CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »

5.3.07

Εκπεσόντες

Στέκονταν και οι δύο δίπλα δίπλα, κοιτώντας το κενό που έχασκε από κάτω τους. Αν μπορούσαν να μιλήσουν ο ένας στον άλλον, αν έστω μπορούσαν να δουν ο έναν τον άλλο, ίσως τα πράγματα να ήταν πολύ διαφορετικά.

Ο Γιώργος σκεφτόταν ότι δεν έπρεπε να δοκιμάσει έτσι τον εαυτό του, σε μια απελπισμένη κίνηση θάρρους. Πίστεψε αφελώς ότι θα ξεπερνούσε τη γοητεία που του ασκούσε ο θάνατος, ιδίως από ελεύθερη πτώση, αν τον αντιμετώπιζε κατάμουτρα. Τώρα μπροστά από το κάγκελο και με μια κίνηση να τον χωρίζει από το κενό, συνειδητοποιούσε ότι η γοητεία αυτή είχε γιγαντωθεί μέσα του και ότι λίγα λεπτά, ή ακόμη και δευτερόλεπτα, τον χώριζαν από το τέλος.

Ο Άγγελος είχε πολύ καιρό να πετάξει, ουσιαστικά δε θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά. Όταν τα φτερά του ήταν ακόμα γκρίζα πρέπει να πετούσε ακόμα, όχι πολύ ψηλά, όχι πολύ γρήγορα, αλλά πετούσε. Πόσο όμορφα λαμπύριζαν οι πόλεις των ανθρώπων τη νύχτα, πόσο αστραφτερό ήταν από κοντά το φεγγάρι! Είχε όμως βαρεθεί τη νοσταλγία, δεν είχε κανένα απολύτως νόημα να θυμάται ποιος ήταν κάποτε. Σημασία είχε να γινόταν κάποιος τώρα.

Ο Γιώργος αναρωτήθηκε τι να έκανε η Μαρία, τώρα που βρισκόταν ένα βήμα πριν από το τίποτα. Μάλλον θα γαμιόταν με τον άλλον, του είχε ξεκαθαρίσει εξάλλου ότι ο βασικός λόγος που χώρισαν ήταν ότι δεν πηδούσε καλά. Θα έβλεπε τώρα τι ωραία που πηδούσε, στο αποχαιρετιστήριο γράμμα ξεκαθάριζε ότι αυτή ήταν ο βασικός λόγος που αυτοκτονούσε.

Ο Άγγελος έσυρε τα μαύρα, άχρηστα φτερά του για χρόνια, προσπαθώντας να βοηθήσει όπως μπορούσε τους ανθρώπους που του ανέθεταν. Ομολογουμένως δεν ήταν από τους πιο επιτυχημένους φύλακες και ο ίδιος έριχνε τις περισσότερες ευθύνες στο ότι δεν μπορούσε να πετάξει. Σε αυτό όμως είχε ξεκάθαρα άδικο: πρώτα έχασε την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και μετά τη δυνατότητά του να πετάει. Όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι που αναλάμβανε, συνήθιζε να αποδίδει σε εξωτερικές συγκυρίες και σε κακή τύχη, καταστάσεις για τις οποίες ήταν ο ίδιος βασικά υπεύθυνος. Ήταν πλέον αποφασισμένος να το αλλάξει αυτό.

Ο Γιώργος έκλεισε τα μάτια και άρχισε να μετράει αντίστροφα. Ο Άγγελος άνοιξε τα φτερά του και άρχισε να μετράει αντίστροφα.

Πήδηξαν.

Όλα τα επόμενα χρόνια της ζωής του, ο Γιώργος προσπαθούσε να πείσει τους άλλους ότι κάποια ανώτερη δύναμη τον έσωσε από το θάνατο. Θυμόταν πολύ καθαρά πως αντί να πέσει ίσια προς τα κάτω, το σώμα του κινήθηκε λοξά προς την τέντα του τέταρτου ορόφου, έκανε γκελ προς την τέντα του δεύτερου από την απέναντι πολυκατοικία, για να προσγειωθεί τελικά πάνω σε φουντωμένο ιβίσκο. «Μα άκουσα χτύπημα φτερών…» έλεγε, για να αντιμετωπίσει ακόμη μια φορά την απάντηση ότι ήταν σε κατάσταση σοκ και ότι θα ήταν απόλυτα φυσιολογικό, όχι μόνο να άκουγε, αλλά να έβλεπε και αγγέλους.

Και ήταν κρίμα που δεν μπόρεσε να τον δει. Στην πρώτη του πτήση μετά από πολλά χρόνια, τα μαύρα φτερά του ιρίδισαν τόσο όμορφα με το φως του ήλιου, σαν να έκρυβαν ήδη μέσα τους όλα τα χρώματα, αρκεί να τα άφηνε ανοιχτά με περηφάνια.

2.3.07

Η μουσική εξαγριώνει τα ήθη

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
συγνώμη που δε σου έγραψα τόσες μέρες, αλά δεν είχα καμία απολύτος δγιάθεση. Πάλι με τη δουλιά στενοχωργιόμουν, σε έχω πρήξει το ξέρω, αλά δεν έχω και πουθενά αλού να τα πω. Όπως ξέρις εμένα μου αρέσι η ντίσκο και η ποπ του ογδώντα, σπίτι όλο ΡΣΟ ακούω, όταν θέλω να χαλαρόσω. Στη δουλιά λοιπόν βάζουν συνέχεια έναν παλιοσταθμό το Μελοδικό Εφέμ, που δε φτάνει ό,τι παίζει συνέχια ελαφρολαϊκά και σκυλλάδικα, έχει και πλέι λήστ. Κάθε μέρα ακούμαι τα ίδγια τραγούδια και κοντεύω να σαλτάρο. Δηλαδή κάθε μέρα ακόυγαμαι τα ίδγια τραγούδια.
Που λες, εγώ πήγα τη Δεφτέρα και μίλησα στη σκύλλα την υποδιεφθίντρια, αλα αφτή είναι μεγάλη πουτάνα και μου ήπε ό,τι δεν είναι δική της δουλιά τι παίζει το ραδγιόφονο και να πάω να μιλήσω στη Μαριάνα που το γραφίο της είναι δίπλα από το ραδγιόφονο. Εγώ ήπα στη Μαριάνα να βάλουμαι κανένα άλο σταθμό, ΡΣΟ για παράδηγμα, αλά αφτή μου ήπε ότι εγώ δουλέβω στο τιλεμάρκετινγκ και δεμ πρέπει να με νιάζει τι πέζει το ραδγιόφονο, αφού όλο με τους μαλάκες μηλάω και δεν ακούω τη μουσηκή. Εγώ σκέφτηκα λίγο και της είπα μετά εντάξη, αλά της πρότινα να έρθη από το σπίτοι μου για καφέ την Τρίτη το προΐ, δειλαδή εχτές.
Πάλι σκατοδουλιά είναι το τιλεμάρκετινγκ, αλά τόρα τουλάχιστον ακούμε τη μουσηκή που μου αρέση, άλαξα γραφίο και τώρα κάθομε στο γραφίο της Μαριάνας. Δεν μπορεί να μου πει και τέιποτα η σκύλλα η υποδιεφθίντρια που βάζω συνέχια ΡΣΟ, αφού δεν είναι δική της δουλιά τι παίζει το ραδγιόφονο, χαχα.
Πρέπει όμως τόρα να σε αφίσσω αγαπημένο μου ημερολόγιο, τελύωσαν πάλι οι αλκαλικές μπαταρήες και πρέπει να πάο μέχρι το ψηληκατζίδικο να αγοράσω.

Η Λίτσα σηκώθηκε ανακουφισμένη από το γραφείο της και προχώρησε προς το διάδρομο. Κακώς δεν είχε γράψει τόσες μέρες, αφού ήξερε πόσο την ηρεμούσε να γράφει στο ημερολόγιό της. Καθώς φορούσε το κόκκινο παλτό της, έλεγξε αν έχει μέσα τα κλειδιά και το προτοφολάκι της και υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι θα ξανάρχιζε να γράφει καθημερινά.
Κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες και πέρασε τρέχοντας το δρόμο, από την ανυπομονησία της να ξαναρχίσει να λειτουργεί το ντίσκμαν. Μέσα από τη βιτρίνα είδε ότι εξυπηρετούσε στο ψιλικατζίδικο ο Δημήτρης. «Ωρέο παλυκάρι» σκέφτηκε «και ξέρη πολλά από μουσηκή.» Ο Δημήτρης πράγματι έπαιζε πολύ ωραία μουσική στο ψιλικατζίδικο, όπως κι ο Πάρης ο συνέταιρός του, είχαν δουλέψει για χρόνια πόρτα και μπάρμαν σε Μύκονο και Σαντορίνη και είχαν πολλούς φίλους ντιτζέι.
«Καλώς την Ευαγγελία», φώναξε ο Δημήτρης, μόλις η Λίτσα μπήκε στο μαγαζί. «Τι λέει; Πώς περνάς;» Η Λίτσα χαμογέλασε και πήγε τους ώμους της προς τα πίσω για να φανεί το στήθος της. «Μια χαρά ώλα, Δημήτρη μου, όπος τα ξέρις. Δουλιά, σπίτι, καμιά βώλτα το σαβατοκύργιακο, αφτά.» «Έτσι, ησυχία…» είπε ο Δημήτρης, «Κι εγώ στα ίδια είμαι.» «Λιπόν, Δημήτρη επειδή βγιάζομαι λίγο, θα μου δόσεις δγυο κουτάκια με αλκαλικές μπαταρήες;» «Τι έγινε ρε Ευαγγελία, και χτες δύο κουτάκια αγόρασες;» «Εεε, χρησιμοπχιώ πολλύ το ντίσκμαν αφτές τις μέρες, γιαφτό.» Ο Δημήτρης της έδωσε με ένα λαμπερό χαμόγελο τις μπαταρίες, η Λίτσα τον πλήρωσε και βγήκε ψευτοτρέχοντας προς τα έξω. «Ωραίο βυζί έχει», σκέφτηκε ο Δημήτρης, «μήπως να της ζητούσα να βγούμε;» Η Λίτσα το είχε ήδη σκεφτεί από τη μεριά της, αλλά είχε αποφασίσει ότι ήταν καλύτερο να το άφηναν στο φιλικό με το Δημήτρη, ποιος ξέρει αν θα έβρισκε ο Πάρης κάποιον να τον αντικαταστήσει. Δεν ήθελε να χαλάσει τη δουλειά των παιδιών, ήξερε τι αγώνα κάνανε. Στο κάτω κάτω, δεν είχε βγει καν με τον πωλητή από τη δουλειά, που της άρεσε πολύ περισσότερο.
Ανέβηκε γρήγορα τις σκάλες και ξεκλείδωσε την εξώπορτα του σπιτιού της. Αφού έβγαλε τις μπαταρίες από το παλτό της, το ξεκούμπωσε και το άφησε στον καλόγερο, γλιστρώντας και τα πόδια της έξω από τα χαμηλά της παπούτσια. Κατευθύνθηκε προς το μπάνιο σκεπτόμενη ότι είχε βολέψει πολύ τελικά που ήταν τόσο άνετο, ένα σωρό πράγματα χωρούσε.
Στη μέση του μπάνιου ήταν δεμένη σε μια καρέκλα η Μαριάννα με το τζιν της υγρό από τα ούρα δύο ημερών και βγάζοντας έντονα τη μυρωδιά των περιττωμάτων. Η Μαριάννα με το που την είδε, άρχισε να λέει κάτι με τα μάτια γουρλωμένα από τον πανικό, ήταν όμως φιμωμένη και δεν έβγαινε άκρη. Η Λίτσα έλεγξε ατάραχη το ντίσκμαν, βεβαιώθηκε ότι δε δούλευε πλέον και άλλαξε τις μπαταρίες. Χαμογελώντας γλυκά προς τη Μαριάννα, πάτησε το play.



«Έτσι, για να μάθης πος είναι να ακούς το ίδγιο τραγούδι συνέχια!» είπε και έκλεισε την πόρτα με δύναμη πίσω της. Θυμήθηκε ότι έπρεπε να ψάξει στο google πόσο αντέχει ένας άνθρωπος χωρίς νερό και φαΐ, ευχόταν πάντως να άντεχε μέχρι το σαββατοκύριακο, ήταν πολύ αγχωτικό να σκάβεις λάκκους στο Σέιχ Σου, όταν ξυπνούσες νωρίς την επόμενη ημέρα.


[Προηγούμενες ιστορίες της Λίτσας μπορεί κανείς να διαβάσει εδώ και εδώ.]

28.2.07

Το μουνί της θείας

[Μέχρι στιγμής έχουν έρθει από το google πέντε επισκέψεις στο μπλογκ μου αναζητώντας «το μουνί της θείας».
Επειδή η συγκεκριμένη σεξουαλική επιθυμία δεν έχει τίποτα το μεμπτό (στο βαθμό που συναινεί και η θεία βεβαίως),
επειδή φαίνεται πως υπάρχει κοινωνική ανάγκη για πληροφορίες σχετικά με το ζήτημα,
και επειδή κυρίως μια ιστορία μυστηρίου πάνω, μια ιστορία μυστηρίου κάτω, δεν πρόκειται να κάνει καμία διαφορά σε αυτό το μπλογκ,
αποφάσισα να γράψω κάτι που θα αφορά άμεσα «το μουνί της θείας». Έρχονται που έρχονται οι άνθρωποι, να βρίσκουν και κάτι σχετικό.]

Κανείς γιατρός δεν μπόρεσε να καταλάβει τι έπαθε ο θείος Χαρίλαος, όσο και να τον εξέτασαν κατά τη διάρκεια της ασθένειάς του, όσο και να τον ρώτησαν αφού συνήλθε. Αυτά που έλεγε βέβαια μετά δεν ήταν για να τα παίρνεις και πολύ στα σοβαρά, έτσι που το είχε χάσει τελείως. Στα σαρανταδύο του πάντως ο άνθρωπος ήταν ακόμα ακμαιότατος, ταξίδευε με την νταλίκα του πάνω κάτω στην Ελλάδα, πολλές φορές και εξωτερικό, χωρίς ποτέ να παραπονεθεί για την κούραση ή την αϋπνία. Εντάξει ήταν λίγο οξύθυμος από την κούραση και το άγχος της δουλειάς, άλλα άντρας ήτανε, αν δεν ξεσπούσε και λίγο, αν δε χτυπούσε και καμιά φορά το χέρι του στο τραπέζι, πώς θα ξεθύμαινε;

Μια μεσοτοιχία είμαστε με το σπίτι τους, ακόμα θυμάμαι τα ουρλιαχτά της Κικής όταν την έδερνε, τις στριγκλιές της όταν την έδενε, τα κλάματά της όσο τη βίαζε.

Ο Χαρίλαος ξύπνησε μέσα στο μακρύ, πορφυρό τούνελ, χωρίς να ξέρει που βρίσκεται. Άγγιξε τον υγρό τοίχο και συνειδητοποίησε ότι ήταν πολύ μαλακός. Έσπρωξε και με τα δύο του χέρια, προσπαθώντας να δει αν υπήρχε κάποιο σκληρότερο υλικό πιο μέσα, συνάντησε όμως αντίσταση, σαν το υλικό να σκλήρυνε ξαφνικά. Σκέφτηκε ότι έπρεπε να βρει την έξοδο και σύρθηκε προς τη μία κατεύθυνση.

Τη θυμάμαι ακόμα εκείνη την ημέρα, σαν να ήταν χτες. Νωρίς το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο και η μητέρα μου άκουσε την αδελφή της να κλαίει και να φωνάζει ότι ο Χαρίλαος έπαθε μάλλον εγκεφαλικό, ανέπνεε βέβαια, αλλά ούτε κουνιόταν από το κρεβάτι, ούτε ξυπνούσε, ούτε απαντούσε στις ερωτήσεις της. Η μητέρα μου τη συμβούλεψε να τηλεφωνήσει κατευθείαν στο 166 και τρέξαμε στο σπίτι τους, που ήταν δύο τετράγωνα πιο κάτω. Μας άνοιξε αμέσως η θεία Κική, με τα μάτια κόκκινα από το κλάμα και μελανιασμένα. Πάλι είχε πέσει από τις σκάλες, δεν ήταν κατάσταση αυτή, όλο με μαύρα γυαλιά κυκλοφορούσε από την απροσεξία της.


Εκείνο το βράδυ δεν άντεξα άλλο, δεν του έφτανε μία φορά, έπρεπε να τη βιάσει και δεύτερη. Ήταν και τελείως σαδιστής, αν δε φώναζε η Κική πως δε θέλει, της έριχνε μπουνιές για να τσιρίξει έτσι και αλλιώς. Ή θα άλλαζα τη θέση της κρεβατοκάμαρας ή θα έκανα κάτι πιο δραστικό, λυπήθηκα την Κική και αποφάσισα το δεύτερο. Δεν αντέχονταν άλλο αυτές οι αϋπνίες.

Ο Χαρίλαος στην αρχή σερνόταν με δυσκολία, όσο όμως έσπρωχνε το μαλακό τοίχο για να περάσει, τόσο η υγρασία μέσα στο τούνελ αυξανόταν, προς το τέλος ουσιαστικά γλιστρούσε προς τα μπρος. Η σήραγγα αποκτούσε κλίση προς τα πάνω και κάποια στιγμή έφτανε σε αδιέξοδο, ο μαλακός τοίχος σε αυτό το σημείο μάλιστα φούσκωνε και λίγο αποκαλύπτοντας μια λεπτή σχισμή. Όσο και να προσπάθησε ο Χαρίλαος, δεν μπόρεσε να περάσει ανάμεσά της. Σκέφτηκε να δοκιμάσει προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Σε όλους τους γιατρούς και τα νοσοκομεία τον πήγαμε το θείο Χαρίλαο, αλλά άκρη δεν έβγαινε. Συνέχιζε να μην αντιδρά στο περιβάλλον, το εγκεφαλογράφημα όμως έδειξε ότι βρισκόταν σε μία κατάσταση ακατάπαυστων ονείρων, παρά ότι είχε σταματήσει η εγκεφαλική δραστηριότητα. Ο αξονικός και ο μαγνητικός τομογράφος δε βρήκαν επίσης καμία εγκεφαλική βλάβη. Αναγκαστικά η θεία Κική τον πήρε πίσω στο σπίτι, δεν υπήρχε κανένας λόγος να μείνει στο νοσοκομείο. Χρυσός άνθρωπος η θεία Κική, δύο χρόνια κράτησε η αρρώστια του θείου Χαρίλαου, ούτε μια φορά δεν παραπονέθηκε. Για αποκλειστική νοσοκόμα ούτε λόγος, αυτή τον έπλενε, αυτή τον τάιζε, αυτή τον ξεσκάτιζε.

Βγήκα στο μπαλκόνι και ξερίζωσα ένα μανδραγόρα από τις γλάστρες που είχα κρύψει πίσω από τις μαργαρίτες. Το φεγγάρι ευτυχώς φαινόταν ανάμεσα από τις πολυκατοικίες και έτσι βεβαιώθηκα ότι είχε πανσέληνο. Το μόνο που έμενε ήταν να έρθει και ο μαύρος γάτος μου, ο Πρόσπερο, τον χρειαζόμουν να χορεύει όσο θα έκανα την επίκληση.

Ο Χαρίλαος ουσιαστικά κύλησε προς τα κάτω, καθώς το τούνελ είχε γίνει τελείως υγρό πια. Μετά από λίγη ώρα, είδε ελάχιστο φως να μπαίνει από ένα στενό άνοιγμα μπροστά του. Ένα λευκό βαμβακερό ύφασμα με τεράστια μοβ λουλούδια έκλεινε το άνοιγμα, ενώ μαύρα χοντρά σκοινιά φαίνεται πως ήταν δεμένα απέξω και απλώνονταν εμπρός από το άνοιγμα. Προσπάθησε να σκίσει το ύφασμα άλλα ήταν πολύ σκληρό. Συνειδητοποίησε πως ήταν παγιδευμένος.

Συνέβαινε όμως κάτι παράξενο με τη θεία Κική. Εκεί που καθόταν ήσυχη ήσυχη δίπλα στο θείο Χαρίλαο χαϊδεύοντας τα μαλλιά του ή κρατώντας το χέρι του, ξαφνικά κοκκίνιζε, άρχιζε να ανασαίνει βαριά και να τρέμει πάνω στην καρέκλα της. Όταν συνερχόταν από αυτούς τους σπασμούς ήταν ιδρωμένη και με ένα τεράστιο χαμόγελο, μέχρι τα αυτιά της. Η μητέρα μου τη ρωτούσε και την ξαναρωτούσε τι της συνέβαινε, αλλά αυτή χασκογελούσε και αρνιόταν να της πει, μέχρι που της εξομολογήθηκε ότι από τότε που έπαθε το κακό ο Χαρίλαος, σε άσχετες φάσεις αισθανόταν ένα δάχτυλο να της χαϊδεύει το εσωτερικό του κόλπου της και μάλιστα αυτό ήταν τόσο ηδονικό, που μάλλον από αυτό το αόρατο δάχτυλο ήρθε για πρώτη φορά στη ζωή της σε οργασμό. Η μητέρα μου προφανώς της είπε να πάει όσο πιο γρήγορα γίνεται σε γυναικολόγο, κανείς όμως από τις τρεις γυναικολόγους που επισκέφτηκε δεν της βρήκε τίποτα ανησυχητικό. Ο τρίτος της είπε ότι ήταν μάλλον κάτι ψυχολογικό, αλλά εφόσον της ήταν ευχάριστο και δεν είχε καμία άλλη παραίσθηση, δεν έπρεπε να την ανησυχεί.

Δε μου άρεσε που είχα βάλει το μαύρο τσουκάλι μου στην ηλεκτρική εστία, αλλά βαριόμουν να τρέχω στα λιβάδια έξω απ’ την πόλη. Στο κάτω κάτω για να κοιμηθώ με την ησυχία μου γινόταν αυτή η ιστορία, όχι για να ξαγρυπνήσω τελείως. Ο Πρόσπερο είχε πάντως καταλάβει ότι η τελετουργία ολοκληρωνόταν και χοροπηδούσε πλέον σαν τον παλαβό γύρω από το άγαλμα του Βεελζεβούλ στο κέντρο της κουζίνας. Πυκνοί μοβ καπνοί υψώθηκαν από το τσουκάλι μου, κατευθύνθηκαν έξω από το διαμέρισμα και μετά πάλι μέσα, στο διαμέρισμα του Χαρίλαου και της Κικής.

Λίγο πριν να κλείσουν δυο χρόνια ο θείος Χαρίλαος ξύπνησε, αλλά αυτό δημιούργησε περισσότερα προβλήματα από όσα έλυσε. Ήταν πάλι πρωί, όταν χτύπησε το τηλέφωνο, αυτή τη φορά όμως το σήκωσα εγώ. Η θεία Κική ακουγόταν έντρομη από την άλλη μεριά λέγοντας ότι ο Χαρίλαος ξύπνησε και θέλει να τη σκοτώσει γιατί τον κρατούσε φυλακισμένο δύο χρόνια. Ευτυχώς που οι μύες του είχαν ατονήσει και μπορούσε μόνο να την απειλεί, η θεία όμως ήταν σε κατάσταση σοκ, ό,τι να ‘ναι έλεγε, πώς δεν άντεχε άλλες δικαιολογίες με σκάλες και δε θυμόταν που είχε βάλει τα γυαλιά ηλίου της. Τρέξαμε γρήγορα με τη μητέρα μου και είδαμε ότι η κατάσταση ήταν ακριβώς όπως την περιέγραφε η θεία Κική, κι επειδή ακριβώς ο θείος Χαρίλαος δεν μπορούσε να κινηθεί, έβριζε όσο δεν είχε βρίσει τα τελευταία δύο χρόνια. Μας πήρε δύο δύσκολους μήνες για να αποδεχτούμε ότι η κατάσταση του θείου δεν μπορούσε να διορθωθεί ούτε με ψυχοθεραπεία, ούτε με φάρμακα. Με βαριά την καρδιά αναγκαστήκαμε να τον κλείσουμε στη Σταυρούπολη. Το μόνο καλό από εκείνη την περίοδο ήταν ότι η θεία θεραπεύτηκε ξαφνικά από το ψυχοσωματικό της πρόβλημα και ποτέ ξανά δεν υπέφερε από σπασμούς. Μάλλον θα οφειλόταν στη στενοχώρια της που έβλεπε καθημερινά το θείο Χαρίλαο φυτό, άλλη εξήγηση δεν μπορώ να βρω.

Πέρασαν μέρες μέχρι να καταλάβει ο Χαρίλαος που ακριβώς βρισκόταν, την ημέρα που η Κική αποφάσισε να κάνει μπάνιο. Δυνατό φως μπήκε από την είσοδο του σκοτεινού τούνελ, καθώς το βαμβακερό ύφασμα έφυγε από το άνοιγμα. Ο Χαρίλαος σύρθηκε γρήγορα προς τα έξω, για να συνειδητοποιήσει ότι έβλεπε το μπάνιο του σπιτιού τους σε τεράστιες διαστάσεις. Κρατήθηκε από τα μουνόχειλα της Κικής για να μην καταρρεύσει, και προσπάθησε να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει. Ήταν σαφές ότι αν πηδούσε θα σκοτωνόταν, και ακούγοντας το νερό να τρέχει με ορμή από το τηλέφωνο, σύρθηκε με ορμή προς τα μέσα (επειδή στην πραγματικότητα ήταν πολύ φοβητσιάρης, δεν έμαθε ποτέ ότι και να αποφάσιζε να πηδήσει, ένα αόρατο δίχτυ θα τον έστελνε πίσω στη φυλακή του). Εκεί μέσα πέρασε αργά και βασανιστικά (επιτέλους για τον ίδιο και όχι για τους άλλους) τα δύο επόμενα χρόνια της ζωής του.

Έπρεπε να περιμένω μέχρι την επόμενη ημέρα για να βεβαιωθώ ότι είχα φυλακίσει για τα καλά την ψυχή του. Τσάμπα κόπος όμως. Μετά από δύο εβδομάδες ήρθε στο από πάνω διαμέρισμα μια οικογένεια με τέσσερα παιδιά, κι από το να τους μεταμορφώνω όλους σε βατράχια σκέφτηκα ότι ήταν καλύτερα να αλλάξω θέση στην κρεβατοκάμαρα.

26.2.07

Το προσωπείο πίσω από το πρόσωπο

Ήταν ωραία στη συνάντηση των Θεσσαλονικέων μπλόγκερ το Σάββατο. Τα ποτά έρχονταν το ένα μετά το άλλο με σύννεφα καπνού να ανεβαίνουν από το γωνιακό τραπέζι στην άκρη του μπαρ, καθώς οι συζητήσεις ήταν από την αρχή έντονες και ενδιαφέρουσες για όλους. Κανείς δεν κατάλαβε πότε πήγε μία η ώρα, κάποιοι όμως έπρεπε να γυρίσουν σπίτι, το Θεριό Ανήμερο το περίμεναν σε ένα πάρτυ, ενώ ο Ζούρι ξυπνούσε από τις οχτώ την επόμενη ημέρα.
Όλοι και όλες άρχισαν να φοράνε τα παλτό τους και να ετοιμάζονται να φύγουν. Ο Μιχάλης τους είπε ότι δε θα έφευγε, είχαν έρθει και δύο φίλες του, η Λουίζα και η Ιωάννα που είχαν όρεξη να κάτσουν κι άλλο, το σημαντικότερο όμως ήταν ότι μετά από χρόνια συναντούσε ξανά το Nada, που έκαναν παρέα στο Πανεπιστήμιο και είχαν χαθεί στη συνέχεια. Ο Nada ήταν και dj στο μπαράκι, δεν είχε κάτσει καθόλου μαζί τους, ήταν λοιπόν μια ευκαιρία να τα πουν τώρα που αραίωνε σιγά σιγά σιγά ο κόσμος. Η Λουίζα πρότεινε στη Homeless Montressor και στη Nosyparker να μείνουν λίγο ακόμα, τους εξήγησαν όμως ότι τα σπίτια τους ήταν στο δρόμο του Πάνου, και βόλευε να τις αφήσει. Ο Πάνος τις άκουσε και χαμογέλασε. «Είμαι μια πολύ βολική δικαιολογία τελικά» σκέφτηκε. Ο Μαύρος Γάτος τους χαιρέτησε όλους με ένα ζεστό χαμόγελο και μια φιλική κουβέντα, ενώ το Θεριό Ανήμερο είπε στο Μιχάλη πως θα ήταν ωραία να κανόνιζαν κάτι ξανά όλοι μαζί. Τελευταίος χαιρέτησε και ο Psarog, ενώ η Ιωάννα ψιθύρισε στο αυτί του Μιχάλη: «Ωραίο παλικάρι αυτός, να μην ήμουν με το Δημήτρη και θα σου ‘λεγα εγώ…». Ο Ζούρι έσφιξε χέρια, χτύπησε πλάτες φιλικά και αποχαιρέτισε και αυτός με τη σειρά του τα παιδιά που θα έμεναν, δίνοντας λίγο παραπάνω έμφαση στις φίλες του Μιχάλη.

Βγαίνοντας από το μπαράκι κατευθύνθηκαν όλοι σε ένα σκοτεινό στενό, που ήταν άδειο εκείνη την ώρα. Ο Ζούρι αναστέναξε: «Πωπώ πρέπει να αλλάξω σύντομα στολή, έχω χάσει πολλά κιλά και αυτή δεν πέφτει καλά επάνω μου». Έβγαλε τη μάσκα και πέταξε γρήγορα τα ρούχα του για να αποκαλυφθεί ένα υπέροχο γυμνό γυναικείο σώμα, με τέλεια χαρακτηριστικά στο πρόσωπο και μαύρα μακριά μαλλιά. Σφύριξε δυνατά και από τη γωνία του δρόμου, εμφανίστηκε ένα αραβικό μαύρο άλογο καλπάζοντας δυνατά. Ο Ζούρι πήδηξε επάνω στο άλογο και φώναξε στους υπόλοιπους, «Παιδιά τα λέμε την επόμενη φορά που θα ανέβω. Πάνο, χάρηκα πολύ που σε γνώρισα!», καθώς έτρεχε γρήγορα προς την Τσιμισκή. Ο Πάνος φώναξε «Κι εγώ!» σκεπτόμενος ότι ο Ζούρι ήταν απολαυστική γνωριμία, ακόμη και όταν σε αποχαιρετούσε.
Η Homeless Montressor είχε βγάλει κι αυτή πλέον το λαμπερό κόκκινο φόρεμα της και προσπαθούσε να στερεώσει καλύτερα το μπλε καπέλο, πάνω στο πράσινο, εξωγήινο κεφάλι της. Έβγαλε ένα τηλεχειριστήριο από την τσάντα της, πάτησε το κίτρινο κουμπί και ρώτησε τους υπόλοιπους αν ήθελαν να τους πετάξει κάπου. Ο Πάνος θυμήθηκε τρομαγμένος την πρώτη και τελευταία φορά που είχε δεχτεί την πρότασή της, και είπε ευγενικά όχι. Ο Μαύρος Γάτος και η Nosyparker είχαν ήδη αποφασίσει να πάνε μια βόλτα στα κεραμίδια της Άνω Πόλης και νιαούρισαν αρνητικά. Ο ιπτάμενος δίσκος προσγειώθηκε με προσοχή στο στενό δρομάκι και η Homeless Montressor μπήκε μόνη της μέσα, στέλνοντας φιλάκια με τα μακριά πράσινά της δάχτυλα.
Ήταν ώρα να φύγουν και οι υπόλοιποι, το Θεριό Ανήμερο είχε τακτοποιήσει τα μαλλιά της ώστε να πετάνε σαν πρόκες προς όλες τις κατευθύνσεις, ενώ δοκίμαζε και κάποιες κινήσεις καράτε. Αφού κατάφερε να βουλιάξει τη λαμαρίνα από ένα κάδο του δήμου με μια εναέρια κλωτσιά, μονολόγησε: «Οκέι, είμαι έτοιμη για το πάρτυ.» Σήκωσε τη Nosyparker στο ύψος του προσώπου της και της φίλησε τη μουσούδα, ενώ χάιδεψε απαλά το κεφάλι του Μαύρου Γάτου (δεν είχαν τόση οικειότητα) και αυτός γουργούρισε ευτυχισμένος. Τα δύο γατιά άρχισαν να τρέχουν προς τα Βόρεια, διαφωνώντας με νιαουρίσματα αν έπρεπε να πάνε κατευθείαν στην Άνω Πόλη, ή να περάσουν για ένα μεζέ από το Μπιτ Παζάρ, όπως πρότεινε η Nosyparker.
Ο Πάνος κοίταξε τον Psarog και τον ρώτησε αν τον βόλευε να τον αφήσει κάπου. Ο Psarog σταμάτησε να ξύνεται και είπε αγχωμένος στο Πάνο, «Ναι, ναι στην κοντινότερη θάλασσα, το δέρμα μου με φαγουρίζει πάρα πολύ!» Καθώς κατευθύνονταν προς το αυτοκίνητο ο Πάνος αναρωτιόταν πώς δεν είχαν κουραστεί ακόμη με αυτήν την ιστορία της ψευδωνυμίας, ιδίως οι μπλόγκερ σαν το Ζούρι και τον Psarog που έγραφαν καιρό. Δε χρειάστηκαν πάνω από πέντε λεπτά για να φτάσουν το Λευκό Πύργο, ο Psarog ευχαρίστησε τον Πάνο και έτρεξε γρήγορα προς την παραλία. Ενώ ο Πάνος έβαζε ξανά εμπρός το αμάξι, πρόσεξε πόσο ωραία αντανακλούσαν το φεγγάρι τα ασημένια λέπια του Psarog καθώς βουτούσε πίσω στη θάλασσα. Συνέχισε στη Νίκης σκεπτόμενος ότι είχε καιρό να μπει στο μπλογκ του Άμμου. Να του έκανε αύριο καμιά επίσκεψη, ίσως να άφηνε και κανένα σχόλιο, για να του δείξει ότι τον συμπάθησε.

Είχε πάει πέντε το πρωί και το μπαράκι έκλεινε πια. O Μιχάλης πλήρωσε τα τέσσερα τζιν τόνικ που είχε πιει, και ο Nada μάζευε τα cd του. «Παιδιά, θα σας πρότεινα να σας ανεβάσω με το αυτοκίνητο, αλλά μεταξύ μας είμαστε, μη λέμε μαλακίες…» Ο Μιχάλης συμφώνησε, ενώ η Λουίζα σχολίασε ότι θα ήταν πολύ πιο βολικό να συγκατοικεί με το Ζούρι ή τη Homeless Montressor, θα της έφευγαν σίγουρα πολύ λιγότερα λεφτά σε ταξί.
Κατευθύνθηκαν προς την έξοδο. Αφού ο Μιχάλης και ο Nada υποσχέθηκαν ο ένας στον άλλο ότι δε θα χαθούν, κοίταξαν γύρω τους και βεβαιώθηκαν ότι δεν τους βλέπει κανείς. Ο Nada είπε «Καληνύχτα» και χτύπησε τα δάχτυλα του, για να εξαφανιστεί ως δια μαγείας. Ο Μιχάλης είχε ήδη αρχίσει να στροβιλίζεται γύρω από τον εαυτό του, μέχρι που μεταμορφώθηκε σε ένα μικρό ανεμοστρόβιλο από άμμο. Μια υπόκωφη φωνή ακούστηκε μέσα από τη δίνη: «Λουίζα, μην ξεχάσεις να μαζέψεις και τα γυαλιά μου!» ενώ ο ανεμοστρόβιλος κατευθυνόταν γρήγορα προς το Βορρά. Η Λουίζα άρχισε να μαζεύει τα ρούχα του Μιχάλη, συνειδητοποιώντας πώς ήταν αρκετά ευγενικός, ώστε να μη φορέσει εσώρουχο απόψε. «Αυτή η ιστορία έχει αρχίσει να με κουράζει…» μονολόγησε, και η Ιωάννα κούνησε το κεφάλι συμφωνώντας.

24.2.07

Η φύση των ονομάτων

Η βροχή έβρεχε όλο και δυνατότερα, καλύπτοντας το τοπίο μπροστά της με ένα τραχύ πέπλο. Η Ηλέκτρα δεν έβλεπε, προχωρούσε ακατάπαυστα προς τα μπρος στο λασπωμένο χωματόδρομο, όλο και πιο μακριά από τη μικρή επαρχιακή κωμόπολη. Δεν είχε τίποτε άλλο να την προστατέψει πέρα από τη μεγάλη, μαύρη ομπρέλα της και το μαύρο της παλτό, αυτό σκεφτόταν. Τίποτε άλλο και κανέναν άλλο.
Ήταν βέβαιη πια ότι το όνομα της το είχαν δώσει για να την προειδοποιήσουν, απλά αυτή το κατάλαβε πολύ αργά, όταν όλα σχεδόν είχαν πραγματοποιηθεί. Σχεδόν όλα, η αλήθεια είναι αυτή.
Όταν ο πατέρας της γύρισε από τα καράβια με πρόωρη σύνταξη, λόγω του σοβαρού του προβλήματος με το ζάχαρο, τα παιδιά χάρηκαν πολύ που θα τον είχαν πλέον μαζί τους. Δεν πρόσεξαν πόσο χαλαρή ήταν η μητέρα τους με το γεγονός, σχεδόν ενοχλημένη, οι συνεχείς τους καβγάδες όμως τους έδειξαν από νωρίς ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά μεταξύ τους. Μυστηριωδώς (έτσι φάνηκε στα παιδιά τότε) οι καβγάδες κράτησαν μόλις ένα μήνα, αφού η μητέρα τους στη συνέχεια μεταμορφώθηκε σε τέλεια νοικοκυρά, χαμογελαστή και γλυκομίλητη, με μια κρίση όμως λεπτομέρεια: άρχισε να φτιάχνει συνεχώς γλυκά. Αυτή που δε φημιζόταν ποτέ για τη μαγειρική της, άρχισε να γεμίζει το σπίτι με μαρμελάδες και γλυκά του κουταλιού, κρέμες και παντεσπάνια. «για τα παιδιά», όπως έλεγε. Ένα μεγάλο ελάττωμα είχε ο πατέρας τους, ήταν λιχούδης, έτσι το είχε πάθει και αρχικά το ζάχαρο.
Δεν χρειάστηκαν παραπάνω από έξι μήνες για να τον βρουν ένα πρωί νεκρό στο μπάνιο (εκεί κρυβόταν για να τρώει γλυκά), πασαλειμμένο με κόκκινη κρέμα από μια πάστα φράουλα. Στην κηδεία όλοι θαύμασαν την ψυχραιμία και την αξιοπρέπεια της μητέρας τους της Κλαίρης, αν και ορισμένοι ψιθύριζαν ότι από το χέρι της πήγε, μεταφορικά μιλώντας.
Ο γείτονας τους ο Θέμης, δεν άργησε να ξαναρχίσει τις καθημερινές επισκέψεις στο σπίτι, ιδίως τις πρωινές ώρες που τα παιδιά έλειπαν στο σχολείο. Η μητέρα τους σύντομα έβγαλε τα μαύρα και μετά από ένα περίπου χρόνο τους ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί, με το Θέμη. Στη γειτονιά όλες ψιθύριζαν ότι η Κλαίρη τον είχε γκόμενο πολύ πριν πεθάνει ο άντρας της, και πολλές σχολίαζαν ότι ο θάνατός του δεν ήταν άσχετος με την καψούρα της Κλαίρης για το Θέμη. Της τα είχε πει η κολλητή της στο σχολείο της Ηλέκτρας και εκείνη δεν ήξερε που να κρυφτεί από εκείνη την ημέρα και μετά, αν ήταν στο χέρι της, ούτε σχολείο δε θα πήγαινε.
Ή ανακοίνωση του γάμου είχε γίνει χτες. Όλο το βράδυ η Ηλέκτρα προσπαθούσε να ηρεμήσει τον αδελφό της τον Τάκη, που κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο μαζί του, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Λίγο πριν κοιμηθεί ήταν βέβαιη ότι κάτι κακό θα ξημέρωνε με την επόμενη ημέρα, και στις αρνητικές της προβλέψεις έπεφτε σχεδόν πάντα μέσα, σαν τη γειτόνισσά τους τη Σάντρα.
Ξύπνησε από τις φωνές του Θέμη και της μητέρας της και έτρεξε προς το δωμάτιό τους. Ο αδερφός της είχε ρίξει επάνω τους ένα δίχτυ που χρησιμοποιούσαν για το μάζεμα των ελιών και τους χτυπούσε με το μεγάλο στυλιάρι που χρησιμοποιούσαν στο τίναγμα των κλαδιών. Ο Θέμης φαινόταν λιπόθυμος με ένα ρυάκι αίμα να κυλάει από το μέτωπό του, ενώ η μητέρα τους ούρλιαζε καθώς ο Τάκης την χτυπούσε σε όλο το σώμα, αποφεύγοντας το κεφάλι. Μάλλον ήθελε να την πονέσει περισσότερο από το Θέμη. Η Ηλέκτρα φόρεσε γρήγορα το μαύρο παλτό της, πήρε τη μεγάλη μαύρη ομπρέλα του πατέρα τους και έτρεξε μακριά από το σπίτι, ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα στις περίεργες γειτόνισσες που είχαν αρχίσει να μαζεύονται ήδη μπροστά από την εξώπορτά τους.
Η βροχή έπεφτε όλο και δυνατότερα και τα παπούτσια της Ηλέκτρας είχαν αρχίσει να γεμίζουν και μέσα με λάσπες, οι κάλτσες της είχαν μουλιάσει με νερό και πάγωνε ολόκληρη. Που θα πήγαινε; Δεν είχε σπίτι πια, δεν είχε κανέναν, τίποτε. Κοίταξε ολόγυρα τα πράσινα χωράφια με τα φασολάκια και τις μπάμιες και επιθύμησε να ήταν καλοκαίρι. Τα καλαμπόκια θα ήταν ψηλά πια, θα μπορούσε να μπει ανάμεσα τους και να κρυφτεί για πάντα. Τώρα ούτε να κρυφτεί, ούτε να πάει είχε πουθενά, μόνο να φύγει. Για μια στιγμή ένιωσε την οργή να τη γεμίζει ολόκληρη, σήκωσε με το ένα χέρι ψηλά την ομπρέλα, άπλωσε το άλλο και φώναξε με όλη τη δύναμη της φωνής της: «Τι άλλο θα με βρει από αυτό το όνομα, τι;» Η φωνή της σκέπασε σχεδόν το δυνατό ήχο της βροντής.

Αργότερα στο νοσοκομείο, στο διπλανό θάλαμο από τη μητέρα της και το Θέμη, μαυρισμένη, μελανιασμένη και με τα μαλλιά της όρθια σαν Αφρικάνα, αποφάσισε ότι από εδώ και μπρος θα την έλεγαν Ρίτσα.

21.2.07

Δύο μήνες: Η ψυχοθεραπεία της γραφής - Superbia

Είναι μάλλον κοινός τόπος ότι η γραφή (δημιουργική, ημερολογιακή, στοχαστική κτλ.) βοηθάει τους ανθρώπους να ανακαλύψουν πλευρές του εαυτού τους που αγνοούσαν, ακόμη ακόμη και να βρουν ισορροπίες που μάταια έψαχναν σε άλλα μονοπάτια. Το σημερινό κείμενο δεν αναφέρεται καθόλου σε αυτή τη διαδικασία.

Μετά από δύο μήνες μπλόγκινγκ με απασχολεί αντίθετα πώς μπορεί η γραφή να θεραπεύσει τον εαυτό της, μέσα από μια ταπεινή προσπάθεια όπως αυτή (με το «ταπεινή» ούτε αστειεύομαι, ούτε υποκρίνομαι ταπεινοφροσύνη, αλλά κυριολεκτώ όπως θα φανεί και στη συνέχεια).
Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν έχω γράψει ποτέ ημερολόγιο κι έτσι δεν ξέρω ούτε τις χαρές του, ούτε τους καημούς του. Εμπειρία έχω από κείμενα λογοτεχνικά, δοκιμιακά ή ακαδημαϊκά (οι σταθεροί όμως επισκέπτες θα ξέρουν ότι πνεύμα έχω πουλήσει λίγο μέχρι τώρα).
Σχετικά με τη λογοτεχνία λοιπόν. Έχω γράψει ξανά για τον παραδοσιακά μοναχικό συγγραφέα που απομονώνεται γράφοντας, συσσωρεύοντας ένα έργο, με μόνη δυνατότητα ευρύτερης επικοινωνίας την έκδοση, έστω σε κάποιο λογοτεχνικό περιοδικό. Ποικίλες παθολογίες μπορούν να αναπτυχθούν όσο η συγκεκριμένη επικοινωνία αργεί να ξεκινήσει αλλά αυτή που εγώ κυρίως αντιμετώπισα ως τώρα ήταν η ανάπτυξη μιας συγγραφικής ματαιοδοξίας, ώστε να υποστηρίξω το μάταιο της προσπάθειάς μου: αν δεν έγραφα κάτι σπουδαίο, για ποιο λόγο να έγραφα;
Από τη ματαιοδοξία μου έχω τραβήξει πολλά και όχι μόνο ως συγγραφέας. Αυτό όμως είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία. Σημασία έχει ότι εδώ άρχισα να τη θεραπεύω, μαθαίνοντας σιγά σιγά να γράφω και καλύτερα.
Δεν είναι κακές οι διακειμενικές αναφορές, τα περίπλοκα αφηγηματικά σχήματα και η ποικιλία των φωνών του αφηγητή, οι γιορτές τελικά του ύφους. Σημασία έχει όμως να τα χρησιμοποιείς ως εργαλεία που ισχυροποιούν τη γραφή σου και την κάνουν οξύτερη και όχι ως συγγραφικές δικαιώσεις. Όσο απλοϊκό και να ακούγεται, σημασία έχει να κάνεις ύφος, όχι να πουλάς υφάκι.
Το έγραψα και πριν, το μέσο είναι ταπεινό και το έργο που φιλοξενείται επίσης. Τα κείμενα δεν μπορούν να έχουν μεγάλη έκταση, και η μετακίνησή τους προς τα πίσω κάνει προβληματική ακόμα και μια ιστορία σε συνέχειες. Οι επισκέπτες δεν είναι ούτε φιλόλογοι, ούτε συνήθως βιβλιοφάγοι και πρέπει να σεβαστείς και τη δυσκολία τους να διαβάζουν από μια οθόνη. Τα κείμενα πρέπει να είναι μικρά και απλά, για να μπορούν να διαβάζονται.
Και που να συγκεντρώσεις έργο, να δείξεις συνδέσεις και συνοχή; Τα κείμενα σπρώχνονται αέναα προς τα πίσω, κρύβονται στους προηγούμενους μήνες. Στους συχνούς αναγνώστες μένουν θολές αναμνήσεις υποθέτω, μια «ατμόσφαιρα» της γραφής, που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από την ένταση των εμμονών σου.
Δε φεύγει μόνο το φλούδι της γραφής τελικά, αλλά και ένα μεγάλο μέρος της σάρκας της. Αυτό που μένει, η σφιχτή σάρκα γύρω από το κουκούτσι, είναι σίγουρα η επικοινωνία μαζί με τα στοιχειώδη υλικά της τέχνης σου: μια καλή ιστορία, που θα βάλει και λίγο τον άλλο να σκεφτεί ή να συγκινηθεί.

«Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος, πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμά σου» που έλεγε και ένας Κώστας, δύο χρόνια μεγαλύτερός μου τότε.

20.2.07

Μια καμένη αλληγορία

Στο Λιτόχωρο τις Αποκριές ανάβουν μεγάλες φωτιές, τις ταΐζουν με κλαδιά κέδρων, κάθονται γύρω τους, πίνουν κρασί και χορεύουν. Κάθε ενορία διαγωνίζεται με την άλλη για το ποια φωτιά θα είναι ψηλότερη, αλλά ο κρυφός, πραγματικός διαγωνισμός είναι ποια ενορία θα κλέψει περισσότερα κλαδιά κέδρων από την άλλη την τελευταία στιγμή (και επομένως θα έχει την ψηλότερη φωτιά).

Εμείς καθίσαμε στη φωτιά των “Indian”, ακούγοντας ροκ μουσική και ηλεκτρονικά μπίτια, χαζεύοντας την μεγάλη, ψηλή φωτιά και χορεύοντας. Οι αναπτήρες μας ήταν κρυμμένοι κάτω από κελεμπίες, νεραϊδοφτερά και ξανθιές περούκες, οπότε ψάξαμε τριγύρω για φωτιά, για μια μικρή φωτιά. Έτσι γνωρίσαμε το Γιώργο.

Κάπου στα μισά των είκοσι, με μακρύ σπαστό μαλλί και μούσια, μαυροντυμένος, μας έδωσε τον αναπτήρα του και απομακρύνθηκε, αφού ανταλλάξαμε δύο κουβέντες. Αρκετά διαφορετικός από τους άλλους, καθόταν κυρίως μόνος του με το βλέμμα προσηλωμένο στη φωτιά και σιγά σιγά απομακρυνόταν από τον κύκλο. Στα ροκ χόρευε, στα μπίτια χανόταν μάλλον στον κόσμο του, και όλο απομακρυνόταν.

Κάποια στιγμή τον είδα να βρίσκεται πλέον πίσω από κάτι θάμνους, με το βλέμμα πάντα προσηλωμένο στις φλόγες. Ξαφνικά άρπαξε ένα μεγάλο κλαδί κέδρου, το έσυρε με δύναμη και το πέταξε στο κέντρο της φωτιάς. Ήταν βρεγμένο και μαζί με τα λεπτά φύλλα που στραφτάλιζαν καιόμενα και τις ψηλές γλώσσες φωτιάς που ξεπηδήσαν, σηκώθηκε και πολύς, πυκνός καπνός. Με μάγεψαν οι σπίθες που χόρευαν μέσα στους καπνούς, πετάριζαν χαοτικά και χάνονταν όσο ξαφνικά εμφανιστήκαν.

Και εκεί σκέφτηκα ότι κάπως έτσι γράφουμε εδώ. Από τις διαδοχικές θέσεις του Γιώργου, αλλά και μέσα απ’ τους καπνούς, πετάγοντας σπίθες.

17.2.07

Πέντε υλικά αφηγήσεων

Με έβαλε ο αγαπητός φίλος Helix Nebulae να συμμετάσχω σε ένα παιχνίδι προσωπικών αποκαλύψεων που παίζεται τον τελευταίο καιρό στην μπλογκόσφαιρα. Οι όροι του παιχνιδιού είναι ότι πρέπει να πω πέντε πράγματα για τον εαυτό μου και μετά να προτείνω σε πέντε άλλους /ες μπλόγκερ να κάνουν το ίδιο. Σκέφτηκα ότι θα είχε ενδιαφέρον να μπλέξω τα αντικειμενικά προσωπικά στοιχεία με κάποιες φανταστικές αφηγήσεις που έχουν προκύψει από αυτά, οπότε μαζί με κάθε "αποκάλυψη" υπάρχει και ένα λινκ για μια ιστορία μου. Αρχίζουμε.

1) Ένα παιδικό βιβλίο που ανακάλυψα μεγάλος και έχω κολλήσει με αυτό είναι η "Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων." Το διάβασμά του έχει σχεδόν ηρεμιστική επίδραση πάνω μου.
2) Μια μεγάλη φοβία της νηπιακής μου ηλικίας ήταν ότι πίσω από τον καναπέ του σαλονιού μας κρύβεται ένα μεγάλο, κακό τζίνι.
3) Ο αγαπημένος μου υπερήρωας είναι ο Μπάτμαν, συμπαθώ όμως ακόμα περισσότερο την Κατγούμαν.
4) Μου αρέσουν πολύ τα θρίλερ, ιδίως του Ντάριο Ντ' Αρτζέντο, επειδή συνδυάζουν συχνά μια ονειρική διάθεση με λουτρά αίματος.
5) Προτιμώ να κάνω σεξ με άπλετο φως και ιδίως το μεσημέρι.

Ένα τραγούδι που μου ταιριάζει με αυτό το παιχνίδι, επειδή περιλαμβάνει πέντε τρελούς ήρωες που λέει ο καθένας τα δικά του, είναι "Ο Βασιλιάς του Λα" του Ζακ Στεφάνου, οπότε σας το προτείνω.
Με τη σειρά μου προσκαλώ στο παιχνίδι τους AlluFunMarx, Nago, Νερίνα, Misirlou Oubliez και Non Private Life.

15.2.07

Ακόμα ζούνε, όσο γράφουμε

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
η μέρα μου δε μου άρεσε καθόλου σήμερα. Εντάξει το πρωι πρόλαβα να πχιω έναν καφέ και να κάνω ένα τσιγάρο, εφτυχώς άκουσα το ξυπνιτήρι και σηκώθηκα στην όρα μου. Η μαλακία όμως έγινε μετά στη δουλιά, με είδε χτες το αφεντικό από τις κάμερες ότι έστελνα μήνιμα από το κινητό, όσο και καλά τηλεφονούσα για ενιμέρωση. Ο ιδγιος βεβαια δεν είπε τίποτα, καλή νιφίτσα είναι, έβαλε όμως τη σκύλα την υποδιεφθύντρια να μου κάνει παρατήριση. Ακούς εκεί να με απολίσουν, για να δοκιμάσουν και θα δουν τι έχουν να πάθουν, θα ξιπνήσει ο άλλος μου εαφτός.
Όλη μέρα ήμουν πολλύ τσαντιζμένη, δεν είναι και δουλιά αυτό το τιλεμάρκετινγκ, παίρνεις τηλέφονο τον κάθε μαλάκα για να κάνει μια ακόμι μαλακία και να αγοράσει τις μαλακίες που πουλάμαι. Τόρα σκέφτομε ότι γράφω πολλύ πρόχειρα εδώ, τρις φορές έγραψα τη λέξη μαλακία στην προϊγούμενη πρόταση, συγνώμη αγαπημένο μου ημερολόγιο.
Τέλος πάντον, όταν γήρισα σπίτι στην αρχή ήταν καλά, έφαγα μια σαλάτα με μαρούλι και τόννο και ήπχια ένα φυσικό χυμό. Η δίετα πάει πολύ καλά, έχω χάσει ήδη τρία κιλλά και συναιχίζω ακάθαικτη. Άβριο λέω να προτίνω και στο νεαρούλη τον πωλητή να βγούμε για καφέ, δεν έχω τίποτα να χάσω. Είναι βέβαια λίγο τριχοτός, τις προάλες φορούσε ένα πουκάμισο με ανιχτό το γιακά και το είδα, αλλά δεν πειράζει. Έτσι κι αλλιός για ένα βράδυ τον θέλω.
Δυστιχώς όμως όταν μπήκα στην κρεβατοκάμαρα είδα ότι δεν είχα σιδερόσει. Το βράδυ κιμήθηκα στον καναπέ και ξέχασα τελείως τι είχα αφίσει στην κρεβατοκάμαρα. Πρέπει λοιπόν να σε αφήσω αγαπημενό μου ημερολόγιο, με περιμαίνουν πολλές δουλιές ακόμα.

Η Λίτσα έκλεισε για άλλη μια φορά το ημερολόγιό της ανακουφισμένη. Πάντα τη βοηθούσε να γράφει στο τέλος μιας δύσκολης ημέρας, έπαιρνε από πάνω της την ένταση και τη γέμιζε με ευχαρίστηση ότι μπορούσε να μιλήσει με ειλικρίνεια σε κάποιον, ακόμα κι αν ήταν ένα άψυχο φύλλο χαρτί.
Σηκώθηκε χαμογελώντας από το γραφείο και κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρα. Άνοιξε τη χωνευτή ντουλάπα και έβγαλε το ατμοσίδερο. Για μια στιγμή σκέφτηκε να βγάλει και τη σιδερώστρα, αλλά αποφάσισε ότι δε θα βόλευε, ήταν πολύ μικρή για να χωρέσει ό,τι είχε για σιδέρωμα. Έβαλε το ατμοσίδερο στην πρίζα.
Τα νεύρα της πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο, το τζιν δεν έστρωνε με τίποτα. Σκέφτηκε να ανεβάσει τη θερμοκρασία στο μάξιμουμ, αλλά αυτό έκανε χειρότερα τα πράγματα. Να στο γόνατο τόσες φορές το είχε περάσει και αυτό συνέχιζε να τσαλακώνει. Αποφάσισε να τα παρατήσει προς το παρόν και ξεκίνησε το πουκάμισο. Εδώ τα χρειάστηκε κανονικά, είχε ακούσει ότι το λινό είναι πολύ δύσκολο ύφασμα, αλλά αυτό παραπήγαινε. Δοκίμασε να ψεκάσει με Merito, πάλι όμως οι ζάρες συνέχιζαν να δημιουργούνται, μία σιδέρωνε, δύο εμφανίζονταν.
Προσπαθούσε ήδη είκοσι λεπτά χωρίς αποτέλεσμα, όταν πια έγινε έξω φρενών. Σήκωσε το σίδερο και άρχισε να τον κοπανάει στο κεφάλι, μέχρι που άρχισαν να πετάγονται τα μυαλά του έξω. Όταν ηρέμησε συνειδητοποίησε όμως ότι ήταν κακή ιδέα, δε θα κουνιόταν πλέον, αλλά τα ρούχα του είχαν γεμίσει με αίματα, δεν είχε νόημα να τα σιδερώσει. «Τσάμπα τόσος κόπος» σκέφτηκε απογοητευμένη. Άρχισε να λύνει τα χέρια του και τα πόδια του από τα ξύλα του κρεβατιού, έπρεπε να τον κατεβάσει κάτω για να βάλει και τα σεντόνια στο πλυντήριο.


[Όσοι σκέφτηκαν ότι για άλλη μια φορά η φαντασία μου οργίασε, καλό θα ήταν να κάνουν μια επίσκεψη σε αυτό το πολύ ενδιαφέρον μπλογκ. Μια προηγούμενη ιστορία της Λίτσας μπορεί να διαβάσει κανείς εδώ.]

13.2.07

Happy Valentines

Η Στέλλα και η Νάνα μπήκαν αγκαλιασμένες στο “Pop”, κρατώντας σφιχτά στο στήθος τους μια μεγάλη λούτρινη καρδιά. Πάνω στο κόκκινο βελουτέ ύφασμα ήταν κεντημένα με ασημένια κλωστή τα ονόματά τους: «Στέλλα + Νάνα = Love for Ever». Έδωσαν ένα πεταχτό φιλί στο στόμα και προχώρησαν προς τα σκαμνάκια της μπάρας που έβλεπαν αντικριστά προς την είσοδο. Από εκεί μπορούσες να βλέπεις σχεδόν όλο το μαγαζί, αλλά και να σε βλέπουνε όλοι.
Όσο έδιναν το πρώτο τους ρουφηχτό, παθιασμένο φιλί, η Νάνα παρατήρησε ότι ήδη κατευθυνόταν προς το μέρος τους χαμογελώντας ο Γιάννης και τραβήχτηκε αλαφιασμένη.
- Πώς κι από εδώ Γιάννη;
- Ήρθαμε με το Μιχάλη, μπακούρια και οι δύο πλέον, είπαμε να πνίξουμε τον πόνο μας στο ποτό. Η Νάνα πρόσεξε τώρα και το Μιχάλη που σήκωνε το ποτήρι με το τζιν τόνικ χαιρετώντας την από το βάθος του διαδρόμου.
- Εεεε, ξέρεις εγώ και η Στέλλα…
- Έλα ρε, μην εξηγείς τίποτα, δε μας έλεγες το Σάββατο στην ταβέρνα ότι θα ερχόσασταν έτσι με τη Στέλλα; Τόσον καιρό το σκεφτόσασταν, μια χαρά κάνατε.
- Α, σας το έλεγα στην ταβέρνα. Μάλλον ήπια πολύ κρασί, ούτε καν το θυμάμαι.
- Άντε σας αφήνω, μη σας κάνω και χαλάστρα.
Ο Γιάννης φίλησε κι αγκάλιασε και τη Στέλλα, επιστρέφοντας πίσω στο Μιχάλη, που προσπαθούσε μάταια να κάνει μια κοπέλα να τον προσέξει με εξυπνάδες. Η Νάνα νόμισε πώς τον άκουσε να φωνάζει: «Μα δεν μπορεί να ξέρεις μόνο την Τζόυς Ευείδη», αλλά δεν έδωσε παραπέρα σημασία. Γύρισε προς το μέρος της Στέλλας, της χάιδεψε απαλά το στήθος και ακούμπησε τα χείλη της στα δικά της. Η Στέλλα άρχισε να της τα δαγκώνει απαλά και στη συνέχεια φιλήθηκαν, βαθιά, υγρά και για πολλή ώρα, ενώ τα χέρια της μίας ταξίδευαν πάνω στους γοφούς και τη μέση της άλλης.
Ο Μιχάλης κοίταξε το ρολόι του κινητού του, η ώρα είχε μόλις περάσει από δώδεκα. «Χμμ» σκέφτηκε «δεν είναι καθόλου κακή ιδέα να γράψω για μια μεταμόρφωση στις δώδεκα, όπως στη Σταχτοπούτα. Ελπίζω να το θυμάμαι αύριο, ποιο τζιν τόνικ είναι αυτό, το τρίτο ή το τέταρτο;» Ο κόσμος γέμιζε πια το μαγαζί, αλλά ο τετράγωνος χώρος μπροστά από την είσοδο παρέμενε ακόμα σχετικά ανοιχτός.
Η Στέλλα ξαφνικά άρπαξε το χέρι της Νάνας και το πέταξε από πάνω της. «Να πας στο διάολο, μαλακισμένη!» φώναξε και έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της, βγάζοντας έναν ήχο που έμοιαζε με κλάματα. Η Νάνα της χάιδεψε τα μαλλιά δείχνοντας ότι προσπαθεί να την ηρεμήσει. Η Στέλλα άρχισε πάλι να φωνάζει: «Δε με νοιάζει αν ήσουν χάλια ψυχολογικά! Δεν έπρεπε να βγεις για καφέ μαζί της!», μάζεψε την τσάντα της και πήγε στην απέναντι άκρη του μαγαζιού, ελέγχοντας το χώρο με το βλέμμα της. Τουλάχιστον όσοι βρίσκονταν στο τετράγωνο άνοιγμα μπροστά από την είσοδο, είχαν αντιληφθεί σίγουρα τον καυγά τους.

Ο Αντρέας είχε έρθει μόνος του στο “Pop” απόψε ελπίζοντας ότι θα πετύχαινε μια φιλική παρέα, τελευταία στιγμή όμως τον πήραν τηλέφωνο για να του το ακυρώσουν (δεν του είχαν φανεί βέβαια και πολύ ενθουσιασμένοι από την αρχή). Είχε ήδη παρκάρει, οπότε αποφάσισε να πιει ένα ποτό, έστω και μόνος του. Η βραδιά του εξελίχθηκε τελικά πολύ πιο ενδιαφέρουσα από ό,τι το περίμενε, με τη μία από τις τζιβιτζιλούδες να έρχεται και να κάθεται ακριβώς δίπλα του. Έναν καλό πούτσο χρειάζονταν αυτές, ήταν δυνατόν να ικανοποιούνται με πλακομούνια και δαχτυλάκια; Κοίταξε για άλλη μια φορά τη Στέλλα: καλή ήταν, λίγο μετά τα τριάντα, ωραίο βυζί, δεν ήταν κακή για ένα πήδημα. Και μόνο η ιδέα εξάλλου ότι θα έκανε μια λεσβία να το γυρίσει, τον καύλωνε πολύ. Γύρισε προς τη Στέλλα και τη ρώτησε: «Κοπελιά, να κεράσω ένα ποτό;» Η Στέλλα χαμογέλασε και ένευσε καταφατικά. Αμέσως μετά έβγαλε ένα τσιγάρο από την τσάντα της και του ζήτησε τη φωτιά του.

Ο Θεοδόσης είχε έρθει στο “Pop” με την ελπίδα ότι θα πετύχαινε το Γιώργο, ήταν το αγαπημένο του μαγαζί. Είχαν χωρίσει ήδη δέκα μέρες και δεν απαντούσε πουθενά, είτε δεν το σήκωνε όταν έβλεπε το νούμερό του, είτε του το έκλεινε στα μούτρα, όταν έπαιρνε με απόκρυψη. Δεν ήθελε να τον πικράνει, αλλά η αλήθεια ήταν ότι δεν το χαιρόταν πια το σεξ μαζί του, και όλο και περισσότερο είχε φαντασιώσεις με γυναίκες. Δεν περίμενε να το βιώσει ο Γιώργος σαν τόσο μεγάλη απόρριψη προς τον ίδιο, για αυτό έλπιζε να τον πετύχει σήμερα, για να του εξηγήσει ξανά. Μάλλον δε θα ερχόταν τελικά, αναμενόμενο ήταν να αποφεύγει μέρη που πήγαιναν μαζί. Κοίταξε γύρω του στο μπαρ. Όλοι φορούσαν τις χαρούμενες μάσκες τους και χόρευαν, ακόμα και η μία από τις κοπέλες που είχαν μαλώσει ήδη φλέρταρε με έναν τύπο, αυτός και η άλλη κοπέλα είχαν απομείνει οι μόνοι θλιμμένοι στο μαγαζί. Αποφάσισε να πάρει τα ρίσκα του, τουλάχιστον απέναντι στη θλίψη του. Πλησίασε προς το μέρος της Νάνας και τη ρώτησε ευγενικά: «Θα ήθελες να μιλήσουμε λίγο; Κι εγώ μόνος μου είμαι.» Η Νάνα γύρισε προς το μέρος του χαμογελώντας και άναψε ένα τσιγάρο. «Φυσικά» απάντησε.

Η Νάνα πήρε τη Στέλλα το επόμενο απόγευμα για τις πικάντικες λεπτομέρειες, αφού είχε περάσει σχεδόν όλο το βράδυ ξάγρυπνη με το Θεοδόση και ξύπνησε στο τσακ για να πάει στη δουλειά. Η Στέλλα απάντησε με βραχνή φωνή, που υποψίαζε για πολλά σχετικά με το δικό της προηγούμενο βράδυ.
- Έλα, ποιος είναι;
- Η Νάνα είμαι βρε. Κοιμάσαι;
- Όχι, μόλις ξύπνησα. Είχα αποκοιμηθεί στον καναπέ, κομμάτια έγινα χτες.
- Για λέγε, πώς ήταν ο δικός σου;
- Άσε με ρε με το μαλάκα, πήγε σε ένα γυμναστήριο, την έχει και λίγο μεγάλη και νόμιζε ότι αυτό είναι όλο.
- Κάτσε λίγο, δεν πέρασες καλά δηλαδή;
- Τι να περάσω καλά μωρέ με τον τρόμπα. Ήρθαμε σπίτι, μου έβγαλε τα ρούχα, πέταξε και τα δικά του, πέντε λεπτά σεξ, τέλος.
- Και μετά;
- Με ρωτούσε πόσο καλά πέρασα και αν θέλω να τον πάρω κι από πίσω και τέτοια. Του είπα να φύγει και ότι θα τηλεφωνηθούμε. Του έδωσα λάθος νούμερο βέβαια.
- Άντε ρε, κρίμα.
- Σου λέω παιδί μου, αν πετύχεις τέτοιο άντρα και στρέιτ να είσαι γίνεσαι λεσβία. Εσύ;
- Κοίτα αρχικά κουβέντα ήθελε το παλικάρι, κάτι μου ‘λεγε ότι έχει χωρίσει πρόσφατα και για αυτό ένιωσε ότι θα τον καταλάβαινα και τέτοια.
- Τι πιστεύεις, σου έλεγε δράκους;
- Δεν ξέρω μωρέ, στενοχωρημένος φαινόταν, αλλά δε μου είπε και πολλές λεπτομέρειες, ούτε καν το όνομά της. Τέλος πάντων μετά πιάσαμε άλλα, για μουσική, βιβλία, πολύ ωραία τα είπαμε. Έχουμε ραντεβού για ποτό κι απόψε.
- Περίμενε, δεν το κάνατε δηλαδή;
- Παιδί μου, το κάναμε και το παρακάναμε. Στο μεταξύ η πρώην του πρέπει να ήταν λίγο ψυγείο, γιατί όλο μου έλεγε «αυτό δεν το έχω ξανακάνει». Εντάξει δε λέω, κάναμε και μερικά ακροβατικά, αλλά δεν ήταν πια και όλα καινούρια.
- Από σώμα;
- Ε όχι σαν τον δικό σου, αλλά καλός. Αδύνατος, ούτε μικρή, ούτε μεγάλη. Μου έκανε μόνο εντύπωση ότι κάνει αποτρίχωση στο στέρνο, δε φαίνεται αθλητικός τύπος.
- Μπράβο ρε Νάνα, τουλάχιστον εσύ ήσουν τυχερή.
- Έλα ρε, κι εσύ τυχερή ήσουν, έκανες σεξ.
- Έκανα κάτι σαν σεξ γλυκιά μου, δεν είμαι δεκαοχτάχρονη, έχω πλέον και δυο τρία στάνταρ.
- Λοιπόν, την επόμενη φορά ελπίζω να έχουμε και οι δυο καλή τύχη.
- Άντε μακάρι…
- Στέλλα μου, σε κλείνω, παίρνει ο Γιάννης στο κινητό για να μάθουν τι έγινε, μας είδαν που φεύγαμε μαζί με τους γκόμενους.
- Οκέι, φιλιά δώσ’ του κι από μένα.
- Γεια τώρα, γεια.

[Νομίζω πως ταιριάζει με το κείμενο αυτό το τραγούδι.]