20.5.12
18.1.12
Θα χωρίσεις ποτέ τη μάνα σου να μείνουμε μαζί;
29.12.11
Indieannασκόπηση 2011
Και ειχα καιρό να ανεβάσω μουσική- όχι επειδη βαριέμαι αλλα επειδή πραγματικά δεν βρίσκω πια τόσο καλά κομμάτια που να αξίζει να χαραμίσω χρόνο για να τα «ανεβάσω» στο blog. Φέτος όμως είπα «άντε, να θυμηθουμε τα παλιά, μουσικές πρωτοχρονιές στον Αμμαζόνιο» κι έφτιαξα μια λίστα…
Yuck - Cousin Corona
Horrors - Still life
LCD Soundsystem – All I want
Kasabian – Days are forgotten
PJ Harvey – The glorious land
Τα κορίτσια δε μασάνε τα λόγια τους
Best Coast – When I’m with you
Bleached – Think of you
Dum dum girls – Coming down
Adele- Rolling in the deep
Florence + the machine – Shake it out
Ο νέος είναι ωραίος
Dead man’s bones – Lose your soul
Toro Y Moi – First date
Take kiss – This summer (demo)
The drums - Hard to love
Arrange – When ‘d you find me (Ricky eat acid remix)
Ο παλιός είναι αλλιώς!
Metronomy – The look
Snow Patrol – Called out in the dark
dEUS – Ghosts
Thermals - You changed my life
Real estate- It’ s real
Ηλιοβασιλέματα με γεύση λεμονίτα
Dakotafish - Midnight lemonade
Julia Stone – Catastrophe!
You & me – Tell me why
Le Yeti – The night
Desire – Under your spell
ΥΓ2: Έλα, μην τεμπελιάζουμε, γραψτε κανενα κομμάτι στα σχόλια -μην πω καλύτερα φτιάξτε ενα δικό σας ΤΟΡ 5 :)
15.8.11
Δεκαπενταύγουστος στο παράλληλο σύμπαν
Εκείνη βγαίνει έξω και φυσάει βοριάς και λέει «αμάν τη γκαντεμιά μου φέτος, είπαμε να κάνουμε δυο μπάνια και μας έχει σηκώσει ο αέρας», ο φίλος της δε θα μπορέσει να έρθει τις ημερομηνίες που κανόνισαν, έμπλεξε με κάτι οικογενειακά και, το χειρότερο, δεν τη νοιάζει καθόλου, βαρέθηκε να ειναι μια ζωή στην αναμονή, θέλει μόνο να φύγει από εδώ, από παντού, θέλει να γίνει στη ζωή της κάτι υπέροχο, να ζήσει κάτι μαγικό.
Πάτε σπίτια σας και βγάζετε ταυτόχρονα ένα μπουκάλι απ’ το ψυγείο, αυτό το καλοκαίρι δεν είναι με το μέρος σας, «θα μεθύσει και θα έρθει» λες, «ειναι κοινώς γνωστό πώς μετά τις 5 είναι καλή ώρα για αλκοόλ» λέει, και δυο σφηνάκια γεμίζουν με τεκίλες.
Φωτιά… Ξυπνάς στο beach bar, κάτω από ψάθινες ομπρέλες και το πορτοκαλί φως του ηλιοβασιλέματος, δίπλα σου κάποιοι χορεύουν και άλλοι γελούν, στην άμμο ακουμπισμένες καρύδες με κοκτέιλ και πολύχρωμα καφτάνια. Τρίβεις τα μάτια σου κι εκείνη έρχεται πίσω σου και στα κλείνει με τα χέρια: «όταν θα στα ξανανοίξω να ξέρεις πώς ό,τι δεις είναι αλήθεια»!
Γη… Τσα! Ποια είναι; Την ξέρεις, δε θυμάσαι από πού, αλλά την ξέρεις, ίσως από ένα μέρος μακρινό που εκεί όλα πήγαιναν καλά, αντιθέτως με την καθημερινότητά σου, ένα μέρος που στα δέντρα τα φύλλα είναι πολύχρωμα και οι καρποί κελαηδούν όταν τους γεύεσαι. «Θες ποτό;» θα ρωτήσει, κι εσύ «καφέ;» κι αυτή «έλα μωρέ, καφέ!» θα γυρίσει με μια μπύρα Καραϊβικής κι εσύ «πριν φύγω απ’ τη δουλειά ονειρευόμουν ότι κολυμπούσα σε μια τέτοια θάλασσα!», «κι εγώ» θα πει εκείνη, «κι εγώ ονειρευόμουν ότι θα ερχόταν κάποιος που θα μου έφτιαχνε τη μέρα! Και ήρθες»! Cheers!
Νερό… Στην αρχή δε μιλάς πολύ μα φλυαρεί αυτή και για τους δυο σας, γελάτε όμως πολύ και η ώρα κυλάει σαν μουσική στ’ αυλάκια του δίσκου, η νύχτα πέφτει δροσερή κι εκείνη σκάβει με τα πόδια της στην άμμο, «από κάτω είναι ακόμα ζεστή» σου λέει, και χώνεις τις πατούσες σου κι εσύ, από πάνω το φεγγάρι σαν φλας «φωτογραφία, πάμε!», κοιτάτε κι οι δυο ψηλά και χαμογελάς. Σε μια άλλη παραλία ο αέρας σηκώνει αμμοθύελλα, το δελφίνι δεν λύνει απ’ το λιμάνι, σε μια άλλη ζωή εσύ περιμένεις κάτι καλό να συμβεί κι εκείνη περιμένει το ίδιο, μα σ’ αυτή τη νύχτα τίποτα καλύτερο δε μπορεί να συμβεί- εκτός ίσως από το φιλί. Και της το δίνεις.
8.5.11
(ώχου ρε) μάνα, μητέρα, μαμά!
Αέρας… Η μαμά σε λέει «φυστικόμπαλα» όταν είσαι μικρό. Σου γαργαλάει τα πόδια και σου ζουλάει τον αφαλό. Είναι η πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου και παίζεις ξύλο με τους συμμαθητές σου για χάρη της. Η μαμά είναι αυτή που σε φροντίζει, σε κανακεύει και ανησυχεί όταν είσαι μικρούλι : «πάρε με μόλις φτάσεις στην κατασκήνωση»! Βέβαια, μόλις μεγαλώσεις λίγο, ο τόνος στη φωνή της αλλάζει. Η τρυφερή μητερούλα μοιάζει με δυνάστη σε έξαρση εξουσιαστικής παντοδυναμίας που τσιρίζει κάθε φορά που πας να κλείσεις την πόρτα: «πάρε κι ένα τηλέφωνο άμα αργήσεις ΠΑΛΙ»! ’Ασε μας ρε μαμά, 19 είμαι πια!
Γη… Όταν πλέον φτάσεις στα 29, η μητέρα αρχίζει να συμπεριφέρεται σαν κουάκερος σε γαλέρα, που ψάχνει να τακτοποιήσει σε ένα καλό και τίμιο σπίτι, τους σκλάβους τους οποίους δε μπορεί πια να ταΐζει: όπου βρεθεί κι όπου σταθεί απαριθμεί τις σπουδές και τα προσόντα σου, παραπονιέται για το πόσο ζώον είσαι, που στερείσαι καπατσοσύνης, που πώς να γνωρίσεις άνθρωπο έτσι που είσαι συνέχεια μέσα στο σπίτι και στον υπολογιστή και παραθέτει όλα σου τα προτερήματα, περιμένοντας να ακούσει μια καλή προσφορά. Για γάμο!
Φωτιά… Τίποτα σαν την ανιδιοτελή αγάπη της μάνας, γελάει η Ίλια και όλοι στην παρέα ψάχνουμε να θυμηθούμε σε ποια ηλικίας αυτή η αγάπη μετατρέπεται σε παραλυτικό δηλητήριο που τρέχει υποδόρια και σου καταστρέφει κάθε κύτταρο αυθεντικότητας, προσπαθώντας να σε κάνει το καλό παιδί για το οποίο θα καμαρώνουν οι άλλοι: και κυρίως η μαμά σου. Πότε φτάνει η στιγμή που τα κορίτσια, που ως τα 12 θέλουμε να γίνουμε ίδιες η υπέροχη μανούλα μας, ξυπνάμε ένα πρωί και κάνουμε τα πάντα για να μην της μοιάσουμε; Και τελικά καταλήγουμε στα 40 να κουβαλάμε τις ίδιες νευρώσεις και υστερίες της, λες και μας έβγαλαν με καρμπόν.
Νερό… Όχι ρε μάνα, δε θα σε πετάξω έξω από το σπίτι αν το γράψεις στο όνομά μου. Όχι, δε θα σε κλείσω σε γηροκομείο όταν δε θα είσαι πια λειτουργική. Ναι, θυμώνω που με ρωτάς 4 φορές το ίδιο πράγμα επειδή δεν ακούς καλά πια. Και που με ρωτάς συνέχεια «τι λέει εδώ» γιατί ξέχασες τα γυαλιά σου και δε βλέπεις. Γιατί σε θυμάμαι αλλιώς και είναι δύσκολο να καταλάβω πόσο αλλάξαμε και οι δύο. Και γιατί είμαι κουρασμένη κι εγώ με τη δική μου ζωή, για να πρέπει να ρυθμίζω κάθε πτυχή της δικής σου. Αλλά είμαι στο πλευρό σου. Γκρινιάζοντας- φυσικά! Αλλά είμαι. Και θα είμαι. Απλώς σταμάτα να με πρήζεις να παντρευτώ! Γιατί δεν ξέρω αν θέλω, αν μπορώ, αν γουστάρω και αν αντέχω να γίνω μάνα!
1.5.11
και στα δικά σας...
Νερό… Η Θάτσερ είχε εκμεταλλευτεί δεόντως αυτό το όνειρο, πείθοντας προεκλογικά- και στην μετέπειτα πορεία της- την μεσαία τάξη, ότι θα μπορέσει να αποκτήσει την μεγαλοαστική χλιδή. Γιατί μόνο η Κάθριν να φοράει το MCQ νυφικό, μπορεί και η δική σας κόρη! Όταν όμως, άνοιξε το λαμπερό κουτί της οικονομικής πολιτικής της, βοήθησε την αστική τάξη να ψωνίζει μόνο από την Bond str. και την μεσαία να κατρακυλήσει στα όρια της φτώχιας. Ποτέ στην Αγγλία οι φτωχοί δεν ήταν τόσοι πολλοί, όσο την εποχή που πίστεψαν τόσο έντονα ότι θα κατακτήσουν τον μεγάλο πλούτο. Και τους πήρε δυο τετραετίες να καταλάβουν τι γίνεται, και μια τρίτη για να μπορέσουν να αποτινάξουν οριστικά το φιλόδοξο όνειρο της πριγκιπικής ζωής και την Θάτσερ από την εξουσία…
Αέρας… Η κοινωνία δεν είναι μια καλόκαρδη μητέρα. Είναι μια κουνέλα, που το μόνο που ξέρει είναι να αναπαράγεται. Κι όπως η κουνέλα δεν νοιάζεται αν τα μωρά της θα καταλήξουν γούνινοι γιακάδες ή στιφάδο, έτσι κι εκείνη δεν τη νοιάζει αν θα καταλήξουμε άνεργοι ή αυτόχειρες. Στη μήτρα της -το σχολείο- η κουλτούρα, σε ρόλο ομφάλιου λώρου, μας τρέφει τις κοινωνικές εμμονές: υπακοή, εξειδίκευση, εργασία, κατανάλωση. Μας καθοδηγεί να γινόμαστε όλο και περισσότερο «λογικοί» αντί «συναισθηματικοί», με τη λογική όπως ορίζεται εντός ενός αυστηρού μονολιθικού ορθολογισμού, στον οποίο μετράει μονάχα ότι μπορεί να μετρηθεί: η κινητή περιουσία, τα ακίνητα και το ρευστό. Κανείς δεν ονειρεύεται έναν πριγκιπικό γάμο από έρωτα, αλλά για τις ανέσεις, τη διασημότητα και τα λεφτά! Αυτό το έργο το έχω δει πολλές φορές, και σε εγχώριους γάμους. Το ξέρω απ’ έξω κι ανακατωτά.
24.4.11
Πασχαλιά ή μήπως... Πας χάλια;
Γη... Προσπάθησε να θυμάσαι ότι δεν είσαι «ελεύθερος» να επιλέξεις, όπως νομίζεις. Και μην συνηθίζεις και θεωρείς αυτονόητο τον καθημερινό πόνο που σου παρέχουν οι επιλογές που σου αφήνει. Το καλάθι της σύγχρονης κουλτούρας διαθέτει κυρίως πολιτική παρακμή, αξίες σαπουνόπερας, αποθέωση της κοινής γνώμης, πασαλείμματα εκλαϊκευμένης επιστήμης και μια καταναλωτική πανδαισία πανάκριβου τρόπου διαβίωσης και πανέμορφων ανθρώπων. Και, παρότι η Κοινωνία στηριζει τις μειονότητες με μια political- correct επηρμένη ρητορική, ναρκώνει την συντριπτική πλειοψηφία με «λάμψη» κι «ευκολία», δελεάζοντας την να ασπαστεί την κυρίαρχη ιδεολογία: να χαζεύουμε βιτρίνες, περιοδικά και τηλεόραση και να μην ξεστραβωνόμαστε να δούμε τίποτε άλλο.
Φωτιά... Αυτή την Ανάσταση , ένας φίλος πέρασε από αυτό τον κόσμο σε άλλο, μακρινό. Ξέμπλεξε από τις πληγές του Φαραώ, την κόλαση των άλλων και έλυσε το υπαρξιακό «να ζει κανείς ή να μη ζει». Όσοι μείναμε πίσω σκεφτόμαστε ποιο είναι το δικό μας καθημερινό «πάσχα» μέσα στη ζωή. Κι αν άραγε θα αποφασίσουμε να θυσιάσουμε τη βόλεψή μας και να βάψουμε με το αίμα της την πόρτα μας. Μπας και μας λυπηθεί ο άγγελος.
17.4.11
Our DJ's gone to heaven...
Θα μπορούσα να πω τόσα πολλά – αλλά δεν έχει νόημα, αφού δεν είσαι πια εδώ για να τα ακούσεις.
Σε βλέπω σαν τώρα, να λες «είναι οι Polyphonic Spree –με double e»! και «είναι το Today is the day –στην E.P version» (βλέπεις, γνωριστήκαμε την εποχή που δεν υπήρχε το tag music στα κινητά και, για να μάθεις τι παίζει ο DJ, έπρεπε να ρωτήσεις τον DJ) !
Σε βλέπω ξανά, σε ένα άδειο ΡΟΡ –θα ΄χε, δε θα΄χε ανοίξει δυο μήνες: εσύ, Χριστοφορος, Λιλίκα, εγώ και Δημήτρης κι εκείνο το αγόρι με την μπλούζα YLT παραδίπλα να στέκεται μόνο. Απ’ τα ηχεία το if you need someone κι όλοι να νιώθουμε ότι εδώ είναι το μόνο μέρος στη γη που θέλουμε να είμαστε. Εδώ. Και έτσι!
Θα σε θυμάμαι πάντα να ανεβαίνεις τη σκάλα, για το πατάρι που φύλαγες τους δίσκους στο μαγαζί. Ένα δωμάτιο γεμάτο δίσκους κι εσύ, σαν αλχημιστής, να ψάχνεις κάθε βράδυ τη σωστή δοσολογία θορύβου και μελωδίας για το ελιξίριο της ευτυχίας. Το είχες φτιάξει, είναι η αλήθεια! Αλλά πήρες το μυστικό μαζί σου.
Και, τώρα, οι Δευτέρες μένουν καθημερινές, αφού δεν είσαι εσύ στα πικ-απ να τις κάνεις γιορτές. Και μόνο με παρηγορεί, που θα βρεις και τον Μίλτο εκεί. Και την Χαρούλα μας. Κι εσείς οι τρεις μαζί, oh, you know how to throw a party!
- Ελπίζω να έχεις ειδοποιήσει τον Άγιο Πέτρο να έχει σκληρή πόρτα τις Παρασκευές στον Παράδεισο, γιατί με τις μουσικές σου θα γίνεται της …Κολάσεως, εκεί πάνω! Φωνάζω, καθώς σε βλέπω να απομακρύνεσαι.
Μια μικρή μαύρη γραμμούλα ανάμεσα σε τόσες διαφορετικές αποχρώσεις του πράσινου και των ανοιξιάτικων χρωμάτων.
Σηκώνεις το χέρι καθώς ξεμακραίνεις. Σα να λες «το άκουσα» και «αντίο» κι «ευχαριστώ για το tip» .
Δε γυρνάς πίσω. Πώς αλλιώς αφού, σίγουρα θα τραγούδαγες, καθώς βάδιζες…
don’ t look back
like Dylan in the movies...
10.4.11
...άλλα λόγια να αγαπιώμαστε!
(το θέμα των ομώνυμων και ομόηχων λέξεων)
-…ο Ιησούς, λοιπόν, είχε έναν πολύ καλό φίλο, τον Λάζαρο
-Α, τον ξέρω, κυρία, είναι ένας με ένα κόκκινο λοφίο που παίζει στην τηλεόραση
-Χμ, όχι αγάπη μου, Λάζαρος κι αυτός, αλλά δεν είναι αυτός, απλή συνωνυμία. Και όταν πέθανε ο Λάζαρος, ο Ιησούς τον ξαναζωντάνεψε και αυτό το λέμε «ανάσταση»: η ανάσταση του Λαζάρου»
-Α,α, κυρία, ξέρω ποιος είναι, είναι στο master chef!
-Όχι αγάπη μου, άλλος Λαζάρου αυτός, κι αυτός συνωνυμία... (πόσο γαμημένα μικρός ειναι αυτός ο μεγάλος κόσμος!)
-Άσε έχεις χάσει τεύχη, λέει η Ίλια
- Τεύχη; Λέει η Μάργκω. Ποιος χρησιμοποιεί ακόμα την έκφραση «τεύχη»;
-Κάποιος που διαβάζει ...ακόμα; λεει με φρικη ο ανιψιός μου, λες και το διαβασμα ειναι το πιο παρωχημενο χομπυ του κόσμου.
-Επεισόδια δε λέμε πια; «Έχεις χάσει επεισόδια», λέω εγώ!
-Επεισόδια; Που ζείτε μωρέ; «Post» λέμε. Θεέ μου! Πόσα post πίσω, είστε»;
Φωτιά...
(μεταφορές και παραλληλισμοί)
-Πώς ζουν μερικοί άνθρωποι, χωρίς να είναι ερωτευμένοι;
- …με τις υγείες τους!
-Και δηλαδή πού πάει η παλιά φλόγα; Καίγεται; Εξατμίζεται;
-…πτητικός
-Και δεν αφήνει ούτε ίχνος, κάτι να τον θυμάσαι;
-…χωρίς ίζημα
-Εντάξει αν δεν υπάρχει επικοινωνία, είναι λογικό να δηλητηριάζει τη σχέση
-…τοξικός σε συνύπαρξη με..
-Με γράφεις;
-Οχι, απλώς καταγράφω πόσες κοινές ιδιότητες έχει ο έρωτας με το οινοπνευμα. Δεν ειναι τυχαιο που, το ένα συνδράμει το άλλο, συνηθως...
Νερό...
(όταν κάτι δεν οριζεται ρητά, μπορει να σημαινει οτιδήποτε)
Τον κοιτάει. Την κοιτάει.
-Με θέλει; σκέφτεται αυτή
-Πω πω, πώς είναι έτσι αυτή; Σαν λατέρνα! σκέφτεται αυτός
Ο καθένας σκύβει και φιλάει τον σύντροφο του, πλάι του. Και μετά ξανακοιτιούνται μεταξύ τους.
-Και το παλληκάρι δίπλα της, μια χαρά είναι, τι της βρήκε της κιτσαρίας, σκέφτεται αυτός!
-Τι μαλάκας! σκέφτεται αυτή. Τα έχει με την άλλη δίπλα του και κοιτάει εμένα! Πόσα κιλά μαλάκας!
Σταματάνε να κοιτιούνται
-Τι θα κάνω, ρε γαμώτο; Να κάνω την αίτηση στη HOL να γλυτώσω απ’ το πάγιο του ΟΤΕ ; σκέφτεται αυτός κοιτώντας αφηρημένα τον τοίχο.
-Κοίτα τον τώρα, κάνει ότι δε τον ενδιαφέρω και-καλά! σκέφτεται αυτή.
Λίγο μετά, το ζευγάρι του τύπου φεύγει. Περνώντας από μπροστά τους, κοιτιούνται μια τελευταία φορά.
-Κι όχι τίποτε άλλο, νομίζεις ότι είσαι και ωραία, τρομάρα σου… σκέφτεται αυτός
-Λες να κοιτάει και ο δικός μου άλλες; σκέφτεται αυτή. Και αρχίζει να κουνάει νευρικά το πόδι της.
-Γιατί δε μιλάς, του λέει
-Τι να πω, λέει αυτός, χαλαρώνω
-Χαλαρώνεις ή βαριέσαι;
-Τι έπαθες τώρα;
-Εγώ τι έπαθα ή εσύ που έχεις ξεστραβωθεί να κοιτάς την σερβιτόρα
-Τι λες μωρέ; Πας καλά; Να την πληρώσω προσπαθώ μια ώρα και δε με βλέπει!
-Καλά, εντάξει, σε πιστέψαμε.
19.3.11
Things that matter the most (οι νέες 10 εντολές)
Βγαίνοντας προσπάθησα να ισιώσω το μανιτάρι μου που είχε σκιστεί σε ένα σημείο απ’ το ζούληγμα.
«Δε θα χρειαστείς ομπρέλα εδώ» είπε μια φωνή.
Τουλάχιστον αυτή καταλάβαινε τι κουβάλαγα, συνεννοούμασταν! Γύρισα και είδα μια πυκνή ομίχλη να κινείται γύρω μου. Το θρόισμα των φύλλων είχε σταματήσει, το τιτίβισμα επίσης και οι στάλες τις βροχής ίπταντο ολογυρά μας χωρίς να πέφτουν.
«Πως γίνεται αυτό; Όλα εδώ αψηφούν τη βαρύτητα» είπα έκπληκτη.
«Εδώ δεν υπάρχει χρόνος» απάντησε ξανά η φωνή.
«Τι σχέση έχει ο χρόνος με την κίνηση»; Ρώτησα κάπως ακαδημαϊκά, καθώς χάιδευα τα νερένια πετράδια γύρω μου.
«Σκέψου μόνο πώς θα μέτραγες το χρόνο αν όλα έμεναν αιώνια σταθερά- χωρίς κίνηση ή φθορά. Λοιπόν, θα δειπνήσετε μαζί μου, φιλοπερίεργη ύπαρξις;».
«Αν μου επιτρέψετε να κινώ τα σαγόνια μου, αλλιώς δε θα μπορώ να μασήσω»
«Ω, μα φυσικά»
Κοίταξα αδιάκριτα κι επισταμένως, προσπαθώντας να δω ποιος μιλάει, μα έβλεπα μονάχα μια ομίχλη, που κατά τόπους πύκνωνε περισσότερο. Εκτός από το χρόνο, δεν πρέπει να τα πήγαινε πολύ καλά ούτε με την ύλη, ο οικοδεσπότης μου.
«Παρεμπιπτόντως, να σας ενημερώσω πως δεν τρώω σαλιγκάρια» είπα, «ούτε μανιτάρια»
«Μην ανησυχείτε, το πιάτο ημέρας δεν περιλαμβάνει πλάσματα του δάσους. Ένεκα της επισκέψεώς σας ετοιμάσαμε, ειδικά για εσάς, διαβολικές καρδιές πρωθυπουργών στη σχάρα και για επιδόρπιο έχουμε Καντάφι σιροπιαστό».
«Ακούγονται πολύ δελεαστικά. Αλλά νηστεύω- Σαρακοστή, βλέπετε»!
Η ομίχλη ξεφύσησε «αυτό το θέμα…, που τηρείτε ευλαβικά το γράμμα του νόμου ενώ παραβαίνετε επιδεικτικά το πνεύμα τους, θα έστελνε ακόμα Εμένα για ψυχανάλυση… Αλλά εδώ μιλάμε για τους ανθρώπους! Που σας έδωσα το προνόμιο του χρόνου, ώστε να βελτιώνεστε, κι εσείς κοιτάτε πώς να τον σταματήσετε: δε σας φτάνει που σκέφτεστε σαν σχολιαρόπαιδα, θέλετε και να δείχνετε έτσι. Αιώνες σπαταλημένοι στην επιδερμικότητα της ματαιοδοξίας σας, με μόνο μερικές στιγμές να στρέφεστε στα τάρταρα της ύπαρξης σας. Όσο μπλαστρώνετε την επιφάνεια αντί να καλλωπίζετε την ουσία, πάντα τάρταρα η ύπαρξις. Πάντα τάρταρα!»
Και πριν προλάβω να απαντήσω, η ίδια απότομη δύναμη που με παρέσυρε εκεί, με ξαναρούφηξε στο ασανσέρ του δέντρου και με αστραπιαία ταχύτητα με έφτυσε πάνω στο βρεγμένο χορτάρι.
Νερό… Η βροχή τώρα έπεφτε πιο γρήγορα- ή εμένα μου φάνηκε μετά από τόση ώρα ακινησίας της. Το πρόσωπο μου πόναγε από τις στάλες και κράταγα το μαραμένο μανιτάρι αγκαλιά. Σαν γύρισα σπίτι εκείνος «πώς είσαι έτσι» είπε, «γλίστρησες κάπου»; «Θα το έλεγες κι έτσι…» είπα και κάθισα στον καναπέ.
Εκείνος πλησίασε, ανέβασε την πεσμένη μου κάλτσα και έφερε πετσέτα να σφουγγίσει τα μαλλιά μου.
«Σε κατάβρεξε κανένας περαστικός με το αυτοκίνητο;» με ρώτησε ξανά.
«Θα το έλεγες και έτσι…» είπα, «αν και δεν μου φάνηκε πολύ περαστικός, μάλλον κάτι σε πιο αιώνιος… Αν έγραφες ξανά τις 10 εντολές ποιες θα έβαζες μέσα»;
Σταμάτησε ό,τι έκανε και με κοίταξε, «α, όχι, όχι, δε θα μου κάνεις πάλι κήρυγμα για το ου μοιχευσεις, νισάφι πια, νισάφι! Είμαι ενήλικος και θα μιλάω με όποιες θέλω όποτε θέλω, εντάξει»; Και πήγε στο μέσα δωμάτιο.
Εβαλα για μαξιλάρι το σπασμένο μανιτάρι και σαν άλλη Μαίρη Πόππινς ονειρεύτηκα έναν κόσμο που θα βασιζόταν σε 10 νέες εντολές*, για 10 πραγματικά σημαντικά πράγματα, που αν τα τηρούσαμε όλα θα ήταν καλύτερα. Για όλους...
2. Να αναλαμβάνεις την ευθύνη των πράξεών σου
3. Να φέρεσαι στους άλλους, όπως θα ήθελες να σου φέρονται
4. Να εκτιμάς όσα καλά έχεις
5. Να απολαμβάνεις τη ζωή
6. Να φροντίζεις τους ανθρώπους που αγαπάς
7. Μην υποκρίνεσαι και ψεύδεσαι
8. Μην αδικείς και βιαιοπραγείς
9. Να φροντίζεις τους αδύναμους
10. Να θυμάσαι πως έχεις χρόνο -για να γίνεσαι κάθε μέρα καλύτερος/η
*Οι δέκα εντολές βασιζονται στις new 10 commandments, οι οποίες υπερίσχυσαν σε δημοψήφισμα που έκανε o Jon Snow για την εκπομπή του, στο αγγλικό κανάλι C4, τον Φεβρουάριο του 2005.
13.3.11
L.F.E.
Αέρας… Μετά ξυπνάς και είναι καλοκαίρι και είσαι χάλια, μετά φθινόπωρο και χειμώνας και είσαι συνέχεια χάλια. Το Love For Ever σου έχει μετονομαστεί σε Lοve Fucks Everything. Κι αυτό γιατί νόμιζες ότι αγάπη είναι να ζεις σ ένα ροζ σύννεφο. Ενώ είναι το να αντιμετωπίζεις τις συνεχόμενες πτώσεις από αυτό, να σηκώνεσαι να σκουπίζεσαι και να ξανανεβαίνεις, μέχρι την επόμενη πτώση. Η υπέροχη σχέση δεν είναι χωρίς ασυνεννοησίες και κακοκαρδίσματα, αλλά βασίζεται στην παραφθορά του Ταοϊστικού μότο: αν κάτι αλλάζει στη σχέση, άλλαξε το. Αν κάτι δεν αλλάζει, δέξου ότι δεν αλλάζει ή χώρισε τον. Και μάθε να διακρίνεις τι αλλάζει και τι όχι. Αυτό το λέμε συναισθηματική νοημοσύνη.
Και ύστερα, εσύ που κοπανιόσουν και αγωνιζόσουν να σου πουν για γάμο, μόλις οριστεί η ημερομηνία παθαίνεις συνεχόμενες κρίσεις πανικού «τι το θελα, πού πάω, γιατί να το κάνω, μια χαρά δεν είμαι μόνη μου, πώς θα περάσω όλη μου τη ζωή με τόση ένταση σε επικοινωνιακό χάος»; Ξαφνικά το ροζ συννεφάκι μοιάζει με πεινασμένο κροκόδειλο, έτοιμο να σε καταπιεί, και σκέφτεσαι διάφορα τσιτάτα όπως «ο γάμος είναι το ιδεωδέστερο σύστημα αυτόβουλης καθυποταγής» και «είμαι πολύ καλύτερα χωρίς εσένα»
Φωτιά… Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή τουλάχιστον, είσαι. Γιατί μετά από μια βδομάδα το σύνδρομο στέρησης χτυπάει καμπανάκι, δε μπορούσες να κάνεις τίποτα μαζί του και τώρα δε θες να κάνεις τίποτα χωρίς αυτόν, παρότι λες πως όταν τον δεις θα σου ρίξεις καμιά ξανάστροφη καταλήγετε αγκαλιά και ενώ λες «θα τον χωρίσω αύριο το πρωί» οι μήνες περνάνε και είστε μαζί. Συναισθηματική νοημοσύνη, είπαμε; Μηδέν.
Γη… Ο έρωτας είναι τυφλός κάτω από τους πολυέλαιους του ενθουσιασμού. Όταν δεν ξέρεις τίποτα για τον άλλο και γεμίζεις τα κενά με όσα θα ήθελες να βρεις εκεί. Μετά, περνά ο καιρός, ψάχνεις στις τσέπες του για αστερίες και βρίσκεις αχινούς -λογικό είναι να τσιμπηθείς. Δεν είναι που ο άλλος δε θέλει να σου δώσει- είναι που θέλεις αστερίες και αυτός προσφέρει αχινούς. Το ξέρω ότι έτσι ειναι, τελικά. Το ζω και το νιωθω όλο αυτό και υπάρχουν στιγμές που δεν ειναι τόσο άσχημο. Θα ήθελα όμως, για μια φορά, μόνο για μια ,να έβγαινε το εφηβικό όνειρο, κι ας μην είναι όλο σωστό. Ας έχω κάνει και όλες τις εκπτώσεις -που μου λένε οι φίλοι να μην κάνω-, κι ας έχω ρίξει τον πήχη στα περισσότερα. Θα ήθελα να έβγαινε, έστω, αυτό το ρημάδι, το τέλος της ιστορίας: να με φροντίζει στα καλά και στα άσχημα, να με αγαπάει εμπράκτως! –και ναι, θέλω και το θαυμαστικό στο τέλος- κι ας έχει και τελίτσα αντί για καρδούλα. Ας έχει και τελίτσα, τελικά. Αλλά θέλω και το θαυμαστικό στη ζωή μου. Το θέλω!
17.10.10
weekend tongue!
«Το γραφείο του ενός είναι τόσο κοντά στου άλλου, που αναρωτιέμαι γιατί δεν αγόραζαν δεκάμετρα, μοναστηριακού τύπου τραπέζια, να δουλεύουμε όλοι μαζί- αφού κι έτσι δεν υπάρχει καθόλου προσωπικός χώρος και δεν υπάρχει και συνεργασία. Τουλάχιστον, τότε, ίσως να συνεργαζόμασταν» σκέφτεται καθώς ξεκρεμάει το σακάκι του από την καρέκλα και χαιρετάει τον διπλανό του συνάδελφο. «Τώρα είμαστε σαν ηλίθια γκέτο, μιλάμε μόνο με τους διπλανούς, ενώ με τους υπόλοιπους, μια «καλημέρα», Ούτε το όνομά δεν ξέρω από κάποιους καινούριους». Η πόρτα του ασανσέρ ανοίγει και μπαίνει μέσα. Κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη. «Φίλε μου, 8 ώρες δουλειά και δείχνεις ακόμα… ουάου» και κλείνει το μάτι στο είδωλό του. «Ισόγειο» λέει η ψυχρή φωνή στο ασανσέρ. «Τίποτα δε μας σταματάει πια»! λέει καθώς βγαίνει και χαμογελάει στον απογευματινό ήλιο!
Γη… Το βαλιτσάκι έτοιμο και τον περιμένει. Βγάζει από μέσα την πρίζα και φορτίζει την «μηλιά». Παράλληλα ανοίγει θερμοσίφωνα, στερεοφωνικό και χώνει το τάπερ στον φούρνο μικροκυμάτων. Μία ώρα μετά βρίσκεται φρεσκοπλυμένος, με τα πόδια πάνω στο γραφείο του, να βλέπει βιντεάκια στη «μηλιά» και να τρώει ένα πελώριο κομμάτι μουσακά. «Μάνούλα μου, αυτό είναι ζωή! Και δε μπορείς να την χορτάσεις»!
Φωτιά… Μηνύματα έρχονται στο «μήλο», τι θα κάνουν το βράδυ, πού θα πάνε τα κορίτσια, πού θα πάνε οι φίλοι του, τι να βάλει πάλι, πού να παρκάρει, διαβάζει κι ένα βιβλίο του Χόρνμπι παίζει μια Άννι και μια Τζουλιέτ μέσα- «θα μείνω με την Άννι και την Τζουλιέτ σπίτι», λέει σε όλους. Και το Σαββατοκύριακο περνάει πανηγυρικά, ραδιόφωνο να εκπέμπει, παλιά επεισόδια του six feet under στη «μηλιά», «η Τζούλιετ γυμνή» και η Άννι ντυμένη, κοκκινιστό με χυλοπίτες διαδέχονται τον μουσακά, ουίσκι τους καφέδες και είναι τρομερό το πόσο γρήγορα περνάνε οι ώρες και τα λεπτά και το ξυπνητήρι χτυπάει στις επτά το πρωί της Δευτέρας.
Νερό… «Πώς πήγε το Σαββατοκύριακο» του λέει ο μπροστινός του συνάδελφος μόλις γυρνάνε στη δουλειά; «Σούπερ» απαντάει, «έγινε της κολάσεως, μακάρι να ήταν κάθε μέρα έτσι». Το μεσημέρι βγάζει για γεύμα ένα ταπεράκι με κινέζικο. «Η Άννι δούλευε σε εστιατόριο στην Τσάινα – Τάουν» διευκρινίζει στους διπλανούς του, που γνέφουν με θαυμασμό, ενώ εκείνος τρώει το κινέζικο που παράγγειλε το προηγούμενο βράδυ. Μασάει αργά και μεταφέρεται εκεί που θέλει, μασάει με κλειστά μάτια και περιμένει το επόμενο εξωτικό Σαββατοκύριακό.
Μηλιά και μήλο: apple mac & apple iphone, αντίστοιχα.
10.10.10
Τα ευγενή κίνητρα της τέχνης
Φωτιά… Το καλό σενάριο θέλει απαραίτητα ρομάντζο. Όχι μόνο ένα, πολλά love stories περιφερειακά, αλληλοεπιδρώντα, που θα σβήνουν σιγά- σιγά όσο περνά ο καιρός, και θα αναζωπυρώνονται και θα σβήνουν κ.ο.κ.
Νερό… Καλό είναι επίσης να υπάρχει μια γερή δόση θυμού. Κάθε σήριαλ έχει μια νευρωτική μαμά ή μια υστερική γκόμενα ή έναν τσαμπουκά τύπο. Αν γράψεις και αστυνομική περιπέτεια ακόμα καλύτερα (Σικάγο θα γίνουμε). Και φυσικά δώσε λίγο γυμνό στον κοινό (τουλάχιστον μέχρι να καταφέρει ο κ. Μπουτάρης να δώσει πορνοσπάνι να φάει ο λάος).
Αέρας… Οι χαρακτήρες είναι σημαντικοί για την υπόθεση. Και επίσης τα ονόματά τους. Φαντάζεστε το true blood χωρίς μια νεράιδα που λέγεται Suki ή πώς το όνομα Tara εκφράζει με το καλημέρα το γιατί αυτή η ηρωίδα είναι τόσο θυμωμένη (ξέρεις τι είναι να είσαι μαύρη και αν σε ονομάζουν από το όνομα μας φυτείας; Μεγάλη ειρωνεία)! Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να λένε τον πρωταγωνιστή του Californication εκτός από Hank Moody (Παίδαρο Κακόκεφο); Devon θα μπορούσαν λένε τον David στο Six fit under –αλλά παραήταν γκέι όνομά, το Ντέιβιντ είναι πιο ουδέτερο.
Τέλος, το καλό σήριαλ κρίνεται από την ανταπόκρισή του στον κόσμο. Από το πόσο το αγάπησες και πόσο το νοσταλγείς όταν έχει τελειώσει η σεζόν. Για να το πετύχεις αυτό χρειάζεσαι είτε δυνατή υπόθεση και ατακαδόρους χαρακτήρες ή χαρισματικό casting. Με λίγα λόγια χρειάζεσαι είτε ταλέντο στο γράψιμο ή απλώς έναν καλό παράγωγο, να πληρώσει ηθοποιούς που ο ένας να είναι πιο ωραίος απ’ τον άλλο. Τότε δε χρειάζεσαι τίποτε άλλο! Είναι άπειρα τα σήριαλ με ηλίθιους, χαζούς, εκνευριστικούς ρόλους που τα βλέπουμε για τα όμορφα μάτια του πρωταγωνιστή. Και μεταξύ μας, και την Κοκκινοσκουφίτσα θα έβλεπα φανατικά αν έκανε τον Λύκο ο Hugh Jackman και τον κυνηγό ο Alexander Skarsgard!
Αλλά επειδή δεν τους βλέπω να παίζουν σε κάτι τόσο απλοϊκό, πρέπει να γράψω ένα σενάριο της προκοπής. Να βγάλουμε λεφτά και να γνωρίσουμε και τα παιδιά!
2.10.10
Πευκοβελόνα στ' άχυρα
Η κατάσταση περιφερειακά της λίμνης ήταν τραγική –μαύρα κλαδιά σε δέντρα ξερά «η έκταση της φωτιάς ήταν μεγάλη» είπε η ιδιοκτήτρια, μια νοσηλεύτρια (πλέον προϊσταμένη σε ιδιωτική κλινική, μισθός αρκετός ώστε να έχει τρία διαμερίσματα). Αυτό δε μείωνε άλλο την τιμή του ενοικίου, έτσι κι αλλιώς δεν είχα θέα στο πρώην δάσος από το ισόγειο που θα έμενα. Μονάχα στις πόρτες ασφαλείας των απέναντι γκαράζ και σ’ όλα τα ντομπερμαν στις αυλές που μου έδειχναν τα δόντια τους- και δε νομίζω ότι μου χαμογελούσαν, για να με καλωσορίσουν στη γειτονία.
Γη… Το διαμέρισμα ήταν επιπλωμένο ψυχρά και αστικά –ένα στυλ που δε θα υιοθετούσα ποτέ εγώ. Για να το συνηθίσω προσποιούμουν ότι έχω κάνει διάρρηξη και ζω στο σπίτι ενός ξένου. Μου άρεσε να κάθομαι και να σκέφτομαι τι άνθρωπος θα έμενε εδώ. Τι μουσική θα άκουγε, τι θα έβλεπε στην τι-βι. Πέρασε έτσι ο καιρός και άρχισαν οι βροχές. Κι ένα πρωί που κατέβηκα να πάω στη δουλειά, κατάλαβα πώς κανένα αυτοκίνητο δεν κινούταν. «Όταν βρέχει η Κρυστάλλινοι δρόμοι γλιστρούν σαν υγρό γυαλί -δε θες να το ρισκάρεις, πιστεύω». Κατάλαβα γιατί όλοι οι γείτονες είχαν ελικόπτερα και τζιπ με ρόδες σαν τρακτέρ.
Φωτιά… Γύρισα ξανά στο σπίτι και πήρα τις επιγονατίδες μου. Τις φόρεσα, κούμπωσα το αδιάβροχό μου, έκανα το σταυρό μου κι ένα μπλον-ζον: άρχισα να γλιστρώ στους δρόμους, έχοντας για φρένα τις επιγονατίδες μου. Όπως με κοιτούσαν οι αφιλόξενοι κάτοικοι, ντυμένοι στις γούνες και τις δερμάτινες ομπρέλες τους, ένιωθα σαν φώκια κυνηγημένη από πεινασμένους Εσκιμώους. Όσο σκεφτόμουν τους γύρω μου, έχανα τον ρυθμό μου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, λίγο πριν την τελευταία κατηφόρα, στα σύνορα Γλυφιτζουράδας – Ταψιθέας να μη γείρω το σώμα μου καλά στη στροφή. Το πεύκο με είδε να πηγαίνω καταπάνω του, σήκωσε γοργά τις ρίζες του και τραβήχτηκε στο πλάι: «μαλακισμένοι άνθρωποι, μας καίτε, σιγά που θα σας σώσω -χα»!
Νερό… Βρέθηκα στον αέρα. Είδα την πόλη από και σκέφτηκα «τι άσχημη» κι αμέσως μετά «και πού ζούσες σ’ αυτήν, χάλια περνούσες». Κι ενώ ήμουν προετοιμασμένη ψυχολογικά, να γίνω το μενού της ημέρας σε κάποιο πιάτο δορυφορικής, κάτι με γράπωσε από την κουκούλα με τόση φόρα, που με ξαναπέταξε πάνω. Δεν ξέρω τι ήταν, ξέρω μόνο ότι φώναζα «μη μ’ αφήσεις ξανά, μόνο μη μ’ αφήσεις ξανά κάτω»! Απέδειχθει πώς ήταν μια μπάλα τένις, που εξοστράκισε με μίσος προς τον ουρανό υιός γνωστού εφοπλιστή, επειδή ο εσπρέσο του κρύωσε μέχρι να τελειώσει το σετ. Να ‘ναι καλά ο οξύθυμος βουτυρομπεμπές, ξαναβρέθηκα πάω απ’ τον γκρεμό, στο ίδιο πεύκο. Το πέτυχα στην πλάτη, δε με είδε, το κοπάνησα γερά. Με το τράνταγμα μάδησε όλο με μιας: πράσινη πυκνή βελονοβροχή με τύλιξε. Έμεινα μέσα στην ευωδιά του ρετσινιού να κοιτάζω τον γκρίζο ουρανό και να σκέπτομαι πως το να βρεις νόημα σε αυτή τη ζωή είναι πευκοβελόνα, μέσα στ’ άχυρα.
Και άντε να εξηγήσεις και στο αφεντικό σου γιατί άργησες στη δουλειά…
19.9.10
Όλα, πάντα, για χάρη σου
Βγαίνοντας έξω αργά βρωμοκοπάς τσιγάρο και ανθρωπίλα- καλά δεν ήσουν σπίτι σου, τι σ’ έπιασε να βγεις Σαββατόβραδο; Μπαίνεις στο αμάξι, η άσφαλτος γεμάτη λαμπερές κόκκινες γραμμές, –«άρχισε το κυνήγι φεγγαριού;» σκέφτεσαι, «αλλιώς τι τους έπιασε όλους απόψε κι έχουν κρεμάσει αιμόφυρτα φεγγάρια κάτω από τα πορτ-μπαγαζ τους»;
Ανεβαίνεις στο σπίτι και βάζεις ένα ακόμα ποτό, κλείνεις το φώς και κάθεσαι στον καναπέ, ο ήχος της βροχής σε νανουρίζει, κρυώνεις μα δε σηκώνεσαι να σκεπαστείς.
Φωτιά… θες να δεις αν ο περιβόητος «φύλακας- άγγελος»που όλοι υποτίθεται έχουν θα ασχοληθεί να σου φέρει κουβέρτα, αλλά ίσως και ο φύλακας άγγελος να κάθεται κάπου μόνος του εκείνη την ώρα διερωτώμενος αν θα πάει κάποιος να τον σκεπάσει, η αναμονή είναι κουραστική, εξουθενωτική ώρες- ώρες, γέρνεις στο μπράτσο του καναπέ, κοιμάσαι.
Γη… Την βλέπεις στον ύπνο σου, δείχνει τόσο ψηλή και αέρινη, γονατίζει μπροστά σου και γελάει, γελάει και αυτό το όνειρο είναι όλο φως, ένα υπέροχο φως που ζεσταίνει -όχι κανένα ξινό χειμωνιάτικο ηλιοξέβαμμα, τυλίγει τα πόδια της γύρω σου, τα πόδια της μακραίνουν, μακραίνουν και λεπταίνουν, σαν μακαρόνια από πλαστελίνη, φτιάχνουν μια φωλιά όπως κάθεστε, φτιάχνουν γύρω σας μια φωλιά. Νιώθεις τόσο καλά, κλείνεις τα μάτια μέσα στο φως, τα κλείνεις και δακρύζεις απ’ τη λάμψη.
Νερό… Το επόμενο πρωί η πλάτη σου είναι σαν αγγλικό ερωτηματικό, η γάτα σου έχει πιει το ξεχασμένο σου ποτό και κοιμάται του καλού καιρού, η βροχή δε λέει να σταματήσει –εκτός αν βεβαιωθεί ότι θα πνίξει εντελώς κάθε ίχνος καλοκαιριού, «τι κακία» που θα έλεγε και η 4χρονη κόρη σου, έχεις όλο το πρωινό άδειο και δεν ξέρεις τι να το κάνεις, κοιτάς το τηλέφωνο μας δεν παίρνεις κανέναν, αγοράζεις εφημερίδες και τις πετάς στον καναπέ, φτιάχνεις αλμυρό κέικ και το σπίτι μυρίζει για λίγο Κυριακή. «Θες να γίνονται όλα για χάρη σου» λες. Και δεν καταλαβαίνω αν μιλάς στον εαυτό σου ή αν της μιλάς πάλι. Τι σημασία έχει εξάλλου. Αφού εκεί δε τα χαλάμε όλοι. Ο καθένας θέλει να γίνονται όλα για χάρη του…
12.9.10
Bad diary days
Φωτιά… Όσο μεταδιδόταν το παραπάνω ρεπορτάζ, ο Νάσος έφυγε από το σαλόνι, όπου έβλεπαν οικογενειακώς τις ειδήσεις. Πήγε στο δωμάτιο του που δεν μολυνόταν από την πραγματικότητα, παρά ευωδίαζε εφηβικές φαντασιώσεις. Έπεσε στο κρεβάτι και συνέχισε να χαζεύει στο λαπτοπ τις δίμετρες αμαζόνες, με τα μυτερά νύχια και στητά στήθια, που οργίαζαν με καλογυμνασμένους σούπερ ήρωες- τόσο δυνατοί που μπορούσαν να σπάνε καρύδια με την κωλοτρυπίδα τους. Η μάνα του μπήκε απροειδοποίητα και πάτησε μια τσιρίδα «πάλι αυτά τα αισχρά καρτούν βλέπεις, τέλος το καλοκαίρι και η ανοχή σ’ αυτό το χάλι, αύριο ξεκινάς σχολείο» και του κοπάνησε με φόρα την οθόνη κάτω., τράβηξε το καλώδιο και έφυγε με το λαπτοπ ανα χείρας, ως λάβαρο. Ο Νάσος ακούμπησε το κεφάλι του πάνω στο σεντόνι- ήταν ζεστό εκεί που ακουμπούσε το μηχάνημα. Έμεινε έτσι μπρούμυτα, με κλειστά μάτια και μια τεράστια σκληρότητα να του τρυπάει την κοιλιά –όχι προς χάριν των ζωγραφισμένων άτριχων αιδοίων μα για το ολοζώντανο τριχωτό στέρνο του απέναντι ψιλικατζή, του Ντίνου –που, κι εκείνος, έμοιαζε να σπάει καρύδια -και μόνο με το βλέμμα του. Φαντάσου τι θα έκανε και με το κορμί του, λοιπόν…
Αέρας… Την ίδια ώρα ο Ντίνος, ο σφίχτης, γαλανομάτης κρεολός –που μισούσε ότι δεν ήταν στρέιτ, λευκό και γαλανό-, θορυβήθηκε από τις υποψίες του Υπουργού, σχετικά με την φονική υποδηματοποιία: η Βαγγελιώ είχε πολλά παπούτσια μυτερά, χώρια το κόκκινο στις γόβες, χώρια τα τακούνια- καρφιά. Μήπως τόσα χρόνια υπέθαλπε καμιά αντικυβερνητική μέσα στο σπίτι του; Παράτησε το τσιγάρο να καίει στο τασάκι και εισέβαλε στο υπνοδωμάτιο, ρωτώντας την, γεμάτος μένος: «για λέγε, λοιπόν, τι τα χρειάζεσαι όλα αυτά τα παπούτσια, που τελικά δε φοράς και ποτέ έξω, ε»; Η Βαγγελιώ, που μόλις τελείωνε ένα σκανδιναβικό, κύλησε με νόημα το μολύβι ανάμεσα στα φρεσκοβαμμένα νύχια της και απάντησε: «μα τα φοράω στο κρεβάτι, μωρό μου». Η απάντηση κρίθηκε ικανοποιητική, η ύποπτη αθωώθηκε και τα στρώματα βόγκηξαν για ώρες, σε σκανδιναβικές και άλλες στάσεις.
Ο κυρ Βαγγέλης από κάτω, νανουρίστηκε από το τρίξιμο των σομιέδων. Κι εκείνη τη νύχτα είδε ένα όνειρο γλυκό: πώς έχανε τον ύπνο της για χάρη του η Καρολίνα Γεωργίου, η γυμνάστρια του γιου του στο Δημοτικό. Και το επόμενο πρωί ξύπνησε ανανεωμένος και αναψοκοκκινισμένος. Βρήκε τη γυναίκα του να τον περιμένει με μούτρα στην κουζίνα, έτοιμη να κάνουν την συζήτηση Νο.16 σχετικά το αν θα κόψει τα επαγγελματικά ταξίδια ή σκοπεύει να την αφήσει να περνάει όλα τα λούκια με το παιδί μόνη της. Κι εκείνος «γιατί τόσα νεύρα, πρωί -πρωί;» τη ρώτησε ήσυχα, κι εκείνη είπε «καλά, μας δουλεύεις; Λυσσάξανε οι από πάνω χτες βράδυ, δεν έκλεισα μάτι».
Νερό… Ο Βαγγέλης πήρε τον γιο του να τον συνοδεύσει στο σχολείο- πρωινό που όλες οι οικογένειες περιμένουν, να γίνει ο αγιασμός και τα βλαστάρια τους, επιτέλους, θα φύγουν από το σπίτι και θα πάνε να πρήζουν άλλους, 8.00πμ - 4.00μμ. Στο ραδιόφωνο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανακοίνωσε ότι, παρά της αισιόδοξες δηλώσεις του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, θα γίνονταν επιπλέον κρατήσεις στους μισθούς για την παροχή ξεματιάστρας και ονειροκρίτη στους πολίτες, αφού τα πάμε τόσο καλά στο πρόγραμμα λιτότητας, που το ΔΝΤ ενδέχεται να μας βασκάνει. Ο Βαγγέλης σκέφτηκε πώς οι κακές μέρες σ’ αυτό το ημερολόγιο δεν λένε να τελειώσουν, αλλά φτάνοντας στο σχολείο είδε την Καρολίνα τη γυμνάστρια. Και για λίγο, για πολύ λίγο, ξέχασε όλα τ’ άλλα. Πλησίασε, της έσφιξε το χέρι και χαμογελώντας της ευχήθηκε «καλή αρχή, καλή χρονιά να έχουμε». Κι ήταν σα να το ευχόταν στον εαυτό του.