Γη… Είναι μερικές εβδομάδες τώρα, που με έχει πιάσει μια μανία καθαριότητας. Δεν εννοώ να πλένω τοίχους, εννοώ να πετάω πράγματα. Και δεδομένου ότι πια κάθε μέρα είναι μια κακή μέρα για κοινωνική συναναστροφή (ναι, έχω νεύρα!), κάθε μέρα
είναι μια καλή μέρα για φασίνα και εκτόνωση: ξεκαθαρίσματα, τσαλακώματα, σκισίματα, πετάγματα, ανακυκλώσεις…
Φωτιά… Ενδεικτικό περιεχόμενο συρταριού στο κομοδίνο μου: λιωμένο κραγιόν, σπασμένο μενταγιόν, παλιές φωτογραφίες, ημερολόγιο με αξιομνημόνευτες προσωπικές ιστορίες (sic), αποδείξεις για την εφορία, αποκόμματα από θέατρα, σινεμά και μια συναυλία, τα δεύτερα κουμπιά που ράβουν στα ρούχα –και τα φυλάς μήπως χάσεις κάποιο- και τα δεύτερα κλειδιά απ’ το σπίτι του πρώην -που δεν άντεξα να επιστρέψω, ένα κουτί από τσίχλες που μέσα κρύβω τις καλές μου «ψείρες» (μην τις βρει ο ανιψιός και τις διαλύσει), 100 ευρώ κάτω από το ημερολόγιο- μικρό καταπίστευμα για έκτακτη χρήση… Το περιεχόμενο ενός συρταριού πολύ εύκολα
αντιστρέφει τις μνήμες και αναδίδει διφορούμενες προφητείες:Νερό… :άραγε μια ζωή θα συμβαίνει αυτό; Θα ζω την αληθινή μου ζωή μόνο ως ανάμνηση- θα συλλέγω τα θραύσματα της σε συρτάρια για να την θυμάμαι όταν τελειώνει; Να θυμάμαι ότι έζησα; Ότι κάποτε ήμουν καλά; Ότι πήγαινα διακοπές, ήμουν ευχάριστη, είχα παρέες και αγάπες. Και μετά, ξύπνησα ένα πρωί δέκα χρόνια μετά και βρέθηκα μεταμορφωμένη σε Dr House: μια στριμμένη στρίγγλα, που αρπάζεται με το παραμικρό, που δεν δίνει του αγγέλου της νερό, κι όσο και να θέλει να την αγαπήσει ο απέναντι του το κάνει αφόρητα δύσκολο αυτό. Κουράστηκα. Να πετάω πράγματα. Να στουμπώνω κιβώτια. Να στουμπώνω τα αισθήματα μου. Νιώθω χωρίς δύναμη. Χωρίς ρυθμό.
Η καρδιά μου μοιάζει να έχει χάσει ένα χτύπο της. Αέρας… Κάθομαι ακίνητη με το ξεσκονόπανο στο ένα χέρι, το βαποριζατέρ στο άλλο και κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Τα νύχια μου ξεφλουδίζω, τα λόγια μου τροχίζω «ετοιμάσου! Θα τα λιμάρω στο λαιμό σου ελαφίνα μου»- με απειλώ. Και ψεκάζω με φόρα το είδωλό μου. Υγρά δάκρυα απορρυπαντικού κυλάνε. Θέλω να γίνω πάλι καθαρή. Θέλω να φύγει όλη αυτή η σαπίλα και η κακία από μέσα μου. Θέλω να πάω
στην Χώρα των Θαυμάτων –κι ας μη με λένε καν Αλίκη. Θέλω να σταματήσει να υπάρχει
αυτός ο τοίχος μπροστά μου.
Θα πετάξω ότι δεν χρειάζομαι. Θα τα στοιβάξω εκεί. Η παλιά μου ζωή ένα λοφάκι από σκουπίδια. Θα σκαρφαλώσω επάνω του και θα περάσω τον τοίχο. Θα συνεχίσω το ξεκαθάρισμα. Και θα περάσω απέναντι.