CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »

18.12.11

Merry Sorrow


Όταν χιονίζει η Merry Sorrow
παίρνει δυο σύννεφα γκριζωπά
τα κουβαλάει σαν ομπρέλα
μη την αγγίξει η χιονοχαρά.

Όταν βρέχει και λάμπουν οι δρόμοι
η Merry με αδιάβροχο βυσσινί
περπατά σαν μαραμένη τουλίπα
που δεν αφήνει να την ποτίσει η βροχή.

Όταν λιακάδα έχει και ζέστη
καπέλο με βέλο φορά, μαύρα γυαλιά
το φως του ήλιου να μην τη βρίσκει
να μη θυμάται πώς είναι η ζεστή αγκαλιά.

Κι αν την ρωτήσεις γιατί τόση μιζέρια
γιατί με τη χαρά είναι αντικοινωνική
θα πει «τη νύχτα φαίνονται καλύτερα τ΄ αστέρια
κι η λύπη είναι η σωστή εποχή ν’ ακούς μουσική».

Έτσι τα βράδια η Merry Sorrow
γεμίζει το ποτήρι ως την κορφή
κι όταν τηλέφωνο την πάρεις, δεν το σηκώνει:
χορεύει στο ringtone• δεν είναι εκεί.

picture of Anna- Julie Aubry

30.10.11

Βασίλισσα, της ομορφιάς των λάθος επιλογών

Δεν ξέρω τι όμορφο έχει το λάθος
-κάτι θα έχει δε μπορεί, γιατί χαζή δεν είμαι.
Αν με οδηγεί η λογική να μην κάνω ούτε μια σωστή επιλογή
κάτι καλό θα έχει εκεί, κάποια κρυφή σαγήνη
κάποια πτυχή ειδυλλιακή, μια δυνατή ηδονή.

Μα μέχρι να την ανακαλύψω, η κάτωθι υπογεγραμμένη (εγώ)
δηλώνω υπεύθυνα και ευθαρσώς ότι κομμένες οι μαλακίες
με έρωτες και άλλες ψυχοτρόπες ουσίες.

Tο διάβασα σε Πλάτωνα, Ρολάν Μπαρτ και Ντε Σαντ
ο έρως είναι extreme sport και πνεύμα avant-guard:
δουλεύει τσίτα την καρδιά σε φονικές «στροφές»
και παραλύει το κορμί με ελπίδες τοξικές
μα απ’ όλα το χειρότερο σε κάνει να νομίζεις
πως είσαι εσύ σημαντική κι απ’ άλλες ξεχωρίζεις
με φόρα σε ανεβάζει στο ροζ σου συννεφάκι
μα σαν κρυώσουν οι αγκαλιές, στεγνώσουν τα φιλιά
σ’ αφήνει να γλιστρήσεις στα κυνικά απόνερα.

Και μένεις πάλι μόνη σου στο τέλος της βραδιάς
στεφανωμένη σαν βασίλισσα
της ομορφιάς
των λάθος επιλογών
ανδρών.

Κορίτσια, δε θέλω άλλο τον τίτλο. Θέλω να παραδώσω το στέμμα!
Next please!

15.8.11

Δεκαπενταύγουστος στο παράλληλο σύμπαν

Αέρας… Μέρες τώρα σκέφτεσαι την άδεια, πρώτη φορά θα την πάρεις 15Αύγουστο- ας όψεται η κρίση, όλη η Ελλάδα Αύγουστο θα εκδράμει φέτος, θα βουλιάξουν τα νησιά. Μέρες τώρα σε ρωτάνε στη δουλειά «που το χεις το μυαλό σου», γιατί μια ψάχνεις το κινητό που κρατάς, μια χάνεις τα γυαλιά που ήδη φοράς κι εσύ τραγουδάς «I was swimming in the Caribbean, δε θυμάμαι τι λέει μετά, αλλά θα το τραγουδήσω πάραυτα, where is my mind…»

Εκείνη βγαίνει έξω και φυσάει βοριάς και λέει «αμάν τη γκαντεμιά μου φέτος, είπαμε να κάνουμε δυο μπάνια και μας έχει σηκώσει ο αέρας», ο φίλος της δε θα μπορέσει να έρθει τις ημερομηνίες που κανόνισαν, έμπλεξε με κάτι οικογενειακά και, το χειρότερο, δεν τη νοιάζει καθόλου, βαρέθηκε να ειναι μια ζωή στην αναμονή, θέλει μόνο να φύγει από εδώ, από παντού, θέλει να γίνει στη ζωή της κάτι υπέροχο, να ζήσει κάτι μαγικό.

Πάτε σπίτια σας και βγάζετε ταυτόχρονα ένα μπουκάλι απ’ το ψυγείο, αυτό το καλοκαίρι δεν είναι με το μέρος σας, «θα μεθύσει και θα έρθει» λες, «ειναι κοινώς γνωστό πώς μετά τις 5 είναι καλή ώρα για αλκοόλ» λέει, και δυο σφηνάκια γεμίζουν με τεκίλες.

Φωτιά…
Ξυπνάς στο beach bar, κάτω από ψάθινες ομπρέλες και το πορτοκαλί φως του ηλιοβασιλέματος, δίπλα σου κάποιοι χορεύουν και άλλοι γελούν, στην άμμο ακουμπισμένες καρύδες με κοκτέιλ και πολύχρωμα καφτάνια. Τρίβεις τα μάτια σου κι εκείνη έρχεται πίσω σου και στα κλείνει με τα χέρια: «όταν θα στα ξανανοίξω να ξέρεις πώς ό,τι δεις είναι αλήθεια»!

Γη… Τσα! Ποια είναι; Την ξέρεις, δε θυμάσαι από πού, αλλά την ξέρεις, ίσως από ένα μέρος μακρινό που εκεί όλα πήγαιναν καλά, αντιθέτως με την καθημερινότητά σου, ένα μέρος που στα δέντρα τα φύλλα είναι πολύχρωμα και οι καρποί κελαηδούν όταν τους γεύεσαι. «Θες ποτό;» θα ρωτήσει, κι εσύ «καφέ;» κι αυτή «έλα μωρέ, καφέ!» θα γυρίσει με μια μπύρα Καραϊβικής κι εσύ «πριν φύγω απ’ τη δουλειά ονειρευόμουν ότι κολυμπούσα σε μια τέτοια θάλασσα!», «κι εγώ» θα πει εκείνη, «κι εγώ ονειρευόμουν ότι θα ερχόταν κάποιος που θα μου έφτιαχνε τη μέρα! Και ήρθες»! Cheers!

Νερό… Στην αρχή δε μιλάς πολύ μα φλυαρεί αυτή και για τους δυο σας, γελάτε όμως πολύ και η ώρα κυλάει σαν μουσική στ’ αυλάκια του δίσκου, η νύχτα πέφτει δροσερή κι εκείνη σκάβει με τα πόδια της στην άμμο, «από κάτω είναι ακόμα ζεστή» σου λέει, και χώνεις τις πατούσες σου κι εσύ, από πάνω το φεγγάρι σαν φλας «φωτογραφία, πάμε!», κοιτάτε κι οι δυο ψηλά και χαμογελάς. Σε μια άλλη παραλία ο αέρας σηκώνει αμμοθύελλα, το δελφίνι δεν λύνει απ’ το λιμάνι, σε μια άλλη ζωή εσύ περιμένεις κάτι καλό να συμβεί κι εκείνη περιμένει το ίδιο, μα σ’ αυτή τη νύχτα τίποτα καλύτερο δε μπορεί να συμβεί- εκτός ίσως από το φιλί. Και της το δίνεις.

8.8.11

Αγκίστρι

Ράθυμες του θέρους μέρες, νύχτες λαμπερές
στα βράχια της καρδιάς σου, θ’ ανέβω για βουτιές
Μαζεύω χίλια βότσαλα φιλιών και αγκαλιών.
Πληρώνω με κοχύλια στα live των τζιτζικιών.

Με απόχη τα μαλλιά μου τον ήλιο κυνηγώ
-αν θες να παίξουμε κρυφτό, φίλα με για να βγω.
Η άμμος λαμπυρίζει σαν πούδρα κοραλλιών.
Η πανσέληνος ανάβει για θέατρο σκιών.

-Θες να σου δείξω συλλογή από παλιές αγάπες;
-Μπα, μυρίζει μούχλα σε τούτες τις ντουλάπες.
-Μου κάψανε τα σωθικά τα ούζα κι οι ρακές!
-Σαν θάλασσας αλάτι σε μνήμης γρατζουνιές...

Το μαύρισμα φοράμε και πάμε για ποτό:
κοκτέιλ ηλιοβασίλεμα με γεύση παγωτό.
Μικρές πυγολαμπίδες κεντάνε το σκοτάδι
μην ξύνεις πια το παρελθόν, άσε να βγει κακάδι!

-Φωτιά να πέσει να καώ, άμα δε σ’ αγαπώ.
-Να, έπεσε ένα άστρο! Γελάς
και λες «κι εγώ».

1.8.11

36 (χιλιάδες) υπαρξιακά!

Όσο περνούν τα χρόνια, οι άνθρωποι που κάνεις παρέα, μοιραία, μικραίνουν σε ηλικία. Αν έχεις παντρευτεί συγχρωτίζεσαι με τα παιδιά σου και τους συμμαθητές τους, αν πάλι τη γλύτωσες, όλο και κάποιο ανίψι θα σου θυμίζει ότι μεγάλωσες (κι έχω καμιά 15αριά ανίψια, αν αυτό λέει κάτι). Το να είσαι θεία, είναι καλύτερο από το να είσαι γονιός: οι γονείς εκφράζουν το Νόμο, οι θειες την Απόκλιση. Και αυτή η απόκλιση, είναι η εξαίρεση που αναφέρεται από τους γονείς, για να επιβεβαιώνει τον κανόνα:

-η θεία δεν παντρεύτηκε (ενώ όλες οι άλλες γυναίκες άνω των 35, παντρεύτηκαν)

-η θεία δεν δουλεύει πολλές ώρες (ενώ όλοι δουλεύουν 10ωρα)

-η θεία δεν έχει μυαλό στο κεφάλι της (το διδακτορικό το κάνω για αντιπερισπασμό και να ρίχνω στάχτη στα μάτια του κόσμου)

-η θεία χαλάει όλο το δεκαπενθήμερο σε βότκες και μετά κλαίγεται ότι δεν έχει λεφτά (δεν έχω λεφτά και άμα συνεχίσω έτσι θα κόψω και τις βότκες να κάθομαι σπίτι μόνη μου να κλαίω, να χαρείτε όλοι!)

-η θεία ερωτεύεται ακόμα ηθοποιούς (δεν ερωτεύομαι ηθοποιούς! Ερωτεύομαι τους ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ που ερμηνεύουν οι ηθοποιοί, όπως όλες ερωτευτήκαμε κάποτε τον Ρωμαίο! Και δεν θέλω τον James McAvoy αλλά τον Steve McBride!)

-θεία ερωτεύεται τους πιο ακατάλληλους (υπάρχει και άλλο μοντέλο στον έρωτα; Αν ήταν «κατάλληλος» η επιλογή θα ήταν λογική και υπολογισμένη, άρα δε μιλάμε για έρωτα! Άμα δεν μπορείς να καταλάβεις για ποιο λόγο κόλλησες με τον πιο «ακατάλληλο», τότε λες «ερωτεύτηκα» σα να λες «στραβώθηκα», «είμαι βαριά άρρωστη» κλπ)

-η θεία δεν ξέρει να μαγειρεύει (ναι, γιατί συντηρούμαι από την βότκα, που είναι και λιποδιαλυτική!)

-η θεία είναι ανώριμη (για όλα τα παραπάνω)

Εγώ, από τη μεριά μου, δεν έχω αντιληφθεί γιατί όλα τα παραπάνω πρέπει να είναι αρνητικά. Ίσως γιατί πάει καιρός που έκανα την τελευταία λίστα με πράγματα, που πρέπει να κάνω μέχρι τα επόμενα γενέθλιά μου. Ίσως γιατί είδα ότι κι όσα ευχόμουν κι έγιναν, δε μου πρόσφεραν όση χαρά περίμενα. Ίσως γιατί κι όσα δεν έγιναν, τα ξέχασα λίγο καιρό μετά. Ίσως γιατί βλέπω ότι η χαρά μου κρατάει λίγο και μαραίνομαι πολύ εύκολα…

Πριν 15 χρόνια είχα μια κακή δουλειά, αλλά αυτό μου ήταν αρκετό. Έβγαινα πολύ, έπινα πολύ, άκουγα τραγικά πολλή θλιμμένη μουσική κι ενώ περίμενα τον πρίγκιπα, τα ξημερώματα με έβρισκαν συστηματικά με κάποιον άφραγκο, αμόρφωτο πλην απίστευτα χαριτωμένο ιπποκόμο. Η ατάκα «μέχρι τα 35 θα έχω παντρευτεί» πήγαινε κι ερχόταν την τελευταία 10ετία, όπως και οι άντρες. Μαντέψτε. Είμαι 35. Και δεν παντρεύτηκα.

15 χρόνια μετά έχω μια καλύτερη δουλειά και αυτό μου είναι αρκετό. Βγαίνω ξανά πολύ, πίνω πολύ και ακούω μόνο χαρούμενη μουσική από την Καλιφορνέζικη ακτή. Δεν περιμένω τον πρίγκιπα, γιατί παρά τα όσα λέω, οι πράξεις μου δείχνουν ότι –μάλλον- δεν θέλω να βρω πρίγκιπα. Τι θέλω να βρω; Δεν ξέρω. Όσο περισσότερο διαβάζω, τόσο περισσότερο επιβεβαιώνω την προδιαγεγραμμένη πορεία της ανθρώπινης ζωής –όσο διαφορετικές επιλογές και να κάνουμε, υπάρχει μια περιοδικότητα συναισθημάτων που θα τα βιώσουμε όλοι, ανεξάρτητα απ’ το αν είμαστε ή όχι με κάποιον, αν έχουμε ή όχι λεφτά κλπ. Όλο και περισσότερο τον τελευταίο καιρό καταλήγω ότι, όντως, η ευτυχία είναι η διαδρομή και όχι ο προορισμός.

Πάει ένα εξάμηνο που μοιράζομαι το ίδιο βαγόνι με δυο-τρεις ανθρώπους που περνάμε καλά. Στο ταξίδι ανταλλάσουμε βιβλία, μουσικές και εμπειρίες. Δεν ξέρω σε ποιο σταθμό θα κατέβουν. Δεν ξέρω καν αν εγώ θα κατέβω νωρίτερα. Δεν ξέρω τίποτα. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο λιγότερα ξέρω πια. Αντί να θυμάμαι και να μαθαίνω, όλο και περισσότερο ξεχνάω. Μάλλον κάνω χώρο στο κεφάλι μου για να χωρέσουν νέες, ενθουσιώδεις, συναρπαστικές, αναμνήσεις. Μάλλον είμαι αισιόδοξη. Στα 36 μου, παρά τον ακραιφνή κυνισμό, μάλλον έγινα και λίγο αισιόδοξη…

14.7.11

Σαρκαστικό

«Το σώμα σου επάνω στο δικό μου είναι ένας τρόπος αυτοσυναίσθησης»,
είπε και στρίμωξε στη βιβλιοθήκη
όλα τα ανώφελα βιβλία ψυχολογίας της.

Εκείνος γέλασε και γύρισε μπρούμυτα στο στρώμα.
Η πλάτη του δεν είχε να απαντήσει κάτι άλλο,
πέρα από σάρκα ευωδιαστή.

«Σε θέλω να με θέλεις με ό,τι θέλω περισσότερο, μ’ εσένα ολόκληρο»,
ψιθύρισε καθώς τρύπωνε από κάτω του
και χωρίς να το προβλέψει παραδόθηκε
στα σαρκοφάγα μάτια του.

«Αχ, πόσα βράδια θα μου πίνεις τις σκέψεις, θα μου τρως το κορμί
κι ούτε καν θα το υποψιάζεσαι ότι τα κάνεις όλα αυτά
και μόνο με τα μάτια σου μπορείς να με κατασπαράζεις
και μόνο με μια ματιά»

Κι εκείνος γέλαγε αθώα και έπινε χυμό
-δήλωνε χορτοφάγος μετά τον κορεσμό
κι έκανε πώς δε σήμαινε και τίποτα εκείνη η βραδιά
που οι σάρκες κυλούσαν η μια μέσα στην άλλη
ζεστή άμμος που ρέει απ' τα δάχτυλα

Κι εκείνη τόσο τον επιθυμούσε που ούτε με τον ύπνο δεν τον άλλαζε.
Κι ένα βράδυ το πνεύμα εγκατέλειψε το σώμα, από την αϋπνία.
Την ώρα που εκείνος κατάσαρκα φορούσε μια τυχαία σερβιτόρα
Που γνώρισε πριν από καμιά ώρα…

18.6.11

Ζητείται συνεργάσιμος gay για λευκό γάμο

Ζητείται gay άνδρας για λευκό γάμο με απελπισμένη υποψήφια διδάκτορα, που μόλις ανακάλυψε ότι δεν παίρνει κανένα μόριο για τις ΔΕΚΑΔΕΣ επιπλέον σπουδές τις, αλλά παίρνει 4 για γάμο και 2 για κάθε παιδί! Θα εκτιμηθεί ιδιαιτέρως αν ο αιτών είναι επίσης δημόσιός λειτουργός (10 μόρια για συνυπηρέτηση και, αν είσαι και στρατιωτικός, άνθρωπέ μου, προηγούμαστε απ’ όλους, με σώζεις!), με αναπηρία 67% (ή και άνω- 10 μόρια για την φροντίδα ανάπηρου μέλους οικογενείας!), και να έχει οργανική θέση στην ευρύτερη περιοχή Δ’ Αθήνας (περιμετρικά όρια Αργυρούπολη, Γλυφάδα, Μοσχάτο, Ν. Σμυρνη -4 μόρια η εντοπιότητα).

Είμαι διατεθειμένη να παίξω το ρόλο της καλής συζύγου, να αντέχω τη μάνα του, τους φίλους του, να τον αφήνω να δανείζεται τα στρινγκ μου, να τραγουδάμε καραόκε Μαρινέλα, Βίσση και Ρουβά, να του μαγειρεύω μουσακά και γενικώς, ο,τιδηποτε, μέχρι να πιάσω, επιτέλους, ένα σχολείο που να μην βρίσκεται στην άλλη άκρη της Αττικής!

ΥΓ. Κα Υπουργέ Παιδείας, παρεμπιπτόντως, γαμιέσαι εσυ και η ...αξιοκρατικότατη μοριοδότηση που θέσπισες!

27.5.11

Το μόνο που θέλω

θα μπορούσα να τρώω μόνο αυτή τη μουσική
-μου φτάνει για να ζήσω
αυτή και δυο- τρία βιβλία ποίησης

αρκεί να ήξερα ότι υπάρχεις κι εσύ κάπου
για να έχει νόημα η μουσική
οι στίχοι
ο ήλιος που ανεβαίνει στον ουρανό
(χωρίς εσένα μοιάζει να το κάνει από γινάτι
ισα να με θαμπώνει καθώς οδηγώ)

τις νύχτες ξεκουράζομαι στη χλόη του βλέμματός σου
μετράω πυγολαμπίδες όπως χαμογελάς
μα μόλις φτάνει το πρωί καταδικάζεις το φιλί
να σταυρωθεί στα μάγουλα

κι όλο μαδάω τις συλλαβές από τις λέξεις
θέλει, δε θέλει/ θες, δε θες/ θες, δε με θες…
κι άμα σιωπή
οποίους δεν αγαπάς
να γυρίσουμε στον τάφο μας.

8.5.11

(ώχου ρε) μάνα, μητέρα, μαμά!

Αέρας… Η μαμά σε λέει «φυστικόμπαλα» όταν είσαι μικρό. Σου γαργαλάει τα πόδια και σου ζουλάει τον αφαλό. Είναι η πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου και παίζεις ξύλο με τους συμμαθητές σου για χάρη της. Η μαμά είναι αυτή που σε φροντίζει, σε κανακεύει και ανησυχεί όταν είσαι μικρούλι : «πάρε με μόλις φτάσεις στην κατασκήνωση»! Βέβαια, μόλις μεγαλώσεις λίγο, ο τόνος στη φωνή της αλλάζει. Η τρυφερή μητερούλα μοιάζει με δυνάστη σε έξαρση εξουσιαστικής παντοδυναμίας που τσιρίζει κάθε φορά που πας να κλείσεις την πόρτα: «πάρε κι ένα τηλέφωνο άμα αργήσεις ΠΑΛΙ»! ’Ασε μας ρε μαμά, 19 είμαι πια!


Γη… Όταν πλέον φτάσεις στα 29, η μητέρα αρχίζει να συμπεριφέρεται σαν κουάκερος σε γαλέρα, που ψάχνει να τακτοποιήσει σε ένα καλό και τίμιο σπίτι, τους σκλάβους τους οποίους δε μπορεί πια να ταΐζει: όπου βρεθεί κι όπου σταθεί απαριθμεί τις σπουδές και τα προσόντα σου, παραπονιέται για το πόσο ζώον είσαι, που στερείσαι καπατσοσύνης, που πώς να γνωρίσεις άνθρωπο έτσι που είσαι συνέχεια μέσα στο σπίτι και στον υπολογιστή και παραθέτει όλα σου τα προτερήματα, περιμένοντας να ακούσει μια καλή προσφορά. Για γάμο!


Φωτιά… Τίποτα σαν την ανιδιοτελή αγάπη της μάνας, γελάει η Ίλια και όλοι στην παρέα ψάχνουμε να θυμηθούμε σε ποια ηλικίας αυτή η αγάπη μετατρέπεται σε παραλυτικό δηλητήριο που τρέχει υποδόρια και σου καταστρέφει κάθε κύτταρο αυθεντικότητας, προσπαθώντας να σε κάνει το καλό παιδί για το οποίο θα καμαρώνουν οι άλλοι: και κυρίως η μαμά σου. Πότε φτάνει η στιγμή που τα κορίτσια, που ως τα 12 θέλουμε να γίνουμε ίδιες η υπέροχη μανούλα μας, ξυπνάμε ένα πρωί και κάνουμε τα πάντα για να μην της μοιάσουμε; Και τελικά καταλήγουμε στα 40 να κουβαλάμε τις ίδιες νευρώσεις και υστερίες της, λες και μας έβγαλαν με καρμπόν.


Νερό… Όχι ρε μάνα, δε θα σε πετάξω έξω από το σπίτι αν το γράψεις στο όνομά μου. Όχι, δε θα σε κλείσω σε γηροκομείο όταν δε θα είσαι πια λειτουργική. Ναι, θυμώνω που με ρωτάς 4 φορές το ίδιο πράγμα επειδή δεν ακούς καλά πια. Και που με ρωτάς συνέχεια «τι λέει εδώ» γιατί ξέχασες τα γυαλιά σου και δε βλέπεις. Γιατί σε θυμάμαι αλλιώς και είναι δύσκολο να καταλάβω πόσο αλλάξαμε και οι δύο. Και γιατί είμαι κουρασμένη κι εγώ με τη δική μου ζωή, για να πρέπει να ρυθμίζω κάθε πτυχή της δικής σου. Αλλά είμαι στο πλευρό σου. Γκρινιάζοντας- φυσικά! Αλλά είμαι. Και θα είμαι. Απλώς σταμάτα να με πρήζεις να παντρευτώ! Γιατί δεν ξέρω αν θέλω, αν μπορώ, αν γουστάρω και αν αντέχω να γίνω μάνα!

1.5.11

και στα δικά σας...

Γη… Το μικρό θαύμα τρεις μέρες, το μεγάλο τέσσερις- πάει και ο πριγκιπικός γάμος. Εδώ ο κόσμος χάνεται κι οι αγγλίδες ξημεροβραδιάζονταν έξω από τα ανάκτορα μπας και δουν ένα στιγμιότυπο απ’ την βασιλική φιέστα. Η ευρωπαϊκή χώρα, που επενδύει περισσότερο από κάθε άλλη, στις επιστήμες, την τέχνη και τον πολιτισμό (όχι από καλοσύνη στους πολίτες της, αλλά ως το μείζον εξαγώγιμο προϊόν της), συντηρεί με επιμέλεια τον μύθο της βασιλείας –με την ένδοξη αποικιοκρατική της συμβολή στην οικονομική ανάπτυξη και την παραμυθένια καθημερινότητά της. Τι καλύτερο από το να έχεις άρτια εκπαιδευμένους τεχνοκράτες, που αντί να ξεσηκώνονται για την οικονομική κρίση, να κοιμούνται όρθιοι μέσα στα αμφιθέατρα του Cambridge και να ονειρεύονται ότι ίσως, κάποτε, ζήσουν κι αυτοί μια τέτοια ζωή.


Νερό… Η Θάτσερ είχε εκμεταλλευτεί δεόντως αυτό το όνειρο, πείθοντας προεκλογικά- και στην μετέπειτα πορεία της- την μεσαία τάξη, ότι θα μπορέσει να αποκτήσει την μεγαλοαστική χλιδή. Γιατί μόνο η Κάθριν να φοράει το MCQ νυφικό, μπορεί και η δική σας κόρη! Όταν όμως, άνοιξε το λαμπερό κουτί της οικονομικής πολιτικής της, βοήθησε την αστική τάξη να ψωνίζει μόνο από την Bond str. και την μεσαία να κατρακυλήσει στα όρια της φτώχιας. Ποτέ στην Αγγλία οι φτωχοί δεν ήταν τόσοι πολλοί, όσο την εποχή που πίστεψαν τόσο έντονα ότι θα κατακτήσουν τον μεγάλο πλούτο. Και τους πήρε δυο τετραετίες να καταλάβουν τι γίνεται, και μια τρίτη για να μπορέσουν να αποτινάξουν οριστικά το φιλόδοξο όνειρο της πριγκιπικής ζωής και την Θάτσερ από την εξουσία…


Αέρας… Η κοινωνία δεν είναι μια καλόκαρδη μητέρα. Είναι μια κουνέλα, που το μόνο που ξέρει είναι να αναπαράγεται. Κι όπως η κουνέλα δεν νοιάζεται αν τα μωρά της θα καταλήξουν γούνινοι γιακάδες ή στιφάδο, έτσι κι εκείνη δεν τη νοιάζει αν θα καταλήξουμε άνεργοι ή αυτόχειρες. Στη μήτρα της -το σχολείο- η κουλτούρα, σε ρόλο ομφάλιου λώρου, μας τρέφει τις κοινωνικές εμμονές: υπακοή, εξειδίκευση, εργασία, κατανάλωση. Μας καθοδηγεί να γινόμαστε όλο και περισσότερο «λογικοί» αντί «συναισθηματικοί», με τη λογική όπως ορίζεται εντός ενός αυστηρού μονολιθικού ορθολογισμού, στον οποίο μετράει μονάχα ότι μπορεί να μετρηθεί: η κινητή περιουσία, τα ακίνητα και το ρευστό. Κανείς δεν ονειρεύεται έναν πριγκιπικό γάμο από έρωτα, αλλά για τις ανέσεις, τη διασημότητα και τα λεφτά! Αυτό το έργο το έχω δει πολλές φορές, και σε εγχώριους γάμους. Το ξέρω απ’ έξω κι ανακατωτά.

Φωτιά… Οι γάμοι είναι κοινωνικά συμβόλαια. Άλλοι τα υπογράφουν για να τους αφήσουν ανενόχλητους να κάνουν παιδιά. Άλλοι για να μοιραστούν το στεγαστικό δάνειο. Άλλοι για να δηλώσουν συνυπηρέτηση και να πάρουν μετάθεση. Άλλοι για να έχουν φωτογραφίες με ωραία ρούχα και αστραφτερά χαμόγελα. Και πού ειναι η αγάπη τελικά; Πόσοι είναι εκεινοι που παντρεύτηκαν τον μεγάλο τους έρωτα, όπως στα παραμύθια; Ή, σωστότερα: πόσοι ειναι εκείνοι που δεν παντρευτηκαν τον μεγάλο τους έρωτα, παρα τον απαρνηθηκαν για χάρη της πριγκιπικής, ασφαλούς ζωής. Με πιάνει θλίψη πια στους γάμους. Και τους πριγκιπικούς και τους χωριάτικους. Γιατί όσο κι αν επιφανειακά μοιάζουν ιδεαλιστικά παραμυθένιοι, στην ουσία τους, είναι όλοι τόσο αποτρόπαια πραγματιστικοί. Θα ήθελα να ήταν ολα αλλιώς. Αλλά δεν είναι...