CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »

26.3.11

Ποιος κηρυξε την επανάσταση, ρε (μέρος τρίτο -και φαρμακερό)

Ο κόκορας ξανάκρωξε. «Πανάθεμά σε για ζωντανό» βλαστήμησα και σηκώθηκα απ’ τα μπάσια. Ντύθηκα την καλή μου φορεσιά και βγήκα στην δημοσιά. Η μέρα ήταν σκοτεινή, το κρύο ανελέητο. Βάδισα λίγο κι έφτασα στο σπίτι του Υψηλάντη. Χτύπησα. Μου άνοιξε η Λιλίκα.
-Καλημέρα κύριε, είπε σκύβοντας το κεφάλι.
-Καφέ, γλυκό και δυνατό, παράγγειλα καθώς της σέρβιρα το παλτό και το καπέλο μου. Κοιμάται ακόμα ο αφέντης σου;
-Μάλιστα, ξενύχτησε χτες. Προετοίμαζε το λόγο του.
Ανέβηκα τα σκαλιά και μπήκα στο δωμάτιο του. Τσαλακωμένα χαρτιά πεταμένα χάμω. Το κερί στο γραφείο του λιωμένο. Και δίπλα στο προσκέφαλό του, ένα κείμενο.
-«ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ» διάβασα. «ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΚΡΗΜΝΙΣΩΜΕΝ ΑΠΟ ΤΑ ΝΕΦΗ ΤΗΝ ΗΜΙΣΕΛΗΝΟΝ ΔΙΑ ΝΑ ΥΨΩΣΩΜΕΝ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟΝ ΔΙ’ΟΥ ΠΑΝΤΟΤΕ ΝΙΚΩΜΕΝ...». Τς-τς-τς, τι λαϊκιστής, τι πολιτικάντης, τι νερόβραστος.
-Ξύπνα εχθρέ του λαού! Ούρλιαξα χτυπώντας το μπαστούνι μου. Ο Αλέξανδρος πετάχτηκε πάνω με τη νυχτικιά του.
-Δε μοίραζα εγώ τις προκηρύξεις. Δεν γνωρίζω τον Κοραή και... αει στο γέρο διάβολο, εσύ είσαι ωρέ!
-Σήκω καλομαθημένο ον, ανεγέρσου. Μια εξέγερση είπαμε να κάνουμε κι εσύ ακόμη κοιμάσαι.
-Ε, καλά, τόσο καιρό την ετοιμάζουμε. Κι αν πάει μια μέρα πίσω τι θα γίνει, και χασμουρήθηκε.
Του έδωσα μια μπαστουνιά.
-Τι χάλια είναι αυτά στο λόγο σου; Σε τέτοια ελληνικά θα μιλήσεις στο λαό;
Γέλασε. Άρχισε να ντύνεται. Μπορεί να άλλαξε και δέκα κοστούμια μέχρι να διαλέξει το κατάλληλο για την περίσταση. Εγώ ήμουν ήδη στον τρίτο καφέ.
-Πώς είμαι.
-Κούκλος, σαν διαφήμιση της Επανάστασης. Πάμε τώρα, μην αργήσουμε.
Ξέρω τι σκέπτεσαι αναγνώστη μου. Οτι η Επανάσταση δεν είναι ακαδημαϊκό σχέδιο. Είναι μια έκρηξη της ιστορίας και δε μπαίνει στο πρόγραμμα. Η Επανάσταση, ναι. Η κήρυξή της, όμως, όχι.
Είχαμε πει πως θα ανακοινώναμε την έναρξη του αγώνα κατά τις 10, μα στις 9:30 που φτάσαμε στην Κεντρική Πλατεία του Ιασίου γινόταν το αδιαχώρητο. Ο λαός έχει πια αφυπνιστεί, μας υποδέχεται ενθουσιώδης. Ούτε η είσοδος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα δε θα ΄χε τέτοια κοσμοσυρροή.
Ο Αλέξανδρος τρέμει. Τα χέρια του είναι ιδρωμένα, αγωνιά. Είναι μορφή ασθενική, όπως κι ο αδερφός του, ο Δημήτριος: αγνά παιδιά μα αδύναμα. Με τόλμη ψυχής μα όχι θάρρος ζωής.
-Μίλα εσύ, μου λέει, δε μπορώ εγώ, ντρέπομαι.
-Εσύ έχεις το παράστημα. Εγώ είμαι ένας βλάχος, δε θα με πάρουν σοβαρά.
-Δε μπορώ. Σε παρακαλώ, δε μπορώ.
-Είναι τιμή αυτό! Άλλοι θα σκότωναν για να έχουν αυτή την τιμή. Κι εσύ μου την παραχωρείς, έτσι;
-Άσε τα ρομαντικά και κάνει και κρύο! Πες τα να τελειώνουμε, έχω ξεπαγιάσει!
Του χαμογελώ σαν πατέρας, παρότι είμαστε –σχεδόν- συνομήλικοι. Νιώθω της φλέβες μου να σκάνε απ΄ το αίμα. Τα μηνίγγια μου χτυπούν σαν χείμαρροι πάνω στα βράχια. Τον κρατάω απ’ τον ώμο και σκαρφαλώνω πάνω σ’ ένα τραπέζι. Τι ευτυχία είναι αυτή; Τι τιμή; Α, ρε μάνα, που είσαι να με καμαρώσεις. Να καμαρώσεις το γιόκα σου να γράφει ιστορία.
«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ» φωνάζω. «ΑΔΕΛΦΙΑ, ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ ΝΑ ΠΟΛΕΜΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ Ο,ΤΙ ΕΧΟΥΜΕ ΙΕΡΟ». Μα όπως κάνω ένα βήμα προς το κοινό, ξεχνάω ότι είμαι στο τραπέζι και πέφτω στο κενό, ξέγνοιαστος και χαρωπός.
-Αλέξανδρε, γιατί σκοτείνιασε έτσι, νύχτωσε; Λέω πεσμένος στις λάσπες.
-Λάμπρο, μη φοβάσαι, συνέχισε! Σε τυφλώνει η λάμψη της ελευθερίας! Το φως της νίκης από μπροστά! Λέει ο άλλος, ο ονειροπαρμένος.
-Αλέξανδρε σοβαρά δεν... ανέβα και συνέχισε, του είπα ξέπνοα.
Κι αυτός κατουρημένος απ’ τον τρόμο του πλήθους ανέβηκε στη θέση μου. Έβγαλε απ’ την τσέπη του το χαρτί με τον λόγο κι άρχισε να διαβάζει:
-Η ΩΡΑ ΗΛΘΕΝ, Ω ΑΝΔΡΕΣ ΕΛΛΗΝΕΣ! ΗΜΕΙΣ, ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΕΘΝΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ, ΟΝΤΑΣ ΒΕΒΑΙΟΙ ΠΩΣ ΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΠΩΣ ΤΟ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ ΓΕΝΟΣ ΜΑΣ ΚΑΤΑΦΡΟΝΕΙ ΚΑΙ ΠΡΟΣΒΛΕΠΕΙ ΣΤΟΝ ΟΛΕΘΡΟ ΜΑΣ...
Το πλήθος από κάτω σταματά τις πολεμικές ιαχές και τις χαρμόσυνες φωνές. Σωπαίνει. Κοιτάει τον Αλέξανδρο με μάτια ορθάνοιχτα. Απορεί. Πού πήγε ‘κείνος ο ευλογημένος που μίλαγε ελληνικά, κι από πού ξεφύτρωσε τούτος ο ψηλολέλεκας, με τα αλαμπουρνέζικα;
-ΣΥΝΑΓΟΜΑΣΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΚΑΙ ΕΜΠΡΟΣΘΕΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΜΑΧΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ...
-Άσ’ τον τον λόγο. Μίλα ρωμαίικα, πανάθεμα τις περγαμηνές και τα πτυχία σου! Ψελλίζω μέσα στη σκοτοδίνη μου.
Και ο Αλέξανδρος, κοιτώντας μια εμένα μισολιπόθυμο στο χώμα και μια τον άφωνο λαό, τσαλακώνει το χαρτί στην παλάμη του και με τη σφιγμένη γροθιά να σκίζει τον χειμωνιάτικο ουρανό: «ΣΤΑ ΟΠΛΑ ΑΔΕΛΦΙΑ ΜΟΥ» φωνάζει, « ΣΤΑ ΟΠΛΑ! ΗΝΕΓΚΕΝ... ΔΗΛΑΔΗ ΕΦΤΑΣΕΝ Η ΩΡΑ! ΑΝΑΚΗΡΥΣΣΩ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ»!
Και όλοι άρχισαν να ζητωκραυγάζουν. Τον σήκωσαν στα χέρια και τραγουδώντας τον περιέφεραν στα στενά: να μάθουν όλοι ότι πια ξεκίναγαν τον αγώνα για τη λευτεριά.
Έτσι, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έγινε ήρωας και ανακήρυξε άντ’ εμού την επανάσταση στο Ιάσιο. Και ένα μήνα μετά, στις 25 Μαρτίου του 1821, το μήνυμα έφτασε και στην κυρίως Ελλάδα. Εγώ όμως ως τότε ήμουν ήδη νεκρός.
Εξέπνευσα το ίδιο βράδυ, μετά τον τραυματισμό. Το χτύπημα στις πέτρες μου δημιούργησε αιμάτωμα στον εγκέφαλο που έφερε πολλαπλά εγκεφαλικά. Λίγες ώρες μετά έπεσα σε παραλήρημα, ακολούθησε κώμα και ο σωματικός θάνατος επήλθε λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Ήμουν μόλις 32 χρονών. Το όνομά μου δεν γράφτηκε ποτέ σε κανένα βιβλίο ιστορίας.
Κι όμως ήμουν εγώ, ο Λάμπρος Ρήγας, γόνος της γνωστής οικογενείας των Ρηγαίων του Πύργου Κονίτσης, που υποκίνησα μαζί με φίλους εκλεκτούς αυτή την επανάσταση. Εγώ μαζί με λιγοστούς ριψοκίνδυνους ιδεαλιστές κατάφερα να μετατρέψω την ανεξένελεγκτη ζωώδη δύναμη, που λεγόταν «ρωμαίικος λαός» σε μια υπολογίσιμη μονάδα μάχης Και, τελικά, πριν αλέκτωρ λαλήσει, ξεχάστηκα. Εγώ το ταπεινό μυρμηγκάκι, ο δουλευτής της επανάστασης, ξεχάστηκα. Έτσι άδοξα. Ενώ οι τζίτζικες που τραγουδούσαν τη λεβεντιά, απ’ τα παλάτια των αγάδων (σαν τον καλό μου Μπάιρον) ακόμα μνημονεύονται!
Ειλικρινά πάντως πιστεύω πως δεν ήταν η ώρα μου να πεθάνω. Κι αν τελικά συνέβη αυτό το ατύχημα, θεωρώ ότι δεν ήταν ατύχημα. Πιστεύω ακράδαντα ότι ανάμειξη στο θάνατό μου είχε ο κόκορας. Ο κόκοράς μου που τον μισούσα και με μισούσε, όπως κάθε πρωί. Μα εκείνο το πρωί με μίσησε περισσότερο και με καταράστηκε να ψοφήσω. Γιατί εκείνο το πρωινό, που βρισκόμουν επάνω στο τραπέζι, στη μέση της πλατείας του Ιασίου, ναι, τότε, κοκορευόμουν για την υστεροφημία μου καλύτερα απ’ όλους τους πετεινούς της Γης. Κι ένα μυρμήγκι δε νοείται ποτέ να τα βάζει με τους αληθινούς κόκορες. Ποτέ.

4 σχόλια:

sot είπε...

Να που λύθηκε το μυστήριο...
Τελικά δεν ήταν και τόσο μυστήριο γιατί έτσι γράφεται συνήθως η Ιστορία όσο κι αν προσπαθούν να τη "δέσουν".
Να δούμε όμως αν υπάρχουν ακόμα "ΛΑΜΠΡΟΙ ΡΗΓΑΔΕΣ" (ωραίο όνομα του έδωσες)

Γλυκό - Κερασο - Ζουζούνα είπε...

Κοίτα εγώ σκόνταψα πάνω σου, ψάχνοντας για πρίγκηπες. Εσύ τόγραψες το 08 νομίζω ή το 09, εγώ το είδα σήμερα... Πέθανα στο γέλιο με τον πρίγκηπα της αδελφής σου Μαρινοχιονάτης, δεν ξέρω πως σε λένε, ή μάλλον δεν κατάλαβα, περί του Ιασίου θα διαβάσω σήμερις, αλλά όχι αυτήν ταύτη, γιατί δεν προλαβαίνω. Πάω ν' αναρτήσω πρίγκηπες.. ρε λες να μου κάνει ο πρίγκηψ Υψηλάντης? ε, δεν έχεις και φωτό.

χάρηκα, χάρηκες, θα περνώ
κερασοφιλιά να μας βρίσκονται!
ατουταλερ και αλερετουρ!

Ινδιάννα είπε...

Sot
ειναι τα επιθετα των γονιών ενός φίλου μου (Λάμπρου- Ρήγας) που ειχε μεγάλο κόλλημα με την ελληνική ιστορία! Νομιζω του την αποδόμισα πλήρως- χα χα! ;)

Γλυκο- Κερασο- Ζουζουνα
μπα σε καλό σου, τι όνομα ειναι αυτό: μας λίγωσες!
Καλως όρισες και παρότι δεν σηκωνω τα τηλέφωνα (όπως μπορεις να καταλάβεις απο την αργοπορημένη απάντηση!) η πόρτα μας ειναι πάντα ανοιχτή να σε καλοδεχτει!
:)

Γλυκό - Κερασο - Ζουζούνα είπε...

Δεν παρεξηγείται τίποτα και κανένας, μερσί πολύ, εν τω μεταξύ, έχω πεθάνει στο γέλιο διαβάζοντας !!!