CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλλόκοτα συμβάντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλλόκοτα συμβάντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1.7.09

Ιστορίες γι' αγρίους (Παπακαλιάτης reloaded)

το ένα απο τα δυο σενάρια ειναι αληθινό

Ο Μενέλαος συγκατοικεί με το φίλο του, Παντελή. Στις διακοπές του στη Σίφνο γνωρίζει τη Νένα, μια 40άρα με τρία παιδιά στην ηλικία του. Όταν επιστρέφουν Αθήνα ξεκινούν κρυφή σχέση. Λίγους μήνες μετά, η Νένα (λόγω ηλικίας και ενοχών) αποφασίζει να διακόψει με το Μενέλαο.
Σε ένα ταξίδι του στο εξωτερικό εκείνος περνάει ένα βράδυ πάθους με τη Ελευθερία, την κόρη της Νένας που σπουδάζει εκεί με τον αδερφό της Παύλο (χωρίς όμως να ξέρει ότι η Ελευθερία είναι κόρη της αγαπημένης του, κι εκείνη ότι είναι ο εραστής της μητέρας της).
Όταν επιστρέφουν Αθήνα και συναντιούνται όλοι με όλους, ο Παντελής συναντιέται με τον Παύλο, τον αδερφό της Ελευθερίας με τον οποίο διατηρούσε σχέση παλαιότερα (και δεν το ξέραμε).
Ο Παντελής με τον Παύλο ζουν τον έρωτα τους κρυφά απ' όλους. Το ίδιο και ο Μενέλαος με τη Νένα –που ο έρωτάς τους αναζωπυρώνεται. Τότε είναι που η Ελευθερία μαθαίνει πως είναι έγκυος από τον Μενέλαο.
Σε έναν καυγά της με τους γονείς της η ίδια πάει να μείνει στον Μενέλαο και ανακαλύπτει αποδείξεις για την σχέση του Μενέλαου με τη μητέρας της. Το πράγμα περιπλέκει ακόμη περισσότερο ο πατέρας της που μπαίνει βίαια στο σπίτι ένα βράδυ ενώ ήταν μέσα ο Μενέλαος και η Νένα …


Η Μελίνα έχει σοβαρή σχέση με τον Γεράσιμο. Αλλά η ζωή τα φέρνει έτσι που χωρίζουν .
Ο Γεράσιμος λίγο καιρό μετά τα φτιάχνει με την Ντόρα. Η οικογένεια της Ντόρας έχει ξενοδοχείο στην Κρήτη.
Η Μελίνα αφού βγαίνει με διάφορους επί δυο σεζόν, τα φτιάχνει τελικά με τον Νεόφυτο, που έχει κι αυτός ξενοδοχείο στην Κρήτη.
Ο Νεόφυτος όμως χώρισε την Πηνελόπη για να είναι με την Μελίνα- και η Πηνελόπη καραδοκεί να πατήσει πόδι η Μελίνα στο νησί για να την ...τακτοποιήσει. Παράλληλα η Ντόρα, που ο Γεράσιμος την έχει πρήξει με την πρώην του, σκέπτεται ότι αν την πετύχει ποτέ μπροστά της θα την τακτοποιήσει, επίσης (οι τρεις γυναίκες δεν έχουν συναντηθεί ποτέ, αλλά η μια ξέρει την άλλη από φωτογραφίες στο facebook).
Ο Νεόφυτος καλεί τη Μελίνα στο νησί εκείνο το Πάσχα να γνωρίσει τη μητέρα του και να επισημοποιήσουν την κατάσταση. Η μητέρα του όμως δεν συμπαθεί την Μελίνα, διότι αυτή είχε όνειρο να παντρέψει τον κανακάρη της με την Ντόρα- που είναι ντόπια και πλούσια και να επεκτείνουν τις ξενοδοχειακές τους εγκαταστάσεις σε δυο μέρη νησιού.
Η Μελίνα βρίσκεται εκείνο το Πάσχα στην Κρήτη να δέχεται πυρά από την πρώην του νυν της (Πηνελόπη), τη νυν του πρώην της (Ντόρα) και τον νυν με τη μάνα του (που δεν την θέλει για νύφη της). Το πράγμα περιπλέκεται όταν καταφθάνει και ο πρώην με τη μάνα του (που την ήθελε νυφούλα της) και την συναντουν ξαφνικα τυχαια στο νησί, ενω και οι δυο τους ειναι έτοιμοι να αρραβωνιαστούν άλλους...

20.2.09

Μύθοι της ιστορίας των επιστημών

μόνο μια από τις δυο ιστορίες ειναι αληθινή

Η Carmina Calcadara, μια ζουμπουρλούδικη ναπολιτάνα, χτυπούσε για πολλοστή φορά την πόρτα του αφεντικού της, φωνάζοντας σε τραγουδιστά αγγλικά: «κύριε, πρέπει να βγείτε να φάτε ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ».
Ο Ισαάκ ήταν κλεισμένος στο εργαστήριο του, με τα παράθυρα αμπαρωμένα με σανίδες, ώστε να τρυπώνει μοναχά μια ακτίνα ηλίου. Μέσα στο σκοτάδι είχε χάσει το μέτρημα των ωρών, δεν μπορούσε πλέον να ξέρει αν ήταν συννεφιασμένη μέρα ή νύχτα με πανσέληνο. «
Κύριε Ισαάκ είστε δυο μερόνυχτα εκεί, θα σπάσω την πόρτα»!
Ο Ισαάκ άνοιξε και ενστικτωδώς έκρυψε με τον μπράτσο τα μάτια του, μιας και αυτό το ελάχιστο, μίζερο αγγλικό φως πόνεσε τις διεσταλμένες κόρες του.
«Τι ώρα είναι», την ρώτησε.
«Είναι τρεις το μεσημέρι Τετάρτης και είστε εδώ κλεισμένος από την Δευτέρα κύριε» είπε εκείνη με μητρικό ύφος.
«Και ο καιρός; Τι καιρό κάνει έξω»; Είπε ξεσφίγγοντας το χέρι από τα μάτια, ώστε να βρει σιγά- σιγά την όρασή του.
«Κάτι σύννεφα βαριά έχουν τυλίξει την πόλη, μια βαριά συννεφιά να πέσει να μας πλακώσει, κύριε»
Ο Ισαάκ ξερόβηξε. Κρατήθηκε από την πλάτη της και κατέβηκε τις σκάλες. Φόρεσε το χοντρό του παλτό και βγήκε έξω.
Η μέρα ήταν συννεφιασμένη μα ευωδίαζε άνθη. Περπάτησε σκυφτός στις αλέες και ξαφνικά σήκωσε το κεφάλι στον ουρανό: «αυτά τα βαριά σύννεφα γιατί δεν πέφτουνε στη γη; Ποιος τα κρατάει εκεί»; ειπε ειρωνικα μιμουμενος την φωνή της απλοϊκής καμαριέρας του.
Ξεστράτισε και μπήκε σ’ ένα χωράφι. Περπάτησε στις λάσπες κι έκανε τα παπούτσια του ελεεινά. «Αχ, κύριε Ισαάκ, σαν μωρό παιδί λερώνεστε καθηγητής- άνθρωπος» θα του έλεγε η Carmina μόλις γυρνούσε πίσω. «Και τα αστέρια κι οι πλανήτες, γιατί δεν πέφτουν κι αυτά; Και οι άνθρωποι. Αφού η γη είναι στρογγυλή και γυρίζει, γιατί δεν πέφτουν οι άνθρωποι»;
Περπατούσε και σκεφτόταν μέχρι που στο τέλος έκατσε κάτω από ένα δέντρο. Ο αέρας φυσούσε κι εκείνος κοίταζε τα σύννεφα που έτρεχαν μα δεν έλεγαν να πέσουν και τότε γκντουπ, ένα μήλο προσγειώθηκε στο κεφάλι του.
«Άουτς» είπε ο Ισαάκ, δε βρήκες άλλο μέρος για να πέσεις;» και κοίταξε από πάνω του τα κλαδιά. «Γιατί τα μήλα πέφτουν;» παραμίλησε τότε. «Γιατί τα μήλα πέφτουν και τα σύννεφα όχι; Τι τα τραβάει στη γη»;
Κι ο Ισαάκ επεστρεψε σπίτι τρώγοντας το μήλο και τρίβοντας το καρούμπαλο στο κεφάλι του. Άφησε τα λασπωμένα του παπούτσια έξω από την πόρτα και ξανακλείστηκε στο εργαστήριό του νηστικός, αφήνοντας την οπτική και αρχίζοντας να ζυμώνει στο νου του την ιδέα της βαρύτητας.

Ο Ίππασος κολυμπούσε μέσα στο λάδι. Πίστευε πως τα σκυλιά που είχαν αμολήσει πίσω του, θα έχαναν έτσι την οσμή του. Μες στο πιθάρι, η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά, που αν είχε φως θα έβλεπε τον ήχο της να μεταδίδεται σε ομοκέντρους κύκλους.
Στην εικόνα του κύκλου, σκέφτηκε αμέσως σχήματα και αριθμούς. Η καρδιά του ήρθε στην θέση της. Ο ρυθμός αναπνοής του επανήλθε. Για τον Δάσκαλο τα πάντα ήταν αριθμοί, και οι αριθμοί δεν ήταν ατάκτως ερριμμένοι στο σύμπαν. Δημιουργούνταν από τάξη και αυτήν αναπαρήγαγαν: την τάξη, την αρμονία του σύμπαντος. Τα πάντα ήταν αριθμοί και οι αριθμοί είχαν πάντα ένα τέλειο σχήμα.
Μέχρι που εκείνη η διαγώνιος προέκυψε. Μέχρι που εκείνη η καταραμένη διαγώνιος δεν μπορούσε να εκφραστεί με κανέναν αριθμό- ακέραιο ή κλασματικό. Τι χτύπημα ήταν η ανακάλυψη ενός τύπου αριθμών, όπως οι τετραγωνικές ρίζες, που δεν ταίριαζε με κανενός είδους διάγραμμα στιγμών, με κανένα τέλειο σχήμα. Και αυτοί οι αριθμοί ήταν πολύ κοινοί ήταν π.χ όλοι οι αριθμοί που αντιπροσώπευαν την διαγώνιο ενός τετραγώνου. Δεν ήταν κάτι που κρυβόταν εύκολα. Η τέλεια αντιστοιχία της αριθμητικής και της γεωμετρίας κατέρρεε. Και μαζί του κατέρρεε το σύμπαν των αριθμών -σχημάτων.
Δεν ξέρανε ποιος τους παρατήρησε πρώτος, γιατί κανείς δεν τόλμησε να δώσει το όνομά του σε αυτή την εφιαλτική ανακάλυψη και να γίνει ο μεγάλος προδότης της συμπαντικής αρμονίας. Και όταν μαζεύονταν τις νύχτες στα κρυφά, γι’ αυτούς να συζητήσουν, κανείς δεν τολμούσε να τους ονομάσει. Τι όνομα να έδιναν σε κάτι που δεν ισούταν με κανένα ακέραιο ή κλασματικό; Σε έναν ασύμμετρο, καμπούρη, κακομούτσουνο αριθμό, που αν ήταν άνθρωπος θα ξεφορτώνονταν στον Καιάδα. Ένα παραμορφωμένο αριθμητικό εκτόπλασμα: συγχρόνως άρτιος και περιττός, ένα τέρας την φύσης.
Οι Πυθαγόρειοι κράτησαν μυστική την ανακάλυψη τους και τους αποκαλούσαν «άρρητους» , δηλαδή ανέκφραστους- λες και φοβόνταν πως αν τους έδιναν όνομα θα αποκτούσαν φωνή και θα πρόδιδαν την ύπαρξη τους! Μα ο Ίππασος μέθυσε ένα βράδυ. Και μέσα στο μεθύσι του βλαστήμησε τους ουρανούς που τέτοια κατάρα έριξαν να μην μπορούν να εθελοτυφλούν στον άπειρο άρρητο κόσμο. Να τυφλωνόταν ζήτησε, ουρλιαζοντας στα ουράνια, παρά κατάματα να βλέπει το ασύμμετρο, το τερατώδες χάος.
Και τώρα ο Ίππασος είναι κρυμμένος στο πιθάρι με το λάδι. Μες το σκοτάδι είναι τυφλός, όπως το ζήτησε. Ακούει την πόρτα να ανοίγει, το ρουθούνισμα των ζώων. Ακούει τα βήματα των φίλων του που μαζί μοιράστηκαν θεωρίες και κρασί. Ξάφνου ησυχία. Ο Αρχέλαος σηκώνει το καπάκι.
«Λέγεται ότι εκείνοι που αποκάλυψαν πρώτοι το μυστικό των ασύμμετρων αριθμών χάθηκαν σε ένα ναυάγιο. Γιατί το ανέκφραστο και το άμορφο πρέπει να αποκρύπτεται. Και όσοι αποκάλυψαν και άγγιξαν μια τέτοια μορφή ζωής καταστράφηκαν στη στιγμή και θα μείνουν για πάντα έρμαια των αιώνιων κυμάτων» και με το χέρι του πίεζει το κεφάλι του Ίππασου μέσα στο υγρό...

11.9.08

Εξωφρενικές μηνύσεις #2

Μια από τις δυο ιστορίες είναι αληθινή

Η Jennifer Adams ετών 9 απ’ το Σινσινάτι δεν είχε δει ποτέ ακρογιαλιά. Πλην όμως πήγαινε ανελλιπώς στο Κατηχητικό και μάθαινε τους βίους των Αγίων και τους άθλους των θρησκευτικών ηγετών. Όταν ο μπαμπάς της πήρε προαγωγή η οικογένειά της αποφάσισε να πάνε διακοπές στη Florida, όπου η Jennifer θα μπορούσε να κολυμπήσει στον ωκεανό. Οι γονείς της της έβαλαν μπρατσάκια και η μικρή πλατσούριζε χαρωπά.

Μα στις τρεις μέρες πάνω που πήρε αέρα και νόμιζε πως μπορεί να κολυμπήσει χωρίς αυτά η Jennifer βρέθηκε με το κεφάλι στον πάτο της θάλασσας χωρίς να μπορεί να αντιδράσει: θέλοντας να αναπαραστήσει το μεγάλο θρησκευτικό της ίνδαλμα, τον Ιησού που περπάτησε πάνω στη θάλασσα, φόρεσε τα μπρατσάκια στα πόδια, περιμένοντας πως θα την κρατούσαν στην επιφάνεια του νερού.
Οι γονείς της μήνυσαν την εταιρία που έφτιαχνε τα μπρατσάκια επειδή είχαν σήμα για το πού έπρεπε να φοριούνται αλλά δεν είχαν σήμανση για το πού δεν έπρεπε π.χ στα πόδια. Η εταιρία με τη σειρά της έκανε μήνυση στον ιερέα της ενορίας που έμενε η Jennifer, ο οποίος μάθαινε στα παιδιά καλά θρησκευτικά μα κακή φυσική με επικίνδυνα για την υγεια τους αποτελέσματα.
Τελικά η εκκλησία πλήρωσε την ψυχική οδύνη των Adams ως «αμέλεια» με $ 106.000

Το εστιατόριο «Buffalo Trail» ήταν διάσημο για τις ζουμερές μπριζόλες του, αν και τα τελευταία χρόνια είναι παγκοσμίως γνωστό για την απίστευτη ατυχία του ιδιοκτήτη του. Πριν κάποια έτη, το εν λόγω εστιατόριο της Φιλαδέλφειας αναγκάστηκε πληρώσει αποζημίωση $113,500 στην Amber Carson, μια κοντόξανθη bimbo που, αιωρούμενη στις γιγάντιες, κακόγουστες φούξια λουστρίνι πλατφόρμες της, γλίστρησε πάνω σε ένα κουτάκι
αναψυκτικού κι έσπασε τη λεκάνη της πέφτοντας στο πάτωμα.
Η γκαντεμιά του ιδιοκτήτη ήταν ότι ήταν το αναψυκτικό βρισκόταν στο πάτωμα επειδή ένα λεπτό προηγουμένως, η Amber το είχε εκσφενδονίσει πάνω στον φίλο της, στην έκρηξη ενός καυγά. Οπότε το κουτάκι βρέθηκε εκεί μετά από απόκρουση του αγκώνα του τύπου, που έκλεισε ακαριαία για να προστατεύει το πρόσωπό του. Το επιχείρημα της Amber ήταν ότι τα πατώματα θα έπρεπε να καλύπτονται από …αντιολισθητικές μοκέτες και όχι πλακάκια που γλιστρούν.
Υ.Γ: Η σερβιτόρα που είχε βάρδια εκείνη την ημέρα έχασε τη δουλειά της, επειδή δεν τόλμησε να πλησιάσει και να μαζέψει τα πράγματα που έπεφταν απ’ το τραπέζι.

21.8.08

Εξωφρενικές μηνύσεις

Μια από τις δυο ιστορίες διαδίδεται ως αληθινή...

O 52χρονος Luther Maximilian από το Illinois μέτραγε αρκετά κιλά πάνω από το φυσιολογικό του βάρος. O γιατρός που τον κούραρε σύστησε τουλάχιστον μια ώρα αεροβική άσκηση την ημέρα, υπό την μορφή γρήγορου βαδίσματος. Ο Luther πήγαινε συνήθως μια βόλτα 8 οικοδομικών τετραγώνων μετα τη δουλειά του και επέστρεφε σπίτι του.
Μια μέρα όμως, κουρασμένος καθώς ήταν, άνοιξε το στόμα του περπατώντας για να χασμουρηθεί και χράπ, ένα έντομο μπήκε μέσα. Ο Maximilian τρόμαξε, έβηξε, έφτυσε, κατάπιε, ξεροκατάπιε και τελικά το έρ'μο έντομο κατέληξε να λιώνει στα γαστρικά του υγρά.
Ο Luther Maximilian μήνυσε τον Δήμο και τους ιδιοκτήτες των γειτονικών παρτεριών επειδή δεν είχαν ψεκάσει του κήπους τους, με αποτέλεσμα να κυκλοφορούν ελευθέρα σμήνη εντόμων επικίνδυνα για την υγειά των περιοίκων. Οι εναγόμενοι πλήρωσαν $83.0005 για ψυχική οδύνη.

Ο 19χρονος Carl Truman από to Los Angeles έψαχνε πάντα τρόπους να κερδίσει χρήματα χωρίς κόπο. Εκείνο το βράδυ είχε τρυπώσει κάτω από το αμάξι του γείτονά του και, αφού είχε ήδη κλέψει τα τάσια δεκαπέντε μέρες πριν, τώρα προσπαθούσε να κλέψει και τις ζάντες απ’ τους τροχούς. Το κακό ήταν ότι ο Truman είχε καπνίσει αρκετή μαριχουάνα και δεν μπορούσε να διακρίνει αν
όντως άκουγε ψιθύρους ή αν έφταιγε ο χορός του χόρτου μέσα στο κεφάλι του. Το σίγουρο είναι πώς δεν πήρε είδηση ότι ο γιος του γείτονα, ο οποιος χαμουρευόταν για ώρα μέσα στο αμάξι με την κοπέλα του, έβαλε μπροστά τη μηχανή για να την γυρίσει σπίτι της. Αν το είχε καταλάβει πιθανόν να είχε μαζέψει το χέρι του, πριν το πατήσει η ρόδα του αυτοκινήτου.
Ο Truman κέρδισε $74,000 και ιατρικά έξοδα επειδή ο γιος του γείτονα που πέρασε με το αυτοκίνητο πάνω απ’ το χέρι του, δεν είχε δίπλωμα! Φυσικά ο Truman αναγκάστηκε να πληρώσει τα 2/3 για να εξαγοράσει την ποινή του για κλοπή και τα υπόλοιπα για να ξαναγοράσει τις ζάντες στον γείτονά του.

7.8.08

Το τέλος είναι η αρχή είναι το τέλος

Μια από τις δυο ιστοριες είναι αληθινή
Ήταν στα 19 της που η Sylvia Tornado ερωτεύτηκε τον Giovanni Barteggi- άνδρα γλυκό και περιποιητικό, που ήξερε να υπερασπίζεται και να φροντίζει μια γυναίκα, να της γράφει ποιήματα και να την εκθειάζει στα γραπτά του. Μα ο Giovanni ποτέ δε ζήτησε κάτι παραπάνω από τη φιλία της και έφυγε να πάει να δουλέψει σε τυπογραφείο στη Φλωρεντία.
Η Sylvia παντρεύτηκε και μετακόμισε στον τόπο του συζυγου της. Εκει όμως δεν έπαψε, χρόνια πολλα μετά, να θυμάται και να σκέφτεται τον Giovanni και να τον φαντάζεται με λιγότερα μαλλια, με περισσότερα κιλά, μα με το ίδιο ζεστο βλέμμα να την τυλίγει.
Δέκα χρόνια αργότερα βρέθηκαν στη Φλωρεντία και πήγε στο τυπογραφειο να τον αναζητήσει. Της είπαν "πως άργησε να τον ψάξει". Ο Giovanni είχε αυτοκτονήσει δυο χρόνια πριν.
Τον ίδιο καιρό στη δουλεια έφεραν νέο διευθυντή πωλήσεων. Τον ερωτεύητκε με την πρώτη ματια και δε μπορούσε να καταλάβει πώς έγινε αυτο- δεν ήταν ο τύπος της ούτε και κανένας Αλεν Ντελόν, ώσπου μια μέρα που τον παρατηρούσε, εκεινος ανασηκωσε τα γυαλιά του με ένα τρόπο που εκεινη αναφώνησε "έχει τις κινησεις του Giovanni... Κάτω απ' το δέρμα μοιαζει στον Giovanni μου"!
O πωλητής ήταν εργένης και συναψε μαζι της σχέση ερωτική κι εκεινη επιτέλους, με 20 και βάλε χρόνια καθυστέρηση, ζούσε τον έρωτα που ειχε ονειρευτει. Γιατι ο Marcello έμοιαζε μετενσάρωση τους Giovanni της σε ένα ξένο κορμί.
Ώσπου ένα καλοκαίρι η Sylvia έφυγε οικογενειακώς για διακοπές και όταν γύρισε δυο μήνες μετά o Marcello είχε χαθει από το μαγαζί. Στο τηλέφωνο κανεις δεν απαντούσε, τα γράμματα είχαν γυρίσει πίσω κλειστά και στο σπίτι του ο νέος αγοραστής της είπε πως "αγόρασε το σπιτι από μεσίτη, δεν ξέρει τίποτα για τον παλιο ιδιοκτήτη".
Η Sylvia δεν πίστευε ότι έχασε για δεύτερη φορά τον Giovanni με τον ίδιο αλλοκοτο τρόπο. Απλα εξαφανίστηκε από προσώπου γης.
Πολλα χρόνια μετά, η μεγάλη κόρη της η Blanca που είχε γίνει αρχαιολόγος, της έστειλε φωτογραφίες από μια ανασκαφή σ' ένα Σικελικο χωριό. Η Sylvia είδε την κορη της σε πρώτο πλάνο και πίσω της είδε έναν ψηλό τύπο με γυαλιά, με ένα ρολόι με μπλε λουράκι και ένα πουκάμισο λινο σαν του Giovanni. Η Sylvia τον είδε και τον αναγνώρισε, τόσα χρόνια μετά, εκεινος δεν είχε αλλάξει.
Οι Ινδιάνοι φοβούνται τις φωτογραφίες γιατι λένε πως σου κλέβουν την ψυχή. Ήταν αλήθεια. Κι εκεινη η φωτογραφία είχε καταφέρει να απεικονήσει μια ψυχή: το φάντασμα του Giovanni της.
Η Sylvia πέθανε από τη συγκίνηση και πήγε επιτέλους να τον βρει.
Η κόρη της που νομισε ότι πέθανε απ΄τη χαρά για τα ευρυματά της, ποτέ δεν καταφερε να ξεπεράσει τις ενοχές της και τη θλίψη που επισκίαζε όλες τις κατοπινές επιτυχίες της...
Η Stella Del Ettore ήταν κόρη παπά. Εκεινος ηλιου αχτιδα δεν άφηνε να τη δει, κι έτσι κανένας στο χωριο δεν την γνωρισε για να την παντρευτει. Μονάχα ο γιος του γείτονα καμια φορά την έβλεπε κρυφά, όταν ο πατέρας της τη συνόδευε στο Παρθεναγωγειο ή στην εκκλησιά. Ντυμένη ως το λαιμό, με μαντίλι στα μαλλιά, σαν θλιμμένη χλωμή Παναγιά.
ο Angelo Bruncci, του γείτονα ο γιος, σαν έγινε 18 πήγε και ζήτησε το χέρι της μα ο πατήρ- Frangellico τον ξαπόστειλε "που θαρρεις θα δώσω την κορη μου στον ξεβράκωτο, το παρταλι του χωριου". Κι έκλεισε την κόρη του σε μοναστηρι μέχρι να βρει γαμπρο να της αξίζει.
Μα εκεινη μην αντέχονταςνα ζει πια ζωη φυλακισμένης, κλέφτηκε μ' έναν μάστορα που επισκεύαζε τις στερνες στη Μονη. Εκανε μαζι του δυο παιδιά και έζησε ζωή θλιβερή -χωρις λεφτά, με μπεκρουλιασματα και ξυλοφορτώματα καθημερινά.
Ο Θεός έδωσε και ο Χάρος τονε πήρε στα 10 χρόνια γάμου μα έπειτα άρχισε δεύτερος Γολγοθας: να βρει δουλεια, να μεγαλώσει τα παιδιά της, να τα προικίσει -και ούτε να τολμησει βοηθεια να ζητησει απ' τον παπά, ούτε που έμενε δεν το χε πει μην τη βρει και την ξεκάνει να ξεπλύνει τη ντροπή.
Μα τα έβγαλε πέρα παληκαρίσια και πια, στα 50 της, που είχε παντρέψει τα παιδιά της και ζούσε μόνη με τα υφαντά της, πέθανε ο παπάς. Πήγε πίσω στο χωριο στην κηδεια του πατέρα της μα εκει είδε τον Angelo Bruncci. Χήρος αυτος και με ένα μεγάλο γραφειο τελετών δικο του.
Μόλις την είδε τα μάτια τού μούσκεψαν κι εκεινη χαμογέλασε κι έπεσε ο ένας στην αγκαλια του άλλου- σαν να είχαν ξαναγίνει παιδια, σα να είχαν ξαναγεννηθει. Την ειπε ότι θέλει να την παντρευτει και η ζωή η υπολοιπη θα ήταν δική τους. Κι εκεινη, που τόσα χρόνια δεν παντρεύτηκε "άλλο νταη δε βάζω εγώ στο κεφάλι μου" δέχτηκε.
Μα το μικρο θαυμα τρεις μέρες και το μεγάλο τέσσερις, και στο τρίμηνο πάνω ο Angelo μαθαινει πως έχει ηπατίτιδα C και ένα μηνα μετά, "φεύγει" απ τη ζωή της, όπως είχε μπει: αιφνιδίως.
Μα ο έρωτας πεθαινει τελευταιος. Η Stella έζησε τα υπολοιπα χρόνια της ευτυχισμένη που τον ξαναβρήκε, να μνημονευει τις λίγες στιγμές κοντα του σαν να έζησαν μια ολοκληρη ζωη μαζι.

10.7.08

Το αδύναμο φύλο

(φημολογείται ότι μια από τις δυο ιστορίες είναι αληθινή)

Genova, Italy, 1978.
Ο Giorgio T. βάδιζε στους δρόμους της Genova με το ανοιξιάτινο κοστούμι του, όταν ένα αυτοκίνητο σταμάτησε πλάι του. Η οδηγός άνοιξε το παράθυρο κι εκείνος έσκυψε ενστικτωδώς, νομίζοντας ότι θέλει να τον ρωτήσει για κάποια οδό. «If beauty had a name it would be yours, so don’ t tell me your name cause I already know i
t, my Βeauty! Would you like to have a drink with me?» τον ρώτησε με κακά αγγλικά.
Η γυναίκα ήταν 50άρα και το έδειχνε, ταλαιπωρημένη περισσότερο και λιγότερο καλοβαλμένη θα την χαρακτήριζες. Επιπλέον δεν έμοιαζε ξένη. Εκείνος, 25άρης στην ηλικία αν και πολύ μεγαλύτερος σε σεξουαλικές εμπειρίες, της χαμογέλασε για το κομπλιμάν και έκανε να φύγει. Η γυναίκα άνοιξε την πόρτα και τον ακολούθησε με τα πόδια, παρατώντας το αμάξι ανοιχτό και κλείνοντας το δρόμο πίσω της. Κορναρίσματα, φωνές κι εκείνος, «No, don’ t do that» της είπε με τα δικά του κακά αγγλικά, «don’ t leave the keys on, somebody may steal your car» κι έτρεξε προς το αυτοκίνητο. Εκείνη μπήκε μαζί του στο fiat και «that was the best thing to do!», του είπε και προχώρησε με το αμάξι λίγο παρακάτω όπου και ξανασταμάτησε σε έναν χώρο που δεν ενοχλούσε.
Του είπε ότι είναι Ισπανίδα και ζήτησε το τηλέφωνό του. Είπε ότι θέλει πολύ να πιουν μαζί ένα ποτό. Εκείνος της είπε ότι έχει γυναίκα κι εκείνη του είπε ότι κι αυτή έχει άντρα αλλά δεν είναι Ιταλός. «Η γυναίκα σου είναι Ισπανίδα;» τον ρώτησε. «Δε θες να δοκιμάσεις μια έμπειρη πληθωρική Ισπανίδα»;
Έδωσε το τηλέφωνό του για να την ξεφορτωθεί, με την προοπτική να μην απαντήσει αν τον πάρει. Ήταν σαφέστατο ότι δεν ήταν ξένη, έμοιαζε με μεσόκοπη Ιταλιάνα που έψαχνε ζιγκολό. Απ’ την άλλη γιατί να μην έβγαινε μαζί της για ένα ποτό και να της έδινε ένα μάθημα…
Πράγματι το επόμενο βράδυ του έδωσε ραντεβού σε ένα πολύ καλό μπαρ. Ήπιαν ένα ποτό και ευθύς αμέσως αυτή τον ρώτησε αν θέλει να πάνε στο ξενοδοχείο της. Εκείνος της είπε «δεν ξέρω τι κάνουν στην Ισπανία αλλά στην Ιταλία δεν πηδάς κάποιον μόνο με ένα ποτό!». Εκείνη γέλασε και του έδειξε τα λεφτά. «Φτάνουν αυτά Λατίνε εραστή μου»;
Πήγαν στο δωμάτιο και μόλις είχαν βγάλει τα ρούχα τους όταν εκείνος καβάλησε πάνω της και της είπε στα Ιταλικά «γιατί έπαιξες όλο το παιχνίδι, ας έλεγες πως είσαι Ιταλίδα που θέλει να πηδάει τεκνά, με τόσα λεφτά δε χρειαζόταν παραμύθι μωρό μου». Και τότε εκείνη του είπε «κι εσύ γιατί είπες το παραμύθι ότι έχεις γυναίκα αφού είσαι απλά ένας ζιγκολό και θα πήγαινες με οτιδήποτε για τα λεφτά μωρό μου»; Της άστραψε ένα χαστούκι και τότε εκείνη, χωρίς αυτός να καταλάβει πώς, με μια παράξενη αιφνιδιαστική λαβή τον έβαλε από κάτω και τράβηξε το πορτοφόλι από την τσάντα της. Έβγαλε την ταυτότητά της. Αστυνομική.
«Λοιπόν θα το αναλύσουμε κι άλλο το ζήτημα ή θες να σε πάρω στο τμήμα και να σου χώσω το κλομπ εκεί που πρέπει για να με πηδήξεις τελικά»;
Ο Giorgio προσπάθησε πολύ να αποδώσει με τον πιστόλι κολλημένο στον κρόταφο και την μπατσίνα να του δίνει παραγγέλματα. Όταν τελικά με πολύ ιδρώτα και κόπο τα κατάφερε εκείνη έφυγε μαζεύοντας το μάτσο τα χαρτονομίσματα λέγονται πώς «δεν τ’ άξιζε τα λεφτά του- και ίσως να μην άξιζε να του χαρίσει τη ζωή». Αλλά τελικά τον άφησε να ζήσει. Ντροπιασμένος. Βιασθής από γυνή…

Rhode Island, U.S. 1978
Ο George S. είχε ένα εργοστάσιο πλαστικών στο Providence της Αμερικής. Επίσης είχε σύζυγο και μια ωραιότατη γραμματέα ερωμένη. Το καλοκαίρι εκεί στο Rhode Island ο ήλιος μπορεί να σε τρελάνει και οι θερμοκρασίες μοιάζουν με αυτές της Αθήνας με καύσωνα. Στον ήλιο λοιπόν και στην υπερθέρμαση έριξαν το φταίξιμο οι ασφαλιστικές εταιρίες όταν μια ισχυρή έκρηξη στην αποθήκη γκρέμισε όλο σχεδόν το εργοστάσιο. Όλο εκτός από τον διαχωριστικό τοίχο του γραφείου. Έτσι ο George S. γλίτωσε ως εκ θαύματος από βέβαιο θάνατο.
Μετά από μέρες περίθαλψης γύρισε στο γκρεμισμένο εργοστάσιο και συγκεκριμένα εκεί που κάποτε ήταν το γραφείο του να ψάξει για πολύτιμα απομεινάρια. Και λέγοντας αυτό δεν εννοούμε μόνο το ταυτότητες, διπλώματα, συμβόλαια και τα σχετικά έγγραφα. Εννοούμε και χρήματα και κυρίως χρυσαφικά- εν προκειμένω το ένα που είχε αγοράσει για τα γενέθλια της ερωμένης του και είχε κάρτα μέσα: αν το έβρισκε ποτέ η γυναίκα του όλα θα έβγαιναν στη φόρα.
Και ο George S. ήταν ένας ευυπόληπτος πολίτης του Providence και αυτό που του είχε συμβεί- να φτάσει τόσο κοντά στο θάνατο και να γυρίσει πίσω- τον είχε κάνει να θέλει να βάλει τη ζωή του στον ίσιο δρόμο. Η ρεαλιστική κατάρρευση του εργοστασίου και η οικονομική του πτώση ήταν μια τιμωρία, ένα θεϊκό σημάδι ότι είχε ξεστρατίσει. Αλλά ο Θεός του χάρισε τη ζωή για να επανορθώσει… Θα έβρισκε λοιπόν το δώρο για την γραμματέα. Θα έβγαζε την κάρτα από μέσα. Και θα το χάριζε στη γυναίκα του, που ξαγρυπνούσε στο πλευρό του σε όλες τις μέρες και τις νύχτες της πτώσης του.
Όπως είχε πέσει στα γόνατα κι έψαχνε ένα φορτηγό- γερανός πέρασε από τον διπλανό δρόμο. Το έδαφος συντονίστηκε και τραντάχτηκε, κι άξαφνα κι απότομα κατέρρευσε εκείνο το μοναδικό όρθιο κομμάτι τοίχου. Και τον πλάκωσε.
Μέσα από τις σκόνες φάνηκε σαν φάντασμα η κατασκονισμένη φιγούρα της γυναίκας του. Στο χέρι της αντί βραχιολιού είχε τυλίξει ένα πανάκριβο περιδέραιο. Και στα δάχτυλα έσφιγγε την διαθήκη, που ήταν στο όνομά της. Πoτε δεν αποδείχθηκε αν αυτή έριξε τελικά τον τοίχο.

27.6.08

Με τον τρόπο της Ινδιάννας: Αλλόκοτα Συμβάντα

[Η Ινδιάννα έγινε Εσκιμώα και αυτή τη στιγμή κάνει διακοπές στη Λαπωνία. Αναγνωρίζοντας τη συμβολή της σε αυτό το μπλογκ αποφάσισα να μιμηθώ τα ύφη της σε μια σειρά από ιστορίες, για όλο το διάστημα που θα λείπει. Άμμος]

(Αν και τα πρόσωπα είναι υπαρκτά, μία μόνο από τις δύο ιστορίες είναι αληθινή.)

Η Ελεωνόρα, παλιά φίλη, παχύσαρκη, σεξομανής και με παθολογική αγάπη για τις γάτες, κάποια στιγμή αποφάσισε ότι έχει διερευνήσει αρκετά την ετεροφυλόφιλή της πλευρά. Κατά την πρώτη όμως περιπλάνηση σε λεσβιακά και γκέι μπαρ της Αθήνας, κατάφερε να γνωρίσει όχι γυναίκα, αλλά έναν ψηλό και γυμνασμένο άντρα, τον Αργύρη, με αραιά δόντια, τεράστιο πέος και όπως φάνηκε στην πορεία, αρσενική πόρνη στο επάγγελμα. Η Ελεωνόρα πάντα εκτιμούσε το μεγάλο μέγεθος στους άντρες και έτσι άφησε κατά μέρος τους προβληματισμούς που της έθεσα για τα δόντια του Αργύρη, το επάγγελμά του, το σταθερό γκόμενό του - αρχισυντάκτη μιας κυριακάτικης εφημερίδας, όπως και το ότι ο Αργύρης ήταν παντρεμένος με παιδί. Όταν μάλιστα ο σπιτονοικοκύρης τους έκανε έξωση, η Ελεωνόρα προθυμοποιήθηκε να φιλοξενήσει την οικογένεια προσωρινά, σκεπτόμενη ότι η καλή της πράξη θα μπορούσε ωραιότατα να συνδυαστεί με ακατάσχετο σεξ από τον Αργύρη. Ο ίδιος όμως αποδείχτηκε εξίσου σεξομανής με την Ελεωνόρα καθώς ο πρώτος λογαριασμός τηλεφώνου ήταν υπέρογκος, γεμάτος με τηλεφωνήματα σε ροζ γραμμές 090. Η Ελεωνόρα ζήτησε από την οικογένεια να φύγει σύντομα από το σπίτι, αυτοί αρνήθηκαν λέγοντας ότι δεν είχαν καμία σχέση με τα ροζ τηλέφωνα αλλά και πουθενά να πάνε, κι έτσι επενέβη αναγκαστικά η αστυνομία. Τελευταία φορά που είδα την Ελεωνόρα, πριν χρόνια, ήταν σχεδόν αποκλειστικά λεσβία.

Η Φωτούλα, παλιά συμφοιτήτρια, λιπόσαρκη, παρθένα και πιστή χριστιανή, με ερωτεύτηκε σχεδόν την ίδια μέρα που με γνώρισε, αισθανόμενη ότι είχε βρει επιτέλους έναν άντρα που να συνδυάζει εξωτερική εμφάνιση με υψηλή ευαισθησία. Δυστυχώς από τη μεριά μου ο μόνος τύπος γυναίκας που δε μου αρέσει σχεδόν ποτέ είναι οι υπερβολικά αδύνατες, ενώ έχω και χαμηλό ενδιαφέρον για τις θρησκείες, οπότε η σχέση μας από την αρχή κατευθύνθηκε προς τη φιλία, (ή τον πλατωνικό έρωτα σύμφωνα με τη Φωτούλα). Η συχνή επαφή μου τη Φωτούλα την ωφέλησε ή τη διέφθειρε, ανάλογα με τη σκοπιά που θα το δει κανείς: σιγά σιγά είδε με κριτικό μάτι τις θρησκευτικές εμμονές της, άρχισε να βγαίνει έξω τα βράδια, να βάφεται, ενώ ο συνδυασμός γυμναστηρίου με εξόδους σε ταβέρνες γρήγορα της έδωσαν τις καμπύλες που της έλειπαν όλα τα προηγούμενα χρόνια. Η μετατόπιση αυτή ήταν όμως και ιδεολογική, όλο και συχνότερα την ενδιέφερε να συζητήσει για μόδα, γκόμενους και σεξ, όλο και λιγότερο για τα συναισθήματά της, την επιστήμη και την πολιτική. Άλλαξαν οι παρέες μας, χαθήκαμε και κάποια στιγμή έμαθα ότι είχε πάει για μεταπτυχιακά στο Λονδίνο, όπου γνώρισε το γιο ενός Κύπριου εφοπλιστή και ετοιμάζονταν να παντρευτούν.

12.6.08

Όποιου είναι η μοίρα του να πνιγεί, ποτέ του δεν πεθαίνει

(μια από τις δυο ιστορίες είναι αληθινή)

Το 1983 η κυρία Meredith Carson που διέμενε στη Ορλεάνη, εκεί που ετοίμαζε τη βραδινή της σαλάτα έπεσε φαρδιά- πλατιά στο πάτωμα. Το δάχτυλό της ήταν κομμένο στην άκρη του και εκείνη βρέθηκε λίγες ώρες μετά, από μια γειτόνισσά της,
νεκρή μέσα στο αίμα.
Άρον- άρον ήρθε η κόρης της από τη Νέα Υόρκη να παραστεί στην τελετή- την όποια ανέλαβαν να ετοιμάσουν οι δυο ηλικιωμένες γειτόνισσες της εκλιπούσας.
Στο σπίτι της κυρίας Carson συγγενείς και φίλοι έχουν μαζευτεί γύρω από το ανοιχτό φέρετρο για να δώσουν τον τελευταίον ασπασμό. Φτάνει και η κόρη, διασχίζει τον Χορό των μοιρολογίστρων, πλησιάζει τη μητέρα και της πιάνει το χέρι, σκύβει και της μιλά. Μα ξαφνικά, η μάνα ανασηκώνεται απότομα απ’ το ανοιχτό φέρετρο και κοιτάει με χαρά τους καλεσμένους της νομίζοντας ότι έχει γενέθλια και έχουν έρθει να της ευχηθούν!
Η καημένη γριούλα τρομαγμένη από το κομμένο δάχτυλο και το αίμα είχε πάθει εγκεφαλικό και έπεσε σε κώμα, ενώ οι υπόλοιποι στο χωριό νόμιζαν ότι έπαθε καρδιακή προσβολή και ήταν έτοιμοι να τη θάψουν! Το πλήθος έμεινε αποσβολωμένο και βουβό ενώ η κόρη δίπλα της σωριάστηκε με ανακοπή καρδιάς απ’ το ξάφνιασμα. Η κα. Carson έζησε άλλα 27 χρόνια…


Στα μέσα των ‘90ς, η Jessica Debris γνώρισε τον Frank Mentalson μέσω της στήλης του σε τοπική εφημερίδα του San Francisco, όπου ανέλυε ζητήματα σχετικά με την τεχνολογία. Το pc της Jessica είχε χαλάσει κι εκείνος της το έφτιαξε «τηλεγραφικά» -λέγοντας της τι να κάνει μέσω mail. Εκείνη τον κάλεσε σε δείπνο για να του ξεπληρώσει τη δουλειά. Το δείπνο πήγε καλά και η Jessica και ο Frank άρχισαν να βγαίνουν.
Η αλήθεια είναι ότι ο Frank δεν της είχε δώσει κανέναν όρκο μονογαμίας ούτε και της έταξε κάτι σοβαρό και μακροχρόνιο αλλά έκανε το λάθος, σε μια στιγμή ενθουσιασμού, να της φτιάξει ένα πρωτότυπο βραχιόλι από πολύχρωμα καλώδια χαλασμένων υπολογιστών. H
Jessica πήρε τo ιδιότυπο, προσωπικό αυτό δώρο ως βέρα και το θεώρησε ένα πρώτο σκαλοπάτι για την εκκλησία. Αλλά δεν ανέβηκε δέυτερο σκαλί αφού τρεις μήνες μετά ο Frank απλά της είπε ότι δεν χρειάζεται μια ερωτική σχέση και χάθηκαν.
Μια νύχτα η
Jessica, σε κρίση υπαρξιακών και γεμάτη μπέρμπον μέχρι το λαιμό, τράβηξε τις άκρες από το βραχιόλι της, έχωσε την μια απόληξη του καλωδίου στην πρίζα και έπειτα και την άλλη. Η μεταφορική ιδέα ήταν ότι θα πέθαινε δέσμια αυτού του έρωτα αλλά τα καλώδια ήταν λεπτά και δεν άντεξαν και πολύ. Έτσι η Jessica έπαθε ένα δυνατό ηλεκτροσόκ και μετά τα σύρματα έλιωσαν και απλά τινάχτηκε στον απέναντι τοίχο. Όταν συνήλθε κατάλαβε ότι είχε πάθει μόνιμη βλάβη στο κεφάλι: τα μαλλιά της είχαν φριζάρει απ’ τον ηλεκτρισμό οριστικά και αμετάκλητα και συνέχισε την υπόλοιπη ζωή της με άλλον σύντροφο και με άφρο μαλλί…

15.5.08

DOA (dead on arrival)

Μια από τις δυο ιστορίες είναι αληθινή, η άλλη εμπνευσμένη απ΄τον Tom Waits (να ναι καλά ο Γ.Φ και το βιβλίο που μου χάρισε)! :)

Στη Νέα Υόρκη του 1987, εποχή που η μουσική ραπ βρίσκεται σε μεγάλη έξαρση και ο Spike Lee κινηματογραφεί τη ζωή στα γκέτο, ο DMA -ήτοι Danny Mac Adams- είναι λευκός που ζει στο Μπρονξ. Οι συμμορίες δεν σκοτώνονται ακόμα με πιστόλια και η εποχή του break- dance είναι λίγο πίσω: οι νταήδες πλέον ανταγωνίζονται με τη μουσική και όχι τόσο τον στίχο όσο τον ήχο. Την ένταση. Τα τεράστια κασετόφωνα της εποχής έχουν τα ντεσιμπελ στο τέρμα και οι ράππερ στραβοκοιτάνε όποιον δείχνει να ενοχλείται.
Ο DMA είναι λευκός και προσπαθεί να κερδίσει τον σεβασμό. Έτσι εγκαθιστά στην σαράβαλη μπιούικ του πατέρα του ένα τεράστιο στερεοφωνικό σύστημα, ενισχυτές και πελώρια ηχεία με γούφερ. Ανεβοκατεβαίνει με το αμάξι στους δρόμους και ο θόρυβος –διότι από την ένταση περί θορύβου πρόκειται – φτάνει μέχρι τους ψηλότερους ορόφους των κτηρίων. Ο DMA είναι ο αδιαφιλονίκητος αρχηγός του θορύβου της πόλης –και πράγματι τον σέβονται.
Αυτή η ιστορία κράτησε περίπου για 5 μήνες, ο DMA και η μουσική δυνατά, και η μπιούικ να τρίζει, και η άσφαλτος να δονείται, τα μωρά να κλαίνε, οι γέροι να παθαίνουν πάρκινσον και η μπιούικ να τρέμει και κάθε μπουλόνι και βιδούλα της να τρέμει και μια μέρα εκεί που πήγαινε στο δρόμο η μπίουικ έκανε ένα κρακ και έφυγε όλος ο πίσω αριστερός τροχός μαζί με τη ζάντα. Το αμάξι σούρθηκε για λίγο στο έδαφος και όσο σερνόταν έπεσε και η μια πίσω πόρτα καθώς και η εξάτμιση. Όταν σταμάτησε στη μέση της 52 οδού, ο DMA βγήκε έξω και ούρλιαξε ότι «θα σκίσει τον κώλο του καριόλη που του πείραξε το αμάξι».
Μιας όμως και ήταν σε γκέτο συνέβη ακριβώς το αντίθετο: αφού οι μαύροι έκαναν τον αθυρόστομο και προσβλητικό λευκό τόπι στο ξύλο, λεηλάτησαν πλήρως τα μηχανήματα της μπιούικ και τον άφησαν εκεί αιμόφυρτο. Λίγο πριν φτάσει το ασθενοφόρο ένας κοκκαλιάρικο μαυράκι με γυαλάκια τον πλησίασε και του είπε ότι «κανείς δεν είχε πειράξει το αμάξι σου: τα γούφερ με το συνεχές χτύπημα των μπάσων, λίγο λίγο κάθε μέρα άρχισαν και χαλάρωναν τα μπουλόνια στο αυτοκίνητο με αποτέλεσμα λίγο καιρό μετά απλά να ... αποσυναρμολογηθεί»! Και έσπρωξε τα γυαλια του κοντά στα μάτια σε φάση «δεν πήγες ποτέ σχολείο, μεγάλε»?
O DMA όταν έφτασε στο νοσοκομείο ήταν ήδη DOA.

Στη Νεα Υορκη το 1977, εποχή της ντίσκο και των τεράστιων κλαμπ, έναν φτωχός 17χρονος μαύρος ονόματι Jakardi Thomas παρασύρεται από γυαλιστερή λιμουζίνα. Μιας και είναι νέος ακόμα σε ηλικία και προφανώς εκπαιδευμένος στην κακουχία, ο νεαρός Jakardi φαίνεται να μην έχει πάθει τίποτα από την πτώση και κάνει να σηκωθεί.
Ο κολλητός που βρίσκεται δίπλα του, του λέει να μην είναι ζώον, να κάτσει χάμω ακίνητος και να κάνει τον ψόφιο κοριό γιατί αυτή η λιμουζίνα θα ανήκει σε κανέναν πάμπλουτό και καλά θα κάνει να διεκδικήσει χρήματα από την ασφαλιστική εταιρία του. Για να είναι μάλιστα πιο πειστικός, ο φίλος τον πιάνει απ’ τον γιακά και τον αφήνει να σκάσει με το κεφάλι στο έδαφος –μήπως πάθει καμία διάσειση και κερδίσει κάτι παραπάνω.
Με την δεύτερη πτώση ο νεαρός Jakardi ζαλίζεται και πραγματικά αυτή τη φορά δείχνει ζαβλακομένος. Βλέπει το παράθυρο της λιμουζίνας να ανοίγει, νομίζει ότι βλέπει και τα βιολετί μάτια της Elizabeth Taylor να τον κοιτούν, η πόρτα του οδηγού τινάζεται και πετάγεται έξω ένας τεράστιος τύπος που πάει να τον βοηθήσει. Τρέχει κοντά του και αμέσως μετά χάνεται μέσα στη νύχτα πανικόβλητος, να βρει τηλεφωνικό θάλαμο να ειδοποιήσει ασθενοφόρο –είναι περασμένα μεσάνυχτα.
Ο νεαρός Jakardi παραμένει βάσει σχεδίου ξαπλωμένος εκεί και κλείνει τα μάτια: ονειρεύεται τον ίδιο σε μια υπέροχη πολυτελέστατη κλινική και την Elizabeth Taylor να του κρατάει το χέρι και να του δίνει κουράγιο. Όπως ονειρεύεται δεν βλέπει την λιμουζίνα που κινείται καταπάνω του, μιας και ο οδηγός στην σύγχυσή του να δει τι έγινε, δεν έχει σηκώσει το χειρόφρενο.
Το αμάξι κύλησε πάνω του για δεύτερη φορά μέσα σε 10 λεπτά και αυτή τη φορά πείραξε ζωτικά όργανα, προκάλεσε επιτόπου ραγδαία εσωτερική αιμορραγία που μέχρι να έρθουν οι πρώτες βοήθειες ο μικρός ήταν ψόφιος . Στ' αλήθεια.

8.5.08

Η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά

Μια από τις δυο παράξενες ιστορίες που ακολουθούν, είναι αληθινή.

1.
H
Ruslana Gregorovna μόλις είχε μάθει ότι ο σύζυγός της, μουσικός και μέλος της Συμφωνικής Ορχήστρας Αγίας Πετρούπολης, την απατά με το πρώτο βιολί, μια Ουκρανή νεοτάτη. Σε κατάσταση απόγνωσης και εντελώς απελπισμένη, μην ξέροντας τι να κάνει τα 22 χρόνια τίμιου έγγαμου βίου που έζησαν μαζί, η Ruslana αποφασίζει να αυτοκτονήσει. Παίρνει τηλέφωνο τον γιό της και τον αποχαιρετά χωρίς εκείνος να καταλαβαίνει γιατί η μητέρα του του λέει ξανά και ξανά «να θυμάται πόσο τον αγαπά, να θυμάται ότι ποτέ δεν μετάνιωσε για όσα πέρασαν μαζί σε αυτή την οικογένεια- τα όμορφα και άσχημά τους».
Και ύστερα η Ruslana πήρε και πότισε τις γλάστρες της, καθάρισε το σπίτι, μάζεψε και συγύρισε και τ’ άφησε όλα όπως έπρεπε να είναι. Καθαρά και τίμια, να ξέρουν ότι αυτή τέτοια ήταν: καθαρός και τίμιος άνθρωπος, δεν ατίμασε το στεφάνι και τον άνθρωπό της.
Κι έπειτα έβαλε το πιο ανοιξιάτικο και όμορφο φουστάνι της –μετάξι κινέζικο, γεμάτο με λουλούδια, το φουστάνι του γάμου της –κιλά δεν είχε πάρει, της χώραγε ακόμη. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα, ένιωσε τον αέρα στα πλευρά της και χωρίς καθόλου να το σκεφτεί, χωρίς μια λέξη, σαν βουτιά σε παγωμένη θάλασσα, πήρε βαθιά ανάσα και η Ruslana Gregorovna έπεσε απ΄τον 4ο όροφο της πολυκατοικίας.
Για κακή του τύχη εκείνη τη στιγμή επέστρεφε σπίτι ο άπιστος σύζυγος. Που η Νέμεσις του ήρθε ουρανοκατέβατη. Η Ruslana έπεσε πάνω του και τον σκότωσε. η ίδια τη γλύτωσε μιας και ο τροφαντός σύζυγος της έπαιξε ρόλο αερόσακου.
Στην κηδεία του η Ruslana δεν έσταξε δάκρυ κι έλεγε πως φτηνά τη γλύτωσε, μια κι έξω, πριν τον συνθλίψουν οι τύψεις.

2.
Τα βασανιστήρια, αντιθέτως με τις τιμωρίες, δε χρειάζεται να έχουν συνάφεια με το παράπτωμα για να είναι αποτελεσματικά. Διότι αν η τιμωρία προσπαθεί να συνδέσει τον σωματικό πόνο –π.χ ξυλιές στον πισινό- με συνειδητή αλλαγή της στάσης «δεν παλουκώνεις τον πισινό σου να διαβάσεις», τα βασανιστήρια δεν δίνουν δεκάρα για τη συνείδηση κανενός. Πατούν στο ασυνείδητο και για την ακρίβεια ακόμα πιο πίσω: πατούν στο ένστικτο. Του φόβου και την επιβίωσης.
Αυτά σκεφτόταν η Dora Smirnoff όσο κρατούσε δεμένο τον μέθυσο άντρα της σ’ εκείνη την καρέκλα. Σκεφτόταν αν έπρεπε να τον τιμωρήσει ή να τον βασανίσει. Αν ήθελε απλά να κόψει το αλκοόλ θα μπορούσε να τον τιμωρήσει κρατώντας τον εκεί δεμένο μέρες, φροντίζοντας έτσι μια κάποιου είδους αποτοξίνωσή του. Αλλά η Dora Smirnoff ήθελε να κόψει και άλλα χούγια στον άντρα της. Κυρίως το να πηδάει μεθυσμένος ό,τι κινείται και μετά να έρχονται οι σύζυγοι σπίτι και να σπάνε το αμάξι ή, καλή ώρα όπως εκείνη την ημέρα, να γράφουν με κόκκινη μπογιά στον τοίχο του γκαράζ «θα σε γαμήσω ανάποδα παλιόπουστα» -μιας και το προηγούμενο βράδυ είχε πάει με κάποιον άλλο κύριο μέσα στο σούρωμά του.
Η Dora πραγματικά αποφάσισε ότι δεν ήθελε να τον συνετίσει απλώς, ήθελε να βγάλει και το άχτι της. Κι έτσι λίγο μετά πλησίασε την καρέκλα του συζύγου της σέρνοντας μαζί το τρόλεϊ – μπαρ.
-Γιατί πίνεις ουίσκι, στο έχω πει δεν το μεταβολίζεις εύκολα και ζέχνει όλο το σπίτι απ’ τα χνώτα σου την επομένη.
Εκείνος την κοίταξε ανησυχος και κάπως αιφνιδιασμένος.
-Λύσε με..., της ζήτησε, το ξέρω ότι έχεις θυμώσει αλλά...
-Εγώ δεν έχω θυμώσει! Να δε με πιστεύεις; Να, πιες λίγο ουίσκι ακόμα.
Και γέμισε ένα ποτήρι και το πλησίασε σ’ αυτόν. Εκείνος έκανε να στρέψει το πρόσωπο του.
-Μα τι έχεις πάθει; Πιες το!
Και πιάνοντάς τον απ’ τη μύτη τον ακινητοποίησε και, όπως άνοιξε το στόμα του να πάρει ανάσα εκείνος, του άδειασε μέσα το ποτό.
Πνίγηκε, έβηξε, πλάνταξε ο Goran Smirnoff και «δε θα λυθώ, θα σε γδάρω ζωντανή καημένη μου» της είπε.
-Τι, θύμωσες εσύ τώρα; Να πιες λίγο βότκα να ηρεμίσεις. Ή λίγο ρούμι. Ή και τα δυο;
Για τις επόμενες τέσσερεις ώρες η Dora Smirnoff έριχνε στο στόμα του συζύγου της ποτήρια με όλων των ειδών τα ποτά που είχαν. Κι εκείνος έκανε εμετούς, κι εκείνη συνέχιζε και τελικά, τέσσερεις ώρες μετά ο σύζυγός της πέθανε από δηλητηρίαση: το αλκοόλ ήταν σε τόσο μεγάλη ποσότητα στο αίμα του που πλέον δηλητηριάστηκε από αυτό.
Η Dora Smirnoff τον έλυσε, του έβγαλε τα ρούχα, τον έπλυνε, τον καθάρισε και τον έβαλε να κάθεται στο κρεβάτι με τις πιζάμες του. Έπειτα πήρε ένα κουβά μπογιά και πήγε κι έβαψε τον τοίχο του γκαράζ.
Καθάρισε μια κι έξω εκείνη την ημέρα.

12.3.08

Ύβρις και Νέμεσις

(Μια από τις δυο ιστορίες φημολογείται ότι είναι αληθινή. Το σίγουρο είναι ότι είναι πολύ δυσκολο να ξεχωρίσεις πότε η ζωή αντιγράφει την τέχνη και πότε η τέχνη τη ζωή).

Ο Reynaldo Blasco, περιθωριακός, καταραμένος και αυτοκαταστροφικός καλλιτέχνης του Μιλάνο, αποφασίζει να αυτοκτονήσει όταν η κατά 12 χρόνια ερωμένη του –που ήταν και ετεροθαλής αδερφή του- μετακόμισε από το σπίτι που συγκατοικούσαν «αδελφικά» μαζί, για να μείνει με έναν άλλο.

Ο Reynaldo πήρε χάπια και έπεσε σε κώμα που κράτησε καιρό. Όταν επανήλθε η νοσοκόμα του ζήτησε αυτόγραφο πάνω στο «διάγραμμα ημερήσιας παρακολούθησης ασθενούς»: ο φόβος να μείνει φυτό ή να πεθάνει είχαν κάνει τα έργα του ευπώλητα και τον ίδιο διάσημο.

Ο Reynaldo έζησε την απόρριψη με να τον επισκέπτεται στο νοσοκομείο η κάθε άγνωστη θαυμάστρια αλλά όχι η αδερφή του, η οποία είχε παντρευτεί στο μεταξύ και βρισκόταν σε ταξίδι του μέλιτος. Μόλις το έμαθε ο Reynaldo άνοιξε το παράθυρο και έπεσε από τον τρίτο όροφο του νοσοκομείου. Αλλά για κακή του τύχη, από κάτω περνούσε η καθαρίστρια με το τεράστιο καρότσι γεμάτο άπλυτα: τη γλύτωσε με μερικά σπασμένα πλευρά.

Τότε ήρθαν και τα κανάλια και να τον ρωτούσαν:
«μα γιατί θέλετε να πεθάνετε τώρα που είστε τόσο διάσημος».
«Γιατί δε θέλω να είμαι διάσημος, θέλω να είμαι πεθαμένος»!

Η καρδιακή του φίλη και εκκεντρική γκαλερίστα Laura Tintoretti του έδωσε τότε την ιδέα: «γιατί δε συνδυάζεις και τα δύο: να γίνεις διάσημος πεθαίνοντας; Το πιο ζεστό κόκκινο φωλιάζει στις φλέβες μας, άνοιξέ τις στο φως και φτιάξε το τελευταίο σου αριστούργημα. Ένα έργο που θα γεννηθεί από τον θάνατο. Θα αναπνέει όσο εκπνέεις εσύ».

Ο Reynaldo ακολούθησε την εμπνευσμένη, λυτρωτική ιδέα της φίλης του, και την ίδια βραδιά έκοψε τη «βασιλική» φλέβα και έφτιαξε το τελευταίο του έργο που ονόμασε «Ίμερο» ("lust") προφανώς παίζοντας με το "last" (τελευταίο).

Το έργο εκτέθηκε για μήνες στην γκαλερί της Tintoretti και τον Οκτώβρη του 2006 πωλήθηκε για €456.000 στα Sotheby’s. Το εξωφρενικό ποσό αντικατόπτριζε την μοναδικότητά του, μιας και κανένας δε θα μπορούσε να το πλαστογραφήσει ποτέ, εφόσον ήταν εξ’ ολοκλήρου φτιαγμένο από το dna του δημιουργού.

Πριν μερικές μέρες, στις 3 Φεβρουαρίου 2008, ο σύζυγος της αδερφής του Reynaldo, πλήρωσε €17.000 αποζημίωση στον ιδιοκτήτη του πίνακα, για να πάρει δείγμα αίματος απ' τον καμβά και να το πάει για εργαστηριακή ανάλυση. Αποδείχθηκε ότι ο βιολογικός πατέρας του παιδιού του, δεν ήταν ο ίδιος παρά ο Reynaldo Blasco. Και χώρισε την γυναίκα του.

Η Angelina Blasco γύρισε στο σπίτι που έμενε μαζί με τον Reynaldo. Και συνέχισε να τον βρίζει, ακόμα και πεθαμένο, που ακόμα την καταδιώκε το ερωτευμένο φάντασμά του...


O Henry Ziegland ήταν ένα ομορφόπαιδο από το Honey Grove του Τεξας που για περίπου δυο χρόνια έβγαινε με την Dolores Washington. Παρότι την είχε εκθέσει ανεπανόρθωτα και της είχε κλέψει το «πολυτιμότερον», μια μέρα του Απρίλη του 1893, ο Henry παράτησε την φιλενάδα του.

Ο αδερφός της, ένα δεκαεννιάχρονο κολεγιόπαιδο που το έπεισαν ότι πρέπει να ξεπλύνει τη ντροπή, αποφάσισε να εκδικηθεί για τη χαμένη τιμή της οικογένειά του. Έτσι, μια ανοιξιάτικη μέρα, πήγε και βρήκε τον Henry στο χωράφι του και έκανε το «καθήκον» του: τον πυροβόλησε ίσια στο κεφάλι.

Η σφαίρα όμως ίσα που έγδαρε βαθιά το μάγουλο του Henry και πήγε και καρφώθηκε στο δέντρο πίσω του. Το τραύμα ήταν ελαφρύ και το αίμα που έτρεξε δεν ήταν αρκετό ώστε το ξανθό χωριατόπαιδο να χάσει τις αισθήσεις του. Όμως λιποθύμησε επιτόπου -ίσως απ' το σοκ. Ο αδερφός της κοπέλας, έχοντας κάνει το καθήκον του και ξέροντας πώς αν τον έπιαναν για φόνο εκ προμελέτης θα κατέληγε στην αγχόνη, αυτοκτόνησε με το ίδιο όπλο.

Είκοσι χρόνια μετά, το φθινόπωρο του 1913, ο Henry αποφάσισε να φτιάξει μια μικρή αποθήκη στο χωράφι του. Για να γίνει αυτό σκέφτηκε να μην κόψει απλά ένα- δυο δέντρα αλλά να τα μετακινήσει συθέμελα, απ’ τις ρίζες τους, ώστε να δημιουργηθεί και τρύπα για να μπουν τα θεμέλια. Δε μπορούσε φυσικά να τα σπρώξει ή να τα πετάξει γι' αυτό χρησιμοποίησε δυναμίτη. Με τη δύναμη της έκρηξης όμως, όπως διαλύονταν οι κορμοί, απεγκλωβίστηκε με τόση ορμή η καρφωμένη σφαίρα και πέτυχε θανάσιμα τον Henry στο κεφάλι.

Ήταν η σφαίρα που προοριζόταν γι' αυτόν εξαρχής...