσεως των ονείρων κάποιου άλλου. Και πού η δική μου ζωή; Τα δικά μου όνειρα; Δεν ήθελα εγώ να παντρευτώ. Κάποιοι μου φύτεψαν αυτή την ιδέα στο κεφάλι. Αυτή τη νόρμα που μου ροκάνιζε κάθε νύχτα το μυαλό: «δεν είσαι τίποτα αν δεν κάνεις παιδιά, αν δεν αφήσεις κάτι πίσω σου». Ε, λοιπόν αφήνω. Σας αφήνω ‘γειά…
Νιώθω τα μηνίγγια μου να πιέζονται. Νομίζω ότι το τέλος φτάνει. Εκείνη η τελευταία γουλιά δηλητήριο. Που μ’ έκανε ώριμη για το θάνατο. Είμαι έτοιμη να πέσω απ’ το δέντρο της ζωής. Να σαπίσω στο χώμα και να γίνω τροφή για τα σκουλήκια. Ο θάνατός μου η ζωή τους. Των σκουληκιών. Των γάμων και των κηδειών.
Ψάχνω τον Κώστα μέσα στο πλήθος. «Κολλητέ γεια... ούτε ένα μήνυμα δε σου έστειλα η γαϊδούρα». Ναυτία και σκοτοδίνη. Θέλω να φύγω από αυτή την Κόλαση. Τη δική σας Κόλαση που τόσο ωραία μασκάρετε σε Παραδείσους. Βαρέθηκα να μου φορτώνετε μια κόλαση για την αμεριμνησία μου, μια άλλη για τον άκρατο αυθορμητισμό μου, μια για την παράλογη χαρά που μου προσφέρει ο ήλιος. Δε σας έχω ανάγκη. Έχω το δικό μου μαρτύριο εγώ. Τη δική μου προσωπική Κόλαση της σκέψης. Την Κόλαση των προσδοκιών μου. Του να δείχνω εξελισσόμενη ενώ είμαι απλά εξελίξιμη. Και ποτέ στ’ αλήθεια δεν ξέρω αν θα καταφέρω να εξελιχθώ. Την Κόλαση του να ξέρω ότι δε μπορώ να συμβιβαστώ, δε μπορώ να συμβιώσω ούτε με τον εαυτό μου. Και να μου φορτώνετε μια νέα Κόλαση που λέγεται γάμος, που λέγεται υποχώρηση, συμβιβασμός, συνθήκη. Μα πια δεν είναι ζωή αυτή, είναι μια ολόκληρη παρέλαση κολάσεων.
Στον Παράδεισο όλοι! Να πάτε στον καταραμένο σας παράδεισο, με τα παιδάκια, τα γατάκια και τα σκυλάκια σας. Τα τίλια, τα χαμομηλιά και τα σήριαλ στην τι-βι. Τα κολυμβητήρια, τα φροντιστήρια και τις δεκάδες χαμένες ώρες ύπνου από κλάμα μωρού. Στον παράδεισό σας, εκεί σας στέλνω, δεν έχω πιo βαριά κατάρα να σας πω. Δεν έχω μεγαλώσει αρκετά. Έχω πράγματα να κάνω. Έχω βιβλία να διαβάσω, νέους ανθρώπους να γνωρίσω, καινούρια στόματα να φιλήσω, αφήστε με, μη με δένεται έτσι με τα σκοινιά του παραλόγου σας. Αφήστε με στην ησυχία μου. Δεν έκανα τίποτα... Δεν σας έκανα τίποτα…
Ακούω ξαφνικά τη χερουβιμική φωνή του Morrissey να τραγουδάει “leave me alone I was only singing/ leave me alone ‘cause I, I, I was only singing/ leave me alone...”. Του χαμογελάω και μου πετάει μια γλαδιόλα. Πόνεσε! Δεν ήταν απ’ το λουλούδι. Ανοίγω για λίγο τα μάτια. Ο Τέλης μου δίνει χαστούκια. Δίπλα του η Τίνα. Όχι, δε μπορεί, είναι παραίσθηση απ’ το φαρμάκι. Και όμως, είναι εκεί, με σάρκα και οστά και τον κρατάει απ’ την πλάτη. Τον απαίσιο: κάλεσε το φίδι, την σκύλα που του την πέφτει αγρίως για αιώνες, στο γάμο μας. Αλλά θα το καταπιώ κι αυτό, όπως το δηλητήριο. Και θα ξεχάσω. Γρήγορα όλους θα σας ξεχάσω. Κι εσείς το ίδιο. Πριν αλέκτωρ λαλήσει, τρεις φορές θα μ’ έχεις αρνηθεί Τέλη μου. Και θα τρέξεις σε μια άλλη αγκαλιά, για μια νέα ευτυχία.
Καμιά τύψη. Πάω στο διάολο. Εσείς πάλι στον Παράδεισο να καταλήξετε όλοι! Στον Παράδεισο των μασκαρεμένων σας κολάσεων. Σε γάμους και βαφτίσια. Άλλη κατάρα δεν έχω να σας δώσω. Αφήστε με στους διαόλους μου. Αφήστε με ήσυχη πια.

Η τελευταία γεύση απ’ το δηλητήριο του βίου μου.
Πια είμαι ώριμη για το θάνατο.

σημ. Όπως ειναι εμφανές, η νυφη διάβαζε Arthur Rimbaud, Μια εποχή στην κόλαση.

22.1.09

Ο γάμος του καλυτερού μου πρώην

Ο γάμος του Μάνου έμοιαζε με reunion: όλοι οι παλιοί συμφοιτητές ήταν εκεί και «πολύ χάρηκαν που με ξαναέβλεπαν». Τότε γιατί μόλις με κοίταζαν έκαναν σα να έβλεπαν φάντασμα; Μα γιατί εγώ δεν ήμουν μια απλή συμφοιτήτρια ή μια φίλη απ’ τα παλιά. Εγώ ήμουν η πρώην.
Ότι θα καλοπάντρευα και τον Μάνο μου, τον μόνο άνθρωπο που φτάσαμε κοντά στη συγκατοικηση και το στεφάνι, ποιος θα μου το λεγε. Αλλά έδειξα επαρκή ανωτερότητα. Μην πω υπέρ του δέοντος!
Ο αδερφός μου που με συνόδευσε υπολόγιζε στην καλύτερη περίπτωση να καταρρεύσω και στη χειρότερη να βάλω τρικλοποδιά στη νύφη, να πετάξω βρασμένο ρύζι την ώρα του Ησαΐα και γενικώς να κάνω μια βαρβάτη κατινιά. Εγώ πάλι κόντρα σε κάθε προγνωστικό χαζογέλαγα όλη την ώρα, έκανα black humor και φίλησα σταυρωτά την νύφη που έμεινε να με κοιτάζει απορημένη: «σε ξέρω από κάπου»;
-Ο Άρης και η Μελίνα είναι αδέρφια, με την Μελίνα ήμασταν συμφοιτήτριες, εξήγησε κάπως αγχωμένος ο γαμπρός.
«Επίσης με την Μελίνα έχουμε ξεσκιστεί σε κάθε γωνιά στο σπιτιού, του εξοχικού, του αμαξιού και δε γκαστρώθηκε ποτέ για να με τυλίξει παλιοκουνέλα, που είσαι ήδη δυο μηνών», σκέφτηκα. Αλλά χαμογέλασα και το βούλωσα.
Αυτό έμαθα να το κάνω με τον Δημήτρη –άλλη ωραία σχέση. Τι να μιλάω και να πλακωνόμαστε όποτε διαφωνούσα –όλη την ώρα δηλαδή- απλά χαμογέλαγα και το βούλωνα. Κάθε πρώην αφήνει κάτι διδακτικό, η αλήθεια είναι ότι με τοσους πρώην και άρα τόση μόρφωση θα έπρεπε να έχω γίνει Ακαδημαϊκός, αλλά διδάσκω ακόμα σε Γυμνάσιο –δε βαριέσαι.

Είχαμε ξεκινήσει να πάμε στο γάμο από νωρίς, αλλά στο δρόμο έβρεχε. Φτάσαμε στην εκκλησία με είκοσι λεπτά καθηστέρηση. Παρόλα αυτά ο γαμπρός ήταν στημένος εκεί. Την ώρα που περνάμε το προαύλιο ο Άρης λέει «να σε κατεβάσω εδώ; Η άλλη άργησε πολύ, μπορεί να έχει βαρεθεί, να πάρει εσένα και να τελειώνουμε». Χα χα, χαριτωμενο –αλλά η ηλίθια δεν έχω προνοήσει: φοράω μαύρο φουστάνι. Το οποίο μόλις σκέφτομαι ότι ταιριάζει και με το τραγούδι «φορούσε μαύρο νυφικό η περσινή μας η κοπέλα…», μερικοί στίχοι δεν βγάζουν νόημα μέχρι να τους ζήσεις.

Κατεβαίνω λοιπόν, βλέπω τον Μάνο και ψάχνω για παρέα. «Ααα η Μελίνα»! είναι η πρώτη κουβέντα που ακούω πλησιάζοντας τους παλιούς, κοινούς μας φίλους, αλλά το «Άααα» δεν είναι θαυμαστικό, είναι τρομακτικό. Με κοιτάνε δε με ένα αλλόκοτο ύφος συμπάθειας και συμπόνιας μαζί και δε βλέπω το λόγο- αναμφισβήτητα είμαι μια κούκλα εκείνο το βράδυ, γιατί με λυπούνται ακριβώς;
-Αχ, πώς αδυνάτισες έτσι; Ρωτάνε όλοι.
Αυτό πια, που θεωρείται αγένεια να ρωτάς κάποιον «πώς πάχυνες έτσι» ενώ το να ρωτάς το ανάποδο και μάλιστα με ξινισμένα μούτρα είναι αποδεκτό, που το πάς;
Βλέπω τη Λένα και σπεύδω.
-Αχ, Μελίνα μου, πώς την πατήσαμε; Άλλη είχαμε εμείς για ξαδέρφη και άλλη μας έφερε αυτός.
Η Λένα για ένα διάστημα με φώναζε «ξαδέρφη» και αυτή ήταν η προσφώνηση σε όλα τα mail ή τα μηνύματα στο κινητο. Ο δε αδερφος της ο Κωνσταντίνος «ο μεγαλύτερος και μοναδικός μου αναγνώστης» όπως αυτοαποκαλείται, ήταν πιο μαζεμένος:
-Μέλι μου, αυτή θα είναι τώρα ξαδέρφη αλλά εγώ δε θα γίνω ποτέ ο μεγαλύτερος και μοναδικός της αναγνώστης.
-Γιατί, του λέω, γράφει κι αυτή;
-Όχι. Μα γι’ αυτό!
-Πώς είναι εμφανισιακά η Ζέτα; Ρωτάω τη Λένα.
-Σάμπως μας την έχει γνωρίσει; Για να την κρύβει τόσο καιρό, πώς να ’ναι; Χάλια όπως το όνομά της.
-Γιατί, πώς τη λένε κανονικά;
-Ζαμπέτα!
Γελάμε και οι δύο, αν και ξέρουμε. Το γούστο του Μάνου είναι τυπικό: ψηλή, αδύνατη, μελαχρινή. Αν δεις τις κοπέλες του είναι σα να τα έχει διαρκώς με την ίδια γυναίκα. Τι ελπίδες έχουμε να δούμε τον Κουασιμόνδο; Τόσες όσες να δούμε και την Ναόμι Γουατς στο πιο μελαχρινό της.
Με το που σκάει μύτη η νύφη, εγώ αγκαζέ με τη Λένα μες στη μέση του κόκκινου χαλιού παραμιλάμε ταυτοχρόνως: «όχι ρε, δε γίνονται αυτά»!
Η Ζέτα είναι κουκλάρα! Έχει τέλειο πρόσωπο, θεϊκό κορμί και κάτι πράσινα μάτια που σε μαγευουν –τόσο που την κοιτάξαμε την κοπέλα είναι θαύμα που δεν τη ματιάσαμε να γκρεμοτσακιστεί πουθενά.
Ο Άρης πλησιάζει.
-Τι θεά είναι αυτή, του λέω.
-Σιγά τώρα που αυτή είναι ωραία. Μετριότατη είναι.
Είπαμε ο αδερφός να συμμεριστεί τον πόνο μου, αλλά να προσποιείται σχεδόν πλήρη τύφλωση, ε, ήταν κομματάκι υπερβολικό.
-Τι λες παιδί μου, είναι Θεά!
-Τι λες μωρέ, είναι μετριότατη!
Ε, ότι θα πήγαινα στον γάμο του πρώην μου και να υποστηρίζω και τη γυναίκα του, αυτό παραπήγαινε!

Μπήκα μέσα να απολαύσω το μυστήριο, αλλά εκεί ένιωσα το ζόρι του πράγματος. Ο Μάνος όλη την ώρα γυρισμένος προς τη μεριά της, να την κοιτάει και να απλώνει στα μούτρα του ένα χαμόγελο μακαριότητας. Δύσκολα αθλήματα. Να μερικά πράγματα που δεν πρέπει να κάνει κανείς στη ζωή του. Ένα από αυτά, να καμαρώνεις τον άντρα που αγάπησες να φοράει το γοβάκι σε μιαν άλλη.
Εκείνη η ώρα που θες να βάλεις τα κλάματα, όχι που ο άλλος είναι ευτυχισμένος αλλά που δεν είσαι εσύ, και βρίσκεσαι ασυνόδευτη ανάμεσα σε παντρεμένους, η κίνηση που πρέπει να κάνεις είναι να βρεις έναν εργένη φίλο για συμπαράσταση και στήριγμα σε ατάκες τύπου «κορόιδα, σας πνίγει η θηλιά, εμείς ακόμα κρατάμε γερά, αναπνέουμε ελευθερία» κλπ, κλπ. Εγώ, μιας και δεν είχαμε άλλον εργένη πρόχειρο, βρήκα τον Ζακ. Ο Ζαχαρίας μεγάλη χαρά έκανε που με είδε και άρχισε να μου δείχνει φωτογραφίες του 18άρη γκόμενού του –«τα χει πατημένα τα 18 ή θα σε πάνε μέσα;» τον ρώτησα με ειλικρινές ενδιαφέρον. Ευτυχώς που οι περισσότεροι φίλοι δεν ήξεραν για τις σεξουαλικές του προτιμήσεις έτσι παίξαμε ωραιότατα το ρόλο «είμαστε ελεύθεροι και ωραίοι και φλερτάρουμε και μεταξύ μας άμα λάχει».
Στο τραπέζι φυσικά κάτσαμε όλοι μαζί –παρότι είχα πει στο Μάνο ότι θέλω να με βάλει σε ένα τραπέζι με ανύπαντρους φίλους του.
-Ξέρεις να έχω άλλον ανύπαντρο εκτός απ’ το Ζακ;
-Τώρα που το λες, μήπως εγώ πρέπει να κάνω ένα γάμο με το Ζακ; Να χαρεί κι αυτού η μανούλα του, να βάλω κι εγώ το νυφικό να μου φύγει το μαράζι;
-Ναι αλλά θα σ’ αφήσει να το βάλεις το νυφικό –μήπως θέλει να το βάλει αυτός, δεν ξέρω, είχε πει ο Μάνος.
-Καλά, η Ζέτα δεν έχει τίποτα ανύπαντρους φίλους;
-Άμα είχε λες να παντρευόταν εμένα;

‘Ετσι λοιπόν καταλήξαμε στο τραπέζι η Λένα και ο σύζυγος, ο Κωνσταντίνος και η αρραβωνιαστικιά, ο Κούκ και η Κατ, ο Κώστας και η Ματθίλδη, και εγώ με τον Ζακ να είμαστε επί των δημοσίων σχέσων. Τον ακάθιστο είχαμε. Από φίλο σε φίλο πηγαίναμε, από παρέα σε παρέα. Φυσικά η χάρη μου έφτασε μέχρι τους κουμπάρους και τη χαρούμενη πεθερά της Ζέτας.
Μια μετριοπάθεια έβλεπα γενικώς. Να περνάνε ένα στυλάκι «μπα, ο Μάνος δεν πολυκαιγόταν, ήρθε, μου είπε «έχω βρει μια κοπέλα, άντε πάμε να τη δεις να τελείωνουμε» αλλά όσο και να μου το έλεγε η μαμά του αυτό, εγώ δε μπορούσα να ξεχάσω εκείνο το ερωτευμένο βλέμμα του καθώς κοίταζε τη Ζέτα στην εκκλησία.
Φύγαμε νωρίς παρότι ήθελα να κάτσω και να χορέψω με τα παιδιά –«έχεις πιει ήδη πολύ και καλό είναι να αποχωρήσεις με το κεφάλι ψηλά και όχι μπουσουλώντας απ’ το πιώμα» είπε ο Άρης και με μάζεψε.

Φύγαμε και γύρισα στον Γιάννη που μου κράταγε μούτρα «γιατί είχε όρεξη να βγει και κλείστηκε να με περιμένει να γυρίσω απ’το γάμο –«δεν είμαι το σκυλάκι σου». Που εγώ του είχα πει να έρθει στο γάμο. ’Η να βγει. Και μόνο αν δε βγει να τα πούμε.
Έγινα χειρότερα. Όχι που όλοι οι άλλοι γύρω μου ήταν ευτυχισμένοι. Αλλά που δε θα γίνω κι εγώ. Που ο Μάνος με έβρισκε ανυπόφορη και ο Γιάννης με βρίσκει ανυπόφορη και ο Δημήτρης δε μου το είπε ποτέ αλλά με κεράτωνε διαρκώς, άρα μάλλον με έβρισκε ανυπόφορη. Που κανείς δε δείχνει ευτυχισμένος κοντά μου. Και άμα κανείς δεν είναι πώς θα γίνω κι εγώ. Πώς θα γίνω κι εγώ;

7.1.09

Μεγάλος βαρετός γάμος (μέρος β)

(για να διαβάσετε το α' μέρος πατήστε εδώ)

Άλλος ένας μεγάλος βαρετός γάμος έφτασε στο τέλος του.
Νιώθω σα να είμαι βουτηγμένος στο όπιο. Παραιτημένος σε ζάλη μεθυστική.
Σήριαλ ονείρου: Επεισόδιο #1: εγώ, εσύ, έρωτας. Επεισόδιο #2: εγώ, εσύ, αγάπη. Επεισόδιο #3: εγώ, εσύ, γάμος. Επεισόδιο #4: εγώ, εσύ και το σόι σου. Επεισόδιο #5: εσύ, τα παιδιά σου και το σόι σου. Επεισόδιο γάμησέ τα: γαμήσου κι εσύ και το σόι σου.

Σηκώνομαι και περπατάω ως τη στάνη. Άδεια. Τα σφάξανε όλο για το γάμο. Ακουμπάω στα κάγκελα. Το χορτάρι ξερό. Από κάτω ο κάμπος με τα σπαρτά. Τα δεμάτια με τα άχυρα. Κάποιοι αλωνίζουν και φεύγουν στον ουρανό χρυσαφένιες κλωστές. Τα ζουζούνια γρατζουνάνε τον αέρα, σα να συνοδεύουν το σκούξιμο της λύρας. Βλέπω από μακριά τα σόγια να χορεύουν πιασμένα σε κύκλους. Οι ρακές ρέουν άφθονες και το κέφι μαζί τους. Νιώθω τόσο αποκομμένος απ’ αυτή τη γιορτή. Σαν ένας κουτσός στο πανηγύρι των αγγέλων.
-Διαφωνώ, μου λέει και κάθεται δίπλα μου.
-Με τι πράγμα;
-Διαφωνώ, εγώ νομίζω ότι γενικώς, όλοι είμαστε για τα πανηγύρια εδώ πέρα…

Σιγά μη δε διαφωνούσε η Ρένα. Το πνεύμα της αντιλογίας. Μεγαλώσαμε στη ίδια μήτρα, την ίδια ώρα και κατά ένα περίεργο τρόπο δεν έχουμε τίποτα κοινό. Εγώ είμαι βολικός ο καημένος. Αν και συμμερίζομαι συχνά τη γκρίνια της. Ο αέρας μυρίζει γιδοπίλαφο κι ευτυχία. Αυτή την γλυκόπικρη Κυριακάτικη ευτυχία που ξέρεις πως τελειώνει τη Δευτέρα το πρωί.
Πρωί γεμάτο χρώματα, νύχτα ζεστή, η μουσική γεμίζει τα κενά που αφήνουν τα ζουζούνια όταν πετάνε, όλοι γελάνε. Χορεύουν. Δεν αντέχω άλλο την ακαταπράυντη ομορφιά αυτού του κόσμου.
Η Ρένα τράβηξε κάτω απ’ το φουστάνι της ένα μπουκάλι κρασί.
-Θες; μου είπε.
-Πολλά θέλω αλλά…
-Πάμε να το κάνουμε; ρώτησε συνωμοτικά.
-Ποιο;
-Πάμε να την πάρουμε; Να την κλέψουμε!
-Τη Μαρία; Τώρα; Πού να την πάμε;
-Πάμε με το αγροτικό στην παραλία, να βάλουμε τα δικά μας τραγούδια; Να της βάλουμε pulp, που της αρέσουν;

Το πέπλο της Μαρίας ανέμιζε πάνω απ’ την καρότσα. Τα μάγουλά της κατακόκκινα απ’ το ποτό και τη συγκίνηση. «Θα με σκοτώσει ο Θανάσης» έλεγε και ξανάλεγε. «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, αφού σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή…» της έψελνε η Ρένα.
Τα κορίτσια βγάλανε τα παπούτσια και άρχισαν να τρέχουν στην άμμο. Η Μαρία είχε τα χέρια ψηλά, σα να κρεμιόταν απ’ τον πολυέλαιο του ήλιου και να πέταγε πάνω από ένα άναυδο κοινό. Κι ο ήλιος, θες απ’ το βάρος της, έγερνε σιγά- σιγά, έπεφτε πίσω απ’ τα βουνά.
Εγώ με το Μάρκο καταρρεύσαμε στη άμμο. Τα κορίτσια χόρευαν με τη μουσική απ’ το κασετόφωνο του αυτοκινήτου και τραγούδαγαν ουρλιάζοντας “Am I talking toο fast/ or are you just playing dump/ if you want I can write it down…”.
-Δε θα ξεχάσω τα λόγια ποτέ! φώναζε η Μαρία.
-Ούτε κι εγώ! φώναζε η Ρένα.
Και ο χορός συνεχιζόταν κι αγκαλιαζόντουσαν κι εμείς είχαμε ένα μπουκάλι ρακί και πίναμε και λέγαμε μαλακίες αντρικές, απ’ αυτές που καμία γυναίκα δε βρίσκει αστείες και μας κοιτούν ειρωνικά όταν τις λέμε, αλλά εμείς τις βρίσκουμε θεσπέσιες.
Βέβαια και ορισμένοι άντρες μας βρίσκουν ανώριμους και μαλάκες, όπως ας πούμε ο Θανάσης, ο σύζυγος της Μαρίας, που έφτασε με το τζιπ και μας έριξε άμμο στα μούτρα όπως πέρασε τρέχοντας από κοντά μας για να αρπάξει τη Μαρία απ’ το χέρι και να της πει ότι «δεν κάνανε καλή αρχή, κι άμα δε θέλει να είναι μαζί του να του το πει, κι όχι να φεύγει και να τον αφήνει σα τον μαλάκα να την ψάχνει μέσα στο γλέντι».
Και η Μαρία πόναγε, αλλά δε μίλαγε, γιατί είχε δίκιο ο Θανάσης και το είχε διαλέξει αυτό: να του δίνει δίκιο, αν ήθελε να τα πηγαίνουν καλά και να μην γίνονται μύλος όποτε σήκωνε κεφάλι. Πια η Μαριώ έπρεπε να σκέφτεται για δυο κι όχι μονάχα για τον εαυτό της.
Και φύγανε μαζί. Με τις δαχτυλιές του Θανάση στο μπράτσο της, σαν παράσημο. Παράσημο γενναιότητας. Γιατί πρέπει να έχεις κότσια για ν’ αντέξεις του ζεύγους το ζυγό.
Έφυγε κι ο Μάρκος πολύ στενοχωρημένος για τη θέση που φέραμε τους νιόπαντρους. Και μείναμε πάλι με τη Ρένα. Οι δυο μας. Όπως τότε στην κοιλιά της μάνας μας. Μόνο τώρα σωριασμένοι στη νοτισμένη αμμουδιά.
Το φουστάνι της μούσκευε στο πλάι απ’ το κυματάκι που ανέβαινε μαζί με το σκοτάδι, αλλά δεν τον μάζευε. Γύρισα και την κοίταξα.
-Τι; Μου είπε εκείνη
-Τι, μπουγελωμένη Ιουλιέτα» και χτύπησα τα πόδια μου στο νερό, πιτσιλώντας την όλη.
-Σταμάτα, ηλίθιε! κι άρχισε να μου πετάει άμμο.
-Είμαστε μαλάκες;
-Είμαστε…, συμφώνησε κι εκείνη.
-Να σου πω, δεν το διασκέδασα κι όπως παλιά.
-Ούτε κι εγώ. Ήταν μια κατασκευασμένη σκανταλιά. Προσποίηση ότι είμαστε ακόμα παιδιά.
-Μα πώς της το κάναμε αυτό; Να την κλέψουμε απ’ το γάμο της;
-Αυτή πώς το έκανε στον εαυτό της αυτό; Να παντρευτεί;
-Εσύ θα τον παντρευόσουν ποτέ τον Κώστα;
-Όχι.
-Γιατί;
-Γιατί ήταν μαλάκας, σαν κι εμάς.
-Μη μιλάς έτσι γι’ αυτόν.
-Εκεί που είναι δεν ακούει. Αν άκουγε θα είχε γυρίσει.
Μα πια ήταν ώρα να φύγουμε κι εμείς.

Το αεροπλάνο πετάει πάνω από ροζ σύννεφα. Ξημέρωμα στην Αττική. Η τελευταία μέρα του καλοκαιριού ποτέ δεν είχε φανεί τόσο γέρικη. Ποτέ δεν είχε φανεί τόσο κρύα. Η αδερφή μου κοιτάξει έξω απ’ το παράθυρο. Εγώ κοιτάζω την αδερφή μου. Εμένα δε με κοιτάζει κανείς. Ακόμα.

27.11.08

Μεγάλος βαρετός γάμος (μέρος α')

Το αεροπλάνο πετάει πάνω από ροζ σύννεφα. Ξημέρωμα στην Αττική. Η τελευταία μέρα του καλοκαιριού ποτέ δεν είχε φανεί τόσο γέρικη. Ποτέ δεν είχε φανεί τόσο κρύα. Η αδερφή μου κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο. Εγώ κοιτάζω την αδερφή μου. Εμένα δε με κοιτάζει κανείς.

Το βράδυ που φτάσαμε στα Χανιά μαζευτήκαμε όλοι στο πατρικό της Μαρίας για το «εργένικο πάρτι».
-Κανονικά δε θα έπρεπε να είστε μόνο κορίτσια και να κάνετε βρόμικα πράγματα; Ρώτησα τη μέλλουσα νυφούλα.
-Μα είμαστε μόνο κορίτσια χρυσό μου. Εσείς δεν είστε καλεσμένοι: είστε η ατραξιόν της βραδιάς! Λοιπόν, είσαι έτοιμος για να μας κάνεις στριπ-τιζ; Γέλασε δυνατά η Μαρία.

Οι λέξεις ήταν ό,τι πιο βρόμικο κάναμε –μαζί με κάτι χύμα κρητικά τσιγάρα, σκέτο μπετόν. Όλο το υπόλοιπο βράδυ αποστειρώθηκε μέσα σε ατμούς κατσαρόλας. Η Μαρία να ξεπετσιάζει το κοτόπουλο ενώ ο αδερφός της έφτιαχνε το ιταλο-κινεζο-Μαρκό-ρυζό του. Η Ρένα διάβαζε ποίηση πάνω από μια μισοκομμένη φρατζόλα. Στο ένα χέρι το βιβλίο, στο άλλο το μαχαίρι.
-Βάλθηκες να πεθάνεις απόψε ; λέω και της αρπάζω τον Μαγιακόβσκι.
Το μαχαίρι δεν αποτελουσε τόσο μεγάλο κίνδυνο.

Η μουσική ηχεί παράξενα. Μπολιασμένη με το σφύριγμα της χύτρας, είναι σα να ταξιδεύουμε σ’ ένα μουσικό- Μουντζούρη που αγκομαχάει να ανεβάσει τη διάθεση μας. Η αδερφή μου μασουλάει μπισκότα κανέλας και πηδάει απ’ το ένα θέμα στο άλλο –στην προηγούμενη ζωή της μάλλον ήταν καγκουρό. Η Μαρία βρίσκει ευκαιρία, έρχεται και με ρωτάει για τον πρώην της. Όχι, δεν τον βλέπω καθόλου στην Αθήνα. Όχι, δεν ξέρω αν βγαίνει με άλλη τώρα. Ναι, άμα μάθω θα της πω.
Όλο για πρώην μιλάει, μα μόνο το μέλλον σκέφτεται. Αν όχι γιατί παντρεύεται το Θανάση αύριο; Η Ρένα πάλι μόνο τον Κώστα σκέφτεται, αλλά δε μιλάει γι’ αυτόν. Από τότε που έφυγε δεν ξαναμίλησε. Τον έβρισε λίγο και μετά τίποτα. Μάλλον γιατί κατάλαβε πως μόνο στη σκέψη της έμεινε. Κι αν τον τυπώνει στη γλώσσα, τον κόβει σε λέξεις και τον μοιράζει σε προτάσεις, στο τέλος δε θα της μείνει τίποτα δικό του. Δε θέλει να τον χαραμίζει σε εισπνοές, εκπνοές, φωνές και ήχους. Δε θέλει να τον μοιράζεται με άλλους.

Πίνουμε κρασί και προσποιούμαστε ότι το φαΐ είναι εξαιρετικό. Ότι η παρέα είναι εξαιρετική. Μένουμε νηστικοί βέβαια. Στο στομάχι και στην καρδιά. Τίποτα δεν είναι όπως παλιά.

Ο Μάρκος πάει να φέρει τη φωτογραφική μηχανή.
-Να μας θυμάσαι όλους με αγάπη!
-Πάντα με αγάπη, λέει κι η Ρένα.
Και η Μαρία σηκώνεται ν’ αλλάξει cd πριν βάλει τα κλάματα.
Θυμήθηκε ένα καλοκαίρι στην Αντίπαρο, είπε στη Ρένα «είσαι τρελή κι ανάποδη και σ’ όποιον δεν αρέσει να μη σε κάνει παρέα. Εγώ σ’ αγαπάω και δε σ’ αλλάζω». Αλλάξανε όμως και οι δυο. Η Μαρία αρραβωνιάστηκε- έμπλεξε, χάθηκε. Και η Ρένα χάθηκε -όπως συνήθιζε, πάντα ήταν χαμένη στον κόσμο της άλλωστε. Όταν την αποχαιρετούσε στο πλοίο της έδωσε ένα cd με τα τραγούδια που χορεύανε το τελευταίο καλοκαίρι. «Έχει και το τραγούδι των Pulp. Μην ξεχάσεις τα λόγια…» της είχε πει η Μαρία. «Δεν θα τα ξεχάσω ποτέ» της είχε πει. Και την έσφιξε. Με αγάπη.

Τις κοιτάζω στο νεροχύτη. Η μια πλένει, η άλλη ξεπλένει. Τα πιάτα περνάνε από χέρι σε χέρι, σα νομίσματα που εξαργυρώνουν τη φιλία τους. Ανεκτίμητη αλλά πια εύθραυστη. Σαν πορσελάνη. Δεν αντέχει στην τριβή. Δεν κάνει να την χρησιμοποιείς πολύ...

Φεύγοντας ο Μάρκος χαρίζει στη Ρένα το βιβλίο του Μαγιακόβσκι.
-Έτσι που το 'κανες μες στην κουζίνα, παρ’ το τώρα! Και της γελάει.
Αφήνουμε και τη Μαρία πίσω.
-Να πας να κοιμηθείς, αύριο είναι μεγάλη μέρα.

-Αυτό είναι που με ανησυχεί: που μεγάλωσα κι εγώ για να της ταιριάξω, λέει εκείνη.
-Θα είναι ο πιο μεγάλος και βαρετός γάμος της Κρήτης. Θα σ’ αρέσει θα δεις!
-
Ρε παιδιά, που μ’ αφήνετε τώρα; Φοβάμαι.
Κοιταζόμαστε με τη Ρένα. Είχαμε μια κουβέντα στο ταξίδι για τις επιλογές. Η Μαρία επέλεξε. Παντρεύεται αύριο. Τα υπόλοιπα είναι ακκισμοί. Ή απλά κακοί υπολογισμοί. Αλλά εγώ δεν πιστεύω πια ότι οποιοσδήποτε δικαιοδοτείται να αλλάζει γνώμη μόλις τα βρει σκούρα.
-Τα βλέπεις όλα σκούρα επειδή εσύ είσαι κάτασπρη μέσα στο νυφικό σου. Άντε, σάλτα κάτω. Θα σε δούμε αύριο στην Αγία Μαρίνα στις έξη. Μη μας στήσεις!

Τη βλέπουμε να προχωράει μόνη της και να μπαίνει στο σπίτι. Τελευταία φορά μόνη της. Αύριο ζευγαρωμένη κι αυτή…

(η συνέχεια και το τέλος την επόμενη Πέμπτη)

19.4.07

Η εκταφή

Ήλιος στο νεκροταφείο, ζεστασιά. Ούτε δάκρυ, ούτε πόνος. Μια παρήγορη αίσθηση αναπόδραστου. «Κι αν δεν είχε πεθάνει τότε, θα είχε πεθάνει ως τώρα». Όλοι πεθαίνουν κάποια στιγμή.

Στα πέντε χρόνια έλειωσε το σώμα. Το ξύλο από την κάσα έγινε σαν χαρτί. Μόλις το τράβηξαν επάνω άνοιξε απρόσμενα -νούφαρο καταχθόνιο. Έμεινε λίγο μακριά και έβλεπε εκείνους. Τους ξένους άντρες να της πιάνουν το κορμί. Το φουστάνι της έπλεε –«να που γινότανε να αδυνατίσει κι άλλο». Είδε τα χέρια να τραβάνε απ’ το ύφασμα. Τα κόκαλα στου χώματος το χρώμα –λάσπη και πολυκαιρία. Το καλσόν ανέπαφο –σκέφτηκε χωρίς να θέλει την οικολογική καταστροφή. Το τράβηξαν σαν το σακί μαζί με τα οστά της.
Πλησίασε κι έπιασε τα παπούτσια. Κοίταξε τις σόλες. Απάτητες.

«Μην χαλάς την παράδοση» της είπε την τελευταία φορά που την είδε.
«Ποια είναι η παράδοση».
«Βγήκαμε, γυρίσαμε και τώρα το κορίτσι φεύγει».
«Θέλω να ανέβω πάνω απόψε» του είπε.
«Δεν μπορείς όμως πια».
«Μα γιατί; Δε σου λέω για πάντα, σου λέω γι’ απόψε»
«Για μένα δεν είσαι γι’ απόψε, μη με μπερδεύεις».
«Σ’ αγαπάω»
«Δε φτάνει η αγάπη για να ξυπνάμε και να κοιμόμαστε μαζί».
«Μα τι θες πια που δε στο δίνω»
«Θέλω αυτό που δε μου δίνεις, το τίποτα που δε μπορείς. Φύγε»!
Έβγαλε τα παπούτσια της. Καινούριες γόβες κόκκινες. Τις άφησε μπροστά του.
Την πλάτη γύρισε αργά. Κατέβηκε έτσι τα σκαλιά. Και πάτησε γερά στον Κάτω Κόσμο.

Ήλιος ανεβαίνει κι άλλο στον ουρανό. Ούτε δάκρυ, ούτε πόνος. Μια παρήγορη αίσθηση αναπόδραστου. «Κι αν δεν την σκότωνα τότε, θα την σκότωνα ως τώρα». Όλους τους σκοτώνουμε κάποια στιγμή. Μέσα μας.

Βάδισε προς το αμάξι. Ικανοποιημένος. Που τουλάχιστον την σκότωσε νωρίς. Χωρίς βασανιστήρια και θάνατο αργό.
Ο ήλιος λαμπίριζε. Στραφτάλιζε από κάτω του του άντρα η ενοχή.

("λογαριάζω το μηδέν μου με το άπειρο/ και βρίσκω ανάπηρο τον κόσμο στα σημεία" -Λίνα Νικολακοπούλου)