CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »

15.4.07

Σάμμος

Ξύπνησε γυμνός σε ένα άδειο σπίτι. Πάντα του άρεσε αυτή η αίσθηση, το σώμα του να τρίβεται στα σεντόνια, να αναπνέει με όλους τους πόρους του, να σηκώνεται και να διασχίζει τα ρεύματα του διαδρόμου, αισθανόμενος τις τρίχες του στέρνου του να ριγούν. Σήμερα όμως ένιωθε πως κάτι ήταν ριζικά διαφορετικό, ανασηκώθηκε και κοιτάχτηκε στον ολόσωμο καθρέφτη που στόλιζε το δωμάτιό του, κατάλοιπο από μια περίοδο έντονου ναρκισσισμού, που ίσως και να μην είχε ακόμη τελειώσει. Άνοιξε τα μάτια του διάπλατα, συνειδητοποιώντας ότι είχαν αλλάξει και αυτά χρώμα: δεν αναγνώριζε πλέον το σώμα του, ούτε καν στο παραμικρό.

[Το ποστ αυτό είναι ένα πειραματάκι συλλογικής γραφής που δοκιμάσαμε με το Σαμμάνο το μεσημέρι της Κυριακής. Το κείμενο συνεχίζεται και ολοκληρώνεται στα σχόλια με δύο διαφορετικές εκδοχές. Μπορείτε γράψετε και εσείς μία δική σας εκδοχή για το τέλος, αν θέλετε, εγώ και ο Σαμμάνος θα το χαρούμε πολύ.
Επειδή φοβηθήκαμε μήπως χαθούν οι διαφορετικές εκδοχές των ιστοριών μέσα στο πλήθος, αποφασίσαμε να μην απαντούμε σε αυτά τα σχόλια. Ευχαριστούμε πολύ πάντως όσους σχολίασαν ήδη ή θα σχολιάσουν το κείμενο.

Update: Η αγαπημένη συμπλόγκερ Γιατηναρλέτα μας πρότεινε ένα τραγούδι που θα συνόδευε αυτό το ποστ, τις "Μάγισσες με ομπρέλες" της Αρλέτας και το ανέβασε για χάρη μας. Την ευχαριστούμε πολύ πολύ.]

13.4.07

Γράφουμε, λες και ζούνε

[Σας προειδοποιώ, το τέλος είναι για γερά νεύρα. Άμμος]

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
δεν ξέρο γιατί είμαι τόσο άτοιχη με τους άντρες. Χτες το βράδι βγήκα με τον πολιτή από τη δουλιά που με άρεσε πολλύ, αυτών με τα πεταχτά δόντγια που σε έχω πη, το Χαράλαμπο. Με πήγε σε ένα ωραίω μαγαζί στη μπαραλιακή που δεν το είξερα, Θερμαηκό το λένε, παίζει ορέα μουσηκή. Με κέρασε και την ούρσους που ήπχια, ώλα ήταν πολλύ καλά. Όταν βγείκαμε από το μαγαζί περάσαμαι απέναντη και κοιτάζαμε το φεγγάρι, μετά με φίλεισε με γλώσα και με έπχιασε το βυζί.
Έμαινε λίγο πιο πέρα και με πρότινε να πάμε σπίτι του. Ανεβήκαμαι επάνω, βγάλαμε τα ρούχα μας και παίσαμε στο κρεβάτη. Στην αρχή χάρεικα πολλύ γιατί την είχε πολλοί μεγάλοι, όχι σαν του βλάκα του Νίκου, που το έψαχναις με το μεγενθυντικό φακό. Να καταλάβης ήταν πεσμένο τόσο μακρί και χοντρό, που έμγοιαζε με καυλομένο. Είχε βέβαια πολές τρίχες στο σόμα του, αλά σκέφτηκα ότι αφτό διωρθώνεται έφκολα. Μετά ώμος από πέντε λεπτά τελίωσε και εγώ δεν είχα καταλάβη τίποτα.
Εγώ έχω ακούσει στην τηλεώραση τον Θάνο τον Ασκειτή να λέει ότι πρέπι να συζητάμαι ανοιχτά για το σεξ χωρίς ταμπού και ανατολές. Τον είπα λοιπόν ότι δεν εφχαριστήθηκα καθόλου γιατί έχει πρώορη εκσπερμάτοση, αλλά αφτός με είπε ότι λέω μαλακίες και δεν τον είχε παραπονεθή καμμία μέχρι τώρα. Εγώ τότε σκέφτικα ότι δε μπαίρνει από λόγια και πρέπι να βρω μια άλλη λίση.
Πρέπει όμος τώρα να σε αφίσσω αγαπημένο μου ημερολόγιο, θέλο να πάω από το σπήτι του για να τον κάνω αποτρίχοση. Εντάξη δεν έχει πολύ μέλον αφτή η ιστορία, καλό είναι όμως να διωρθώσο ότι μπορώ.

Η Λίτσα έκλεισε το ημερολόγιο και κοίταξε το ρολόι της. Ήταν ήδη οχτώμιση, αν δε βιαζόταν, δε θα προλάβαινε το Hondos Centre στην Εγνατία και μετά τρέχα γύρευε που θα έβρισκε ζεστό κερί Veet για αποτρίχωση. Έβαλε το πράσινο παλτό της και πέταξε στην τσάντα της τα δύο μπρελόκ με κλειδιά και το πορτοφόλι της. Καθώς κατέβαινε τις σκάλες σιχτίριζε τον εαυτό της που είχε νοικιάσει σπίτι χωρίς ασανσέρ, σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις που βιαζόταν έχανε πολύτιμο χρόνο.
Ήταν όμως τυχερή τελικά, ο Δημήτρης από το ψιλικατζίδικο ξεκλείδωνε εκείνη την ώρα τη μηχανή του μπροστά από την εξώπορτά της πολυκατοικίας τους, στην πλατεία Κουλέ Καφέ.. Η Λίτσα ξεκούμπωσε το παλτό και τράβηξε τους ώμους της προς τα πίσω για να φανεί καλύτερα το στήθος της. «Αχ βρε Δήμητρη μου, καλεισπέρα, μήπως πηγένεις στο κέντρο;». Ο Δημήτρης της απάντησε κοιτώντας το στήθος της: «Λιτσάκι, Συκιές πηγαίνω, στο πατρικό μου, αλλά για σένα θα κάνω μια παράκαμψη.» Η Λίτσα ανέβηκε στο XT του Δημήτρη και κόλλησε το στήθος της στην πλάτη του, αγκαλιάζοντάς τον και καλά για να μην πέσει.
Στο Hondos Centre εκνευρίστηκε με την πωλήτρια που ήθελε να της πασάρει τη νέα αποτριχωτική κρέμα τζελ Veet για άντρες. «Μα σε λέο κοπέλα μου, εγώ θαίλω το κλασσηκό το κερί, αφτό ξέρω να χροισιμοπειώ.» «Έχει ξανακάνει αποτρίχωση ο σύντροφός σας; Μπορεί να πονέσει πολύ και να μη συνεχίσει, οι άντρες αντέχουν λιγότερο από εμάς στον πόνο. Η κρέμα τζελ που σας προτείνω είναι τελείως ανώδυνη.» «Ξέρο εγώ τι σε λέω, δεν ιππάρχει ούτε μία στο εκατωμήριο να πονέση.» είπε η Λίτσα, άρπαξε ένα κερί από το ράφι και έφυγε προς το ταμείο.
Ανέβηκε στο διαμέρισμα του Χαράλαμπου και άνοιξε την πόρτα με τα κλειδιά του. Στην κουζίνα το μπεν μαρί δεν άργησε να ζεστάνει και η Λίτσα πήρε μαζί και το κατσαρολάκι στην κρεβατοκάμαρα, για να κρατιέται ζεστό το κερί. Κοίταξε τον Χαράλαμπο στο κρεβάτι και αναρωτήθηκε από πού να ξεκινούσε. «Ας κάνο σήμερα στέρνω και κοιληά, έχει και λίγο στους όμους αλλά δεν πειράζη» σκέφτηκε και άρχισε να απλώνει το ζεστό κερί με τη σπάτουλα στο στέρνο του Χαράλαμπου, προσέχοντας να μην πλησιάσει υπερβολικά στην αριστερή θηλή.
Μετά από είκοσι λεπτά το ο κορμός του Χαράλαμπου ήταν τελείως καθαρός από τρίχες, και γυάλιζε από το πρόσφατο πέρασμα με νερό, για να φύγουν τα υπολείμματα κεριού. «Και ούτε μια κοκινήλα» σκέφτηκε η Λίτσα «βολέβη πολλύ έτσι η αποτρίχοση». Έβγαλε από την τσάντα της το κουτί με τα προφυλακτικά και άρχισε να γδύνεται. Όταν ήταν πια τελείως γυμνή έλυσε το σπάγκο που ένωνε το πέος του Χαράλαμπου με τον πολυέλαιο και το κρατούσε όρθιο. Όπως το περίμενε, είχε πλέον σταθεροποιηθεί. «Καλά τα έλαιγα στο ειμερολόγιο» σκέφτηκε η Λίτσα «σαν καυλομένο είναι». Του φόρεσε ένα προφυλακτικό, άπλωσε τα πόδια της από τις δύο μεριές της λεκάνης του και καβάλησε το ορθωμένο πέος του. Καθώς κρατιόταν από το κουζινομάχαιρο που ήταν καρφωμένο στην καρδιά του Χαράλαμπου, σκεφτόταν με ικανοποίηση ότι είχε όλη τη νύχτα μπροστά της.


[Προηγούμενες ιστορίες της Λίτσας μπορεί να διαβάσει κανείς εδώ, εδώ κι εδώ.]

11.4.07

Σύντομο ενημερωτικό διάλειμμα ΙΙΙ – Το χωριό Καλιβάτσι

Ο μπλογκερ NAgo ξεκίνησε μέσω του μπλογκ του μια φιλότιμη πρωτοβουλία για το χωριό Καλιβάτσι (Kalivaci), ένα ορεινό χωριό στο νομό Τεπελενίου στη νότια Αλβανία. Συγκεκριμένα γίνεται η προσπάθεια να βοηθηθούν τα παιδιά των σχολείων του χωριού (Δημοτικό και Γυμνάσιο) που απαριθμεί 110 μαθητές. Η οικονομική κατάσταση των ανθρώπων που μένουν στο χωριό είναι αρκετά δύσκολη, οπότε προέκυψε η ιδέα να προσφερθούν σε κάθε παιδί-μαθητή, στις 12 Αυγούστου που γιορτάζονται και τα 70 χρόνια της λειτουργίας του σχολείου, μια σχολική τσάντα για κάθε μαθητή μαζί με τη γραφική ύλη (τετράδια, μολύβια, κασετίνα, γεωμετρικά σχήματα, πλαστελίνες). Προς το παρόν συγκεντρώνεται υλικό μόνο στην Αθήνα, στην American Bank of Albania, αλλά σύντομα θα υπάρξει σημείο συγκέντρωσης υλικού και στη Θεσσαλονίκη.

[Το κείμενο αυτό είναι περίληψη του αρχικού κειμένου που έγραψε ο NAgo. Για να διαβάσετε ολόκληρο το κείμενο, να ζητήσετε διευκρινίσεις ή ό,τι άλλο, μπορείτε να επισκεφτείτε το μπλογκ του.]

Έφυγα νωρίς

Η Κορνηλία ίσιωσε τη φωτογραφία του Γιώργου, ώστε να είναι παράλληλη με την άκρη της εταζέρας και στη συνέχεια έστρωσε το κεντημένο σεμέν τα πεθεράς της. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και χτένισε τα μαλλιά της με τα χέρια, βασισμένη στην αχνή εικόνα που έδινε το σεληνόφως. Δεν της άρεσε καθόλου το κανονικό φως, ούτε το ηλεκτρικό, ούτε του ήλιου.
Η πολυθρόνα που καθόταν ο Γιώργος είχε πάλι αλλάξει θέση, ποιος είχε έρθει να καθίσει και τη μετακίνησε τόσο μακριά; Την έστρεψε ώστε να κοιτάζει προς το ανατολικό παράθυρο, πάντα του άρεσε του Γιώργου αυτή η θέα. Άνοιξε και τις κουρτίνες, ώστε να φαίνεται καθαρά ο δρόμος με τους ευκάλυπτους που οδηγούσε μακριά από το σπίτι τους.
Ένιωσε να διψά και άνοιξε τη βιτρίνα με τα κρυστάλλινα ποτήρια. Τοποθέτησε το ψηλό κολονάτο ποτήρι στο κέντρο του τραπεζιού και πήγε στο μπάνιο, όπου έκρυβαν το ποτό της. Το έφερε, έριξε λίγο μέσα στο ποτήρι και κάθισε στον καναπέ.
Τελικά δεν είχε όρεξη να πιει. Θα διάβαζε ένα από τα αγαπημένα βιβλία του Γιώργου, τα «Ποιήματα». Άνοιξε τυχαία μια σελίδα:

«Tαξίδεψες, είδες πολλά φεγγάρια πολλούς ήλιους

άγγιξες νεκρούς και ζωντανούς
ένιωσες τον πόνο του παλικαριού
και το βογκητό της γυναίκας
την πίκρα του άγουρου παιδιού -
ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο
αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό.
Ίσως να βρεις εκεί ό,τι νόμισες χαμένο·
τη βλάστηση της νιότης, το δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας.

Zωή σου είναι ό,τι έδωσες
τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες
το άσπρο χαρτί.»

Του άρεσε πολύ αυτό το ποίημα του Γιώργου, το «Θερινό Ηλιοστάσι», της το είχε διαβάσει τόσες πολλές φορές που το ήξερε απ’ έξω. Με τέτοιο ελάχιστο φως δε θα μπορούσε να το διαβάσει κι αλλιώς, φανταζόταν γράμματα και στίχους για να ολοκληρώνεται το κείμενο.
Ακούμπησε στενοχωρημένη το βιβλίο στο τραπέζι, δίπλα από το κρυστάλλινο ποτήρι με το διάφανο ποτό. Της έλειπε πολύ ο Γιώργος, τρία χρόνια τώρα που είχε φύγει από κοντά της. Τα δάκρυα είχαν στερέψει από την αρχή, ένα βάρος παρέμενε όμως πάντα στην ψυχή της, ένα βάρος που δεν μπορούσε να σηκώσει. Αποφάσισε να ξεκουραστεί, η μόνη λύτρωση από τούτες τις σκέψεις ήταν αυτός ο παράξενος ύπνος δίχως όνειρα, στον οποίο βυθιζόταν τα τελευταία τρία χρόνια.

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

«Γιώργοοοοο!» ακούστηκε έντρομη η φωνή της Μαρίας από το σαλόνι και αμέσως μετά το ποδοβολητό της προς την κρεβατοκάμαρα. Ο Γιώργος ακόμη κοιμόταν, γυμνός και τυλιγμένος με ένα σεντόνι. «Μμμμ, έλα ρε μωρό τι είναι;» μουρμούρισε μες στον ύπνο του και έκρυψε το κεφάλι του κάτω από το μαξιλάρι, γυρίζοντας μπρούμυτα. Κυριακή ήταν, δεν υπήρχε κανένας λόγος να ξυπνήσει από νωρίς.
Η Μαρία τράβηξε το σεντόνι και αμέσως μετά άρχισε να ταρακουνάει το αριστερό πόδι του Γιώργου για να ξυπνήσει, φωνάζοντας «Ξύπνα, Γιώργο, ξύπνα!» Ο Γιώργος δεν καλοκατάλαβε τι συμβαίνει, οπότε γύρισε ανάσκελα, εμφανίζοντας και μια αξιοπρεπέστατη πρωινή στύση. «Έλα ρε μωρό να κάνουμε αγκαλιές, τι θέλεις πρωί πρωί;» ρώτησε, ανοίγοντας τα χέρια, αλλά με κλειστά ακόμα τα μάτια.
«Μόνο για τέτοια δεν έχω όρεξη!» είπε η Μαρία, συνεχίζοντας να του κουνάει το πόδι. «Ήρθε ξανά η Κορνηλία, παιδί μου, το καταλαβαίνεις;» Ο Γιώργος ξύπνησε αμέσως και πετάχτηκε από το κρεβάτι. Δεν τον ένοιαξε ένα ντυθεί, έτσι κι αλλιώς μόνο οι δυο τους ήταν στο σπίτι (ή καλύτερα έτσι νόμιζαν). Έτρεξε προς το σαλόνι, για να συνειδητοποιήσει ότι η Μαρία είχε δίκιο: η πολυθρόνα ήταν πάλι γυρισμένη προς το ανατολικό παράθυρο, εκεί όπου στάθηκε πριν τρία χρόνια η Κορνηλία και του φώναξε για την δει, καθώς έπινε ένα ποτήρι χλωρίνη, μετά από μια πρόποση προς το μέρος του. Αυτός περπατούσε στο δρόμο με τους ευκάλυπτους, φεύγοντας από το σπίτι του, μετά από έναν καυγά που θα είχε οδηγήσει κανονικά στο χωρισμό τους. Όλες οι δεύτερες λεπτομέρειες ήταν επίσης παρούσες στο δωμάτιο, το κρυστάλλινο ποτήρι μισογεμάτο με χλωρίνη στο τραπεζάκι, τα «Ποιήματα» του Σεφέρη ανοιγμένα στην ίδια πάντα σελίδα (ήταν και φιλόλογος, δεν μπορούσε να τα πετάξει), οι τραβηγμένες κουρτίνες στο ανατολικό παράθυρο.
Ο Γιώργος έφερε τα χέρια του μπροστά από τα γεννητικά του όργανα, με την ξαφνική σκέψη ότι μπορεί να τον έβλεπαν και άλλα μάτια πέρα από της Μαρίας. Από το άγχος του το πέος του είχε ελαχιστοποιηθεί, οπότε χρειάστηκε μόνο το ένα του χέρι. Άπλωσε το άλλο προς τη Μαρία, η οποία χώθηκε στην αγκαλιά του. Τρέμοντας, αμίλητοι, άρχισαν να μαζεύουν κάποια βασικά πράγματα από το σπίτι, για να μπορέσουν να μείνουν σε ξενοδοχείο και στη συνέχεια να νοικιάσουν κάπου. Αυτό που δυστυχώς δεν ήξεραν ακόμα ήταν πως η Κορνηλία στοίχειωνε τα πράγματα και όχι το σπίτι.

[Αφιερωμένο στο Νίκο Σ. και εμπνευσμένο ελεύθερα από ένα έργο του.]

8.4.07

Το Πάσχα κι η Αμμάσταση –Λίστα Άμμου 5

Something old… Δεν το περίμενα, αλλά τόσα χρόνια μετά ακόμα μου γαργαλάει τις αισθήσεις, όπως το ανθρακικό το λαιμό μέσα σε μια καυτή μέρα! Pete Yorn - For Nancy

Something new… Όχι τόσο καινούριο, αλλά τόσο ανοιξιάτικο! Spinto band - Oh Mandy

Something borrowed… Λιώσαμε σόλες κάποτε στο «χοροστάσιο» με τους Garbage στο «Happy when it rains». Ο Richard Cheese έχει ιεροσυλήσει ασύστολα σε πολλά γνωστά τραγούδια, αλλά η «πάμε- κλακέτα- μιούζικαλ» εκδοχή του εν λόγω τραγουδιού είναι αρκετά χαριτωμένη!

Something blue… Ό,τι πρέπει για να μην αισθάνεστε «blue», αλλά … γαλάζια σήμερα –μέρα που είναι! Μανώλης Φάμελος – Γαλάζια Μυστικά.

Ο πεθαμμένος και η Αμμάσταση

Ντρέπουμαι που είμαι αδιόρθωτα εγωιστής. Φαντάστηκα ένα νέο να στέκει στο παραθύρι μια κάμαρης και να βλέπει αντίκρυ, πέρα από τον κήπο με τα δέντρα και τα λουλούδια, το παράθυρο μιας κοπέλας. Πριν να πέσει στο βαθύ ύπνο του, την κοπέλα αυτή την αγαπούσε πολύ, και αυτή τον άφησε. Ο νέος έχει μόλις ξυπνήσει και σκέφτεται τι νόημα έχει η ζωή χωρίς αυτήν.
Έχασα κάθε διάθεση. Δεν ξέρω, δεν μπορώ, να εξακολουθήσω να γράφω. Η υπόστασή μου είναι όλο διακυμάνσεις. Το σχήμα μου χάνεται μέσα στα δοχεία που γεμίζω. Η προσοχή στέκεται και κοιτά τα έξω αντικείμενα που με περιβάλλουν. Παρατηρώ τον υπολογιστή που σκυμμένος γράφω σε αυτόν, το ίντερνετ καφέ με τους νεαρούς που κάνουν τσατ και παίζουν World of Warcraft.
Πρέπει να ξαναμπλέξω στην υπόθεσή μου το νέο που στέκεται και βλέπει από το παράθυρο. Είναι ερωτευμένος με την κοπέλα της γειτονιάς. Όμως τώρα ανάμεσα στους δύο, φορέας του θαυμασμού, δεν υπάρχει το γλυκοκέλαδο αηδόνι, όπως στα χρόνια της Μαρίας της Γαλλίας που ο σιδηρόφραχτος ιππότης στον πύργο του αναστέναζε.
Ύστερα από την τραγική εικόνα που δώσαμε παραπάνω, δεν χωρούν πια συναισθηματικές διαχύσεις. Πρέπει να ακολουθήσει ο θάνατος του ήρωα, που δεν έχει να ακουμπήσει πουθενά ανάμεσα στα ερείπια. Πρέπει να περιγράψω την τραγική αυτοκτονία του νέου. Αποφασίζω να το κάνω με τρόπο περίπλοκο, να συμβαίνει μέσα σε ένα όνειρο και ταυτόχρονα στην πραγματικότητα της αφήγησης. Ο νέος αυτός έχει βυθιστεί σε ύπνο εδώ και καιρό, μετά από ένα ατύχημα. Στον ύπνο του βλέπει ότι δεν κοιμάται, στην πραγματικότητα κοιμάται ύπνο βαθύ. Αναρωτιέμαι ποιος θα καταλάβει.
Εξακολουθώ με τη σκέψη "τι χρειάζεται στο κάτω κάτω της γραφής το μπλογκινγκ;" Δεν είναι τάχα μια αρρωστιάρικη συνέπεια της εποχής, ένα ξέσπασμα ανίας, πάθος άγνωστο σε εποχές μεγάλες, όταν η έκφραση κυλά αβίαστα σαν επακόλυθο της δράσης;
Ο νέος που στεκόταν στο παράθυρο και έβλεπε απέναντί του την αγαπημένη του κοπέλα, μελαγχολούσε γιατί καταλάβαινε ότι τίποτα δεν υπήρχε που να τους επιτρέπει την ένωση. Μιλούσε και έκλαιγε ο νέος. Η καρδιά του έλεγε ότι η εξακολούθηση της ζωής είναι ακατόρθωτη.
Ο νέος πηδά από το παράθυρο. Ο αναγνώστης νομίζει ως εκείνο το σημείο πως το όνειρο του νέου είναι η πραγματικότητά του. Γράφω αμέσως μετά: "Ο κολλητός του ανέλαβε το χρέος να δώσει κάποιες βασικές πληροφορίες στους αστυνομικούς, αφού οι γονείς του βρίσκονταν ακόμη σε κατάσταση σοκ (είχαν αποδεχτεί την ιδέα ότι μπορεί να παρέμενε φυτό για κάποιο διάστημα, αλλά το να αυτοκτονήσει στον ύπνο του ήταν κάτι που τους υπερέβαινε). Ναι ήταν ήσυχο παιδί χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, όταν χώρισε με την κοπέλα του τον πήρε λίγο από κάτω, αλλά τον στήριξαν οι φίλοι του και συνήλθε. Μα, δεν έκανε απόπειρα και έπεσε σε κώμα, γλίστρησε ένα πρωί που πήγαινε στη δουλειά και χτύπησε πάνω στην κόχη του κομοδίνου. Δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον, όχι, κάποιες φορές παραμιλούσε μόνο και έλεγε: «νυστάζω, θέλω να κοιμηθώ» ή αγκομαχούσε στον ύπνο του, σαν να έκανε σεξ. Ναι, σηκώθηκε ένα βράδυ και πήδηξε, έτσι απλά. Κανείς δεν ξέρει, μάλλον θα έβλεπε κάποιο όνειρο και υπνοβάτησε, αφού είπαμε ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα." Νιώθω πολύ έξυπνος.
Στο ποστ υπάρχει ένας νέος που ονειρεύεται και πέφτει από το παράθυρο όσο υπνοβατεί. Μέχρι εκείνο το σημείο ο αναγνώστης νομίζει ότι ο νέος πήρε ναρκωτικά και αυτοκτόνησε μέσα στην τρέλα του. Στο μυαλό μου όμως υπάρχει και ένας τρίτος νέος, αυτός που ξύπνησε κατά τη διάρκεια της υπνοβασίας του, που είχε δει αυτό το όνειρο, που είδε την κοπέλα απέναντι και αποφάσισε συνειδητά να πηδήξει. Συνειδητοποιώ τις περιπλοκές της αφήγησής και του νου μου κι αισθάνομαι διανοούμενος καλλιτέχνης.
Σκέφτομαι ότι σκότωσα έναν ακόμα ήρωά μου, μαζί με το Χριστό, Μεγάλη Πέμπτη.
Πώς θα μπορέσω να πιστέψω την απ' τον τάφο ανάσταση του Χριστού; Δεν μπορώ να καταλάβω τη βεβαιότητα μιας αναμονής της ενδόξου ανάστασης, την ώρα που το σώμα κρέμεται απ' το ξύλο σταυρωμένο, καταστρέφοντας κάθε υπόσχεση χαράς. "Χριστός Ανέστη" ακούω ξανά εγώ ο άπιστος δούλος, ο αρνητής. "Χριστός Ανέστη" την ώρα που βλέπω όλη τη ζωή μου και την ξανακερδίζω με τη μνήμη. "Χριστός Ανέστη", η φωνή των αιώνων επιμένει και καταλαβαίνω το χρέος μου. Δεν πρέπει να αφήσω μέσα στο χώμα το νέο που αυτοκτόνησε, να τον ξεχάσω όπως ξεχνιούνται όλα μέσα στο ρεύμα του χρόνου. Πρέπει να γεφυρώσω το μεγάλο χάσμα που η προσωρινή μας αντίληψη ανοίγει ανάμεσα στον καθημερινό βίο και το θάνατο, χωρίζοντας τον ζωντανό από τον πεθαμένο. Πρέπει, το καταλαβαίνω ως χρέος μου, ο νέος που πέθανε να θελήσω να αναστηθεί, γιατί αλλιώς η ζωή μένει αδικαιολόγητη. Αργά, πολύ σιγανά σκέφτουμαι, κι αφού περιπέσω στο σφάλμα διδάσκουμαι. Σκέφτουμαι ότι η ανάσταση είναι απαραίτητη, κυρίως για να εννοηθούν οι μικροί, οι ταπεινοί και καταφρονημένοι, οι καθημερινοί ήρωες. Η ανάσταση είναι για όλους. Κανένας ας μην είναι υπερήφανος.
Κοίταξα την αντανάκλασή μου στη διπλανή σβησμένη οθόνη. Είδα το έξοχο πρόσωπο του ωραιότερου νέου, που γεννιούνταν πάνω από τους ώμους του πεθαμένου μου σώματος. Στράφηκα χαρούμενος να δω. Τον αναγνώρισα. Ήταν ο νέος που αυτοκτόνησε αναστημένος.

Αδελφοί, να είστε χαρούμενοι. Εχτροί και φίλοι αγκαλιασμένοι φιληθείτε. Ο ουρανός που χτίζουμε όλοι μαζί μας στεγάζει. Το σύμπαν είναι η αγκαλιά μας.

[Το ποστ αυτό είναι μία σύνθεση από τρία κείμενα: το αμέσως προηγούμενο ποστ (γαλάζιο χρώμα), το "ο Πεθαμένος και η Ανάσταση" του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη (λευκό χρώμα), και σημερινές προσθήκες (μωβ χρώμα)]

5.4.07

Σεξύπνιος

Ένιωθε όλο και πιο αδύναμος, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει, σαν να είχε εγκλωβιστεί σε έναν εφιάλτη που ποτέ δεν τελείωνε. Στην αρχή ήταν περίφημα, έβγαινε ακόμα από την κατάθλιψη μετά το χωρισμό και του άρεσε όλο αυτό το πανηγύρι των ανθρώπων και των αισθήσεων γύρω του. Η μία σεξουαλική εμπειρία διαδεχόταν την άλλη, το χανγκόβερ από τα ποτά της προηγούμενης βραδιάς συναντούσε αυτό της επόμενης, γνώριζε τόσους ανθρώπους που δε θυμόταν τα ονόματά τους την επόμενη ημέρα. Κοιμόταν λίγο για να τα προλάβει όλα.
Στην πορεία όμως άρχισε να κουράζεται, ενώ η γκρίνια από τη δουλειά γινόταν συνεχώς μεγαλύτερη. Από παλιά το είχε να αργεί χαρακτηριστικά, τώρα όμως το πράγμα είχε παραγίνει, τις περισσότερες μέρες της εβδομάδας έφτανε με μισή ώρα καθυστέρηση τουλάχιστον. Έπαιρνε η μάνα του τηλέφωνα, χτυπούσαν και τα τρία ξυπνητήρια μαζί και με τα πολλά κατάφερνε να μπουσουλήσει μέχρι το μπάνιο, να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του και να σύρει τα πόδια του μέχρι το πρώτο ταξί που θα έβρισκε. Να κοιμηθεί έστω κι ένα βράδυ από νωρίς, ούτε που το σκεφτόταν.
Η έλλειψη ύπνου δεν επηρέαζε βέβαια μόνο τα επαγγελματικά του, αλλά και τον τρόπο που διασκέδαζε. Οι πιο κοντινοί του γνωστοί θεωρούσαν ότι είχε αρχίσει να ξεφεύγει, τη μια χοροπήδαγε σαν τον τρελό στο κλαμπ και την άλλη τον έβρισκαν αποκοιμισμένο σε ένα σκαμπό. Το πιο ακραίο όμως σύμπτωμα συνέβαινε με τις γκόμενες, με τις οποίες έκανε το καλύτερο σεξ κοιμισμένος. Είχαν να το λένε οι γυναίκες της παρέας για αυτόν, ότι έπρεπε να περιμένεις λίγο για να κοιμηθεί, ώστε να χαρείς κρεβάτι μαζί του. Ξύπνιος δεν είχε καμιά ιδιαίτερη φαντασία, έμπαινε και έβγαινε απλά μέχρι να τελειώσει, στον ύπνο του όμως γινόταν ένα ορμητικό, καυλωμένο αρσενικό με εξαιρετικές αντοχές και ευρηματικότητα. Από ένα φοιτητή Ψυχολογίας έμαθε κάποια στιγμή ότι το συγκεκριμένο είναι διαταραχή του ύπνου και λέγεται σεξυπνία, αλλά δεν το θεώρησε πρόβλημα. Στο κάτω κάτω κέρδος ήτανε να κάνει σεξ και κοιμισμένος.
Αυτό που δεν καταλάβαινε ήταν πως το μυαλό του φύραινε ολοένα και περισσότερο, από την αϋπνία, τα ποτά και τα ναρκωτικά. Μια Παρασκευή βράδυ πήρε αμφεταμίνες μαζί με κάποιους φίλους του, για να κρατηθούν μέχρι το άλλο πρωί, αυτός ειδικά που σερνόταν ήδη. Μισή ώρα αργότερα η διάθεση του είχε ανεβεί τόσο, που ήταν βέβαιος ότι μπορεί να πετάξει. Είπε στους φίλους του ότι προτιμά να γλιτώσει τα λεφτά για το ταξί και πήδηξε από το μπαλκόνι.



Ο κολλητός του ανέλαβε το χρέος να δώσει κάποιες βασικές πληροφορίες στους αστυνομικούς, αφού οι γονείς του βρίσκονταν ακόμη σε κατάσταση σοκ (είχαν αποδεχτεί την ιδέα ότι μπορεί να παρέμενε φυτό για κάποιο διάστημα, αλλά το να αυτοκτονήσει στον ύπνο του ήταν κάτι που τους υπερέβαινε). Ναι ήταν ήσυχο παιδί χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, όταν χώρισε με την κοπέλα του τον πήρε λίγο από κάτω, αλλά τον στήριξαν οι φίλοι του και συνήλθε. Μα, δεν έκανε απόπειρα και έπεσε σε κώμα, γλίστρησε ένα πρωί που πήγαινε στη δουλειά και χτύπησε πάνω στην κόχη του κομοδίνου. Δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον, όχι, κάποιες φορές παραμιλούσε μόνο και έλεγε: «νυστάζω, θέλω να κοιμηθώ» ή αγκομαχούσε στον ύπνο του, σαν να έκανε σεξ. Ναι, σηκώθηκε ένα βράδυ και πήδηξε, έτσι απλά. Κανείς δεν ξέρει, μάλλον θα έβλεπε κάποιο όνειρο και υπνοβάτησε, αφού είπαμε ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα.

[Στη δημοσίευση αυτή βλέπετε και τον πίνακα του Άγγλου ζωγράφου Henry Fuseli, «Ο Εφιάλτης».]

3.4.07

Εδώ είναι ο παράδεισος κι η κόλαση εδώ

Η Ντίνα τράβηξε μια τζούρα ακόμα, κράτησε μέσα τον καπνό και συνέχισε να κοιτά σαν χαμένη τον πίνακα. Ήταν μια αρκετά καλή αναπαραγωγή, με την επιφάνεια κανονικού τελάρου και ξύλινες κορνίζες, αλλά έμοιαζε παράταιρο σε αυτό το σπίτι. Εξέπνευσε τον καπνό, σχηματίζοντας μικρά δαχτυλίδια προς τα πάνω. Πολύ καλό ήταν, καλαματιανό, όχι σαν τα αλβανικά που βρίσκανε συνήθως. Η φίλη της η Ιωάννα είχε κατεβεί ένα τριήμερο στη Μάνη να δει τους γονείς της και είχε φέρει γερή προμήθεια, μια εβδομάδα θα τους κρατούσε σίγουρα.
Ο πίνακας ήταν φτιαγμένος από τρία κομμάτια και η Ντίνα είχε σκάσει να βρει πώς τους λέγανε αυτούς τους πίνακες, της ερχόταν συνεχώς η λέξη «τρίφυλλο», αλλά ήταν σίγουρη ότι είχαν άλλο όνομα. Κόλλησε να κοιτάζει το γυμνό ζευγάρι, που έμοιαζαν με τον Αδάμ και την Εύα στον Παράδεισο. Τι όμορφα που φαίνονταν μαζί, τόσο ευτυχισμένοι σε αυτόν τον παράξενο κήπο. Ξαφνικά της ήρθε η επιθυμία να φιλήσει το Στάθη, του είχε γυρισμένη την πλάτη τόσην ώρα που είχε κολλήσει με τον πίνακα.


Με το που έστρεψε το κεφάλι της στην άλλη μεριά, είδε το Στάθη να φιλάει την Ιωάννα και να έχουν μισοξαπλώσει στον καναπέ. Πήρε μια τζούρα κι ενώ κρατούσε τον καπνό στα πνευμόνια της, αποφάσισε να συνεχίσει προς το παρόν με τον πίνακα. Ήταν μια εικόνα που μπορούσε τουλάχιστον να διαχειριστεί.
Στο κέντρο γινόταν αρκετά διαφορετικός, αφού παρουσίαζε ένα απέραντο όργιο σε ένα καταπράσινο λιβάδι με νερά. Ο Στάθης της είχε πει πως του αρέσει πολύ η Ιωάννα και ότι θα ήταν ωραία να κάνουν κάτι όλοι μαζί, αύτη όμως το πήρε καθαρά για αστείο. Τελικά δεν ήταν καθόλου αστείο, συνέβαινε τώρα δίπλα της. Αναρωτήθηκε για μια στιγμή μήπως να το δοκίμαζε, είδε όμως όλα αυτά τα γυμνά κορμιά να μπλέκονται μεταξύ τους και να ξεπροβάλλουν από παράξενες σφαίρες και κιούπια κι αηδίασε.

Το γάρο πλησίαζε προς το τέλος του και σε λίγο θα της έκαιγε τα δάχτυλα. Το κράτησε από την άκρη της τζιβάνας και πήρε μια βαθιά ρουφηξιά. Εκείνη την ώρα αισθάνθηκε το χέρι του Στάθη να της χαϊδεύει το μπούτι. Με φαινομενική ηρεμία γύρισε και του χαμογέλασε: «Τι θέλεις μωρό μου;» «Ρε Ντίνα, δε μας βλέπεις που έχουμε αρχίσει, έλα κι εσύ…» «Ναι, ναι τώρα.»
Στη δεξιά πλευρά τα πράγματα γίνονταν τελείως μπερδεμένα και τρελά, περίπου σαν την ψυχική της διάθεση. Ήταν φανερό πως όλοι βρίσκονταν πλέον στην Κόλαση, όπου τιμωρούνταν για τις αμαρτίες τους. Για μια στιγμή η Ντίνα φωτίστηκε: αυτό ήταν το νόημα του πίνακα, ο άνθρωπος ξεκινάει αθώος, με αγνή αγάπη, το ελεύθερο σεξ και η προστυχιά του όμως τον οδηγούν τελικά στην κόλαση.

Συνέχισε να κρατάει το γάρο στα δάχτυλά της και στράφηκε προς το μέρος του Στάθη και της Ιωάννας. Χαϊδεύονταν πλέον και φιλιούνταν με πάθος, ενώ ο Στάθης προσπαθούσε να βγάλει το παντελόνι από τα πόδια του, χωρίς όμως να σηκωθεί και να αφήσει την Ιωάννα.
Η Ντίνα κράτησε το γάρο στην άκρη των χειλιών της και άρχισε να τον χαϊδεύει στην πλάτη. Ο Στάθης χαμογέλασε και γύρισε προς αυτήν, αφήνοντας την να του ξεκουμπώσει το παντελόνι και να του το βγάλει σιγα σιγά. Η Ιωάννα του φιλούσε πλέον το λαιμό και το στόμα όσο η Ντίνα κατέβαζε και το σλιπ του.
Πήρε με την άκρη των δαχτύλων της το γάρο από το στόμα και χάιδεψε τον πούτσο του, που τεντώθηκε τελείως προς τα πάνω. Το γάρο της έκαιγε πλέον τα δάχτυλα, οπότε με μια γρήγορη κίνηση το έσβησε στα αρχίδια του Στάθη.

[Σε αυτή τη δημοσίευση βλέπετε και το τρίπτυχο του Ιερώνυμου Μπος «Ο Κήπος των Επίγειων Απολαύσεων: Εδέμ – Εκκλησιαστικός Παράδεισος – Κόλαση». Για το ζωγράφο μπορείτε να διαβάσετε κάποια περιληπτικά στοιχεία εδώ και πιο αναλυτικά εδώ.]

1.4.07

Ευχή και κατάρα

Σαν τα ’φτιαξε με την Χαρά ήταν ακόμα νέος. Κυπαρισσάκι ευθυτενές, εύρωστο, μυρωδάτο. Κι εκείνη δίχως έγνοιες, κορίτσι ροδαλό. Ο χρόνος που ξοδεύανε ήτανε κερδισμένος και νόμισμα είχανε σκληρό: τον αυθεντικό εαυτό .
Μετά ήρθε το φανταρικό, του ξύπνησε τον άντρα εκείνον που του λέγανε θα γίνει στο Στρατό. Το δέρμα του τσιτώθηκε και σα να μη χωρούσε όλα εκείνα τα βαριά που ’πέφταν απ’ το νου. Πιέστηκε, στριμώχτηκε και η Χαρά μακριά του. Ήταν ζήτημα μηνών να βρει καινούριο ταίρι.
Ελευθερία τη λέγανε και μεγαλύτερή του. Ήτανε ανεξάρτητη, στριφνή μα ωραιοτάτη. Τον έβλεπε όταν βόλευε, όχι πολύ πυκνά κι εκείνος ήταν κυνηγός μαζί και θήραμά της. Τις ώρες που ήταν μαζί έβρισκε τον εαυτό του μα όταν ήταν χώρια της γέλαγε πιο συχνά.
Και πέρασε έτσι ο καιρός, μεγάλωνε εκείνος μα κι η Ελευθερία του μεγάλωνε κι αυτή. Και γέρασε και πέρασε η μπογιά της κι ήταν τότε που τα έφτιαξε με μια μικρή που λέγανε Ζωή. Κι αν είχε όνομα μικρό ήταν διαβόλου κάλτσα, τον κράταγε σ’ εγρήγορση, με σκέρτσα και με νάζια. Δύσκολα του καθότανε κι εκείνος είχε αρχίσει μαζί της να κουράζεται, έλεγε να την αφήσει.
Τότε μια συνάδελφος, που λέγανε Ελπίδα, του είπε πως με τη Ζωή το πράγμα θα ισιώσει: «μόλις θα κάνετε παιδιά, θα δεις, θα μαλακώσει». Και έτσι έγινε ο γάμος τους και ήρθαν τα παιδιά. Μα η ζωή δεν έστρωσε, σαν μέδουσα μονάχα άπλωνε τα πλοκάμια της τριγύρω να τον πνίξει.
Εκείνη την περίοδο υπήρχε μια γυναίκα που μάλλον τον ενδιέφερε –δεν ξέρω, ούτε εκείνος, δεν παραδέχτηκε ποτέ ούτε στον εαυτό του. Τη φλέρταρε, την κοίταζε, την είχε από κοντά, μα χέρι δεν της άπλωσε ποτέ για να την πιάσει. Σαν απιστία στη Ζωή έβλεπε την Αγάπη και δε μπορούσε θηλυκά δυο να υπηρετεί. Κι αφού τη Ζωή διάλεξε, άφησε την Αγάπη και έμεινε εκεί πιστός στου βίου του τα πάθη.
Και πέρασε έτσι ο καιρός, κόντευε τα 60. Στην τράπεζα περίμενε μια μέρα στην ούρα. «Σοφία!» αναφώνησε σαν είδε τη γυναίκα που βιαστικά προσπέρασε και πήγαινε να φύγει. «Δε με θυμάσαι, είμαι ο …» , τον κοίταξε εκείνη. Γυναίκα ωραία, στιβαρή, Βορείων Προαστίων, τυλίχτηκε στη γούνα της και με ύφος πειραγμένο «στο Bocca τότε μ’ είχες δει και γύρισες την πλάτη!». «Δεν ήταν έτσι ακριβώς, με είχες παρατήσει και είχα αξιοπρέπεια γι’ αυτό δε σου μιλούσα». Εκείνη χαμογέλασε, τα δόντια της σαν λάμες , «όταν μπορούσες να με βρεις έκανες πώς δε μ’ είδες, τώρα που θες αγόρι μου, πια δε μπορείς να με έχεις»!
Το σοκ ήτανε δυνατό, έπιασε την καρδιά του, τα γόνατά του λύγισαν κι έπεσε στα πλακάκια. Άλλο πια δε θα θυμηθεί απ’ όσα είχε ζήσει. Μονάχα όσα δεν έζησε και πίστευε θα γίνει. Γιατί εκείνος νόμιζε πως είναι ένας άλλος, πιο έξυπνος, δημοφιλής, πιο μάγκας, πιο «μεγάλος». Μα σαν έπεσε χαμηλά και είδε όλο τον κόσμο να στέκεται από πάνω του, τότε μονάχα είδε πώς ήταν ότι έζησε, τίποτα παραπάνω. Κι αυτή που ονειρευότανε η μακρινή οπτασία, που έβλεπε από μακριά μα όσο κυνηγούσε ποτέ του δεν την έπιασε, πάλι μακριά την είδε. Και τότε το κατάλαβε. Δε θα ’χει Αθανασία – μονάχα τη Ζωούλα του και πια, χάνει κι εκείνη.

(πρόσφατα πρόσεξα ότι τα περισσότερα γυναικεία ονόματα έχουν νόημα, αντιθέτως με τα περισσότερα ανδρικά…)

Μετά Βαΐων και ψαμμάτων - Λίστα Άμμου 4

Something old… "Διάφανα Κρίνα – Κυριακή των Βαΐων". Ένα ολέθριο τίποτα κεντημένο απ' τ΄αστρα.

Something new… "Built to spill - Liar". Σήμερα γιορτάζουν οι ψεύτες. Σε δυο Κυριακές (του Θωμά) οι άπιστοι. Καλά πάμε!

Something borrowed… Από πιτσιρίκι το αγαπημένο μου τραγούδι του Spingsteen ήταν το "I’m on fire". Εδώ οι Electrelane του μεταγγίζουν ηλεκτρική ενέργεια –τζιζζζζζ!

Something blue… "Air - Once upon a time", a f-air-ytale!