Στέκονταν και οι δύο δίπλα δίπλα, κοιτώντας το κενό που έχασκε από κάτω τους. Αν μπορούσαν να μιλήσουν ο ένας στον άλλον, αν έστω μπορούσαν να δουν ο έναν τον άλλο, ίσως τα πράγματα να ήταν πολύ διαφορετικά.
Ο Γιώργος σκεφτόταν ότι δεν έπρεπε να δοκιμάσει έτσι τον εαυτό του, σε μια απελπισμένη κίνηση θάρρους. Πίστεψε αφελώς ότι θα ξεπερνούσε τη γοητεία που του ασκούσε ο θάνατος, ιδίως από ελεύθερη πτώση, αν τον αντιμετώπιζε κατάμουτρα. Τώρα μπροστά από το κάγκελο και με μια κίνηση να τον χωρίζει από το κενό, συνειδητοποιούσε ότι η γοητεία αυτή είχε γιγαντωθεί μέσα του και ότι λίγα λεπτά, ή ακόμη και δευτερόλεπτα, τον χώριζαν από το τέλος.
Ο Άγγελος είχε πολύ καιρό να πετάξει, ουσιαστικά δε θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά. Όταν τα φτερά του ήταν ακόμα γκρίζα πρέπει να πετούσε ακόμα, όχι πολύ ψηλά, όχι πολύ γρήγορα, αλλά πετούσε. Πόσο όμορφα λαμπύριζαν οι πόλεις των ανθρώπων τη νύχτα, πόσο αστραφτερό ήταν από κοντά το φεγγάρι! Είχε όμως βαρεθεί τη νοσταλγία, δεν είχε κανένα απολύτως νόημα να θυμάται ποιος ήταν κάποτε. Σημασία είχε να γινόταν κάποιος τώρα.
Ο Γιώργος αναρωτήθηκε τι να έκανε η Μαρία, τώρα που βρισκόταν ένα βήμα πριν από το τίποτα. Μάλλον θα γαμιόταν με τον άλλον, του είχε ξεκαθαρίσει εξάλλου ότι ο βασικός λόγος που χώρισαν ήταν ότι δεν πηδούσε καλά. Θα έβλεπε τώρα τι ωραία που πηδούσε, στο αποχαιρετιστήριο γράμμα ξεκαθάριζε ότι αυτή ήταν ο βασικός λόγος που αυτοκτονούσε.
Ο Άγγελος έσυρε τα μαύρα, άχρηστα φτερά του για χρόνια, προσπαθώντας να βοηθήσει όπως μπορούσε τους ανθρώπους που του ανέθεταν. Ομολογουμένως δεν ήταν από τους πιο επιτυχημένους φύλακες και ο ίδιος έριχνε τις περισσότερες ευθύνες στο ότι δεν μπορούσε να πετάξει. Σε αυτό όμως είχε ξεκάθαρα άδικο: πρώτα έχασε την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και μετά τη δυνατότητά του να πετάει. Όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι που αναλάμβανε, συνήθιζε να αποδίδει σε εξωτερικές συγκυρίες και σε κακή τύχη, καταστάσεις για τις οποίες ήταν ο ίδιος βασικά υπεύθυνος. Ήταν πλέον αποφασισμένος να το αλλάξει αυτό.
Ο Γιώργος έκλεισε τα μάτια και άρχισε να μετράει αντίστροφα. Ο Άγγελος άνοιξε τα φτερά του και άρχισε να μετράει αντίστροφα.
Πήδηξαν.
Όλα τα επόμενα χρόνια της ζωής του, ο Γιώργος προσπαθούσε να πείσει τους άλλους ότι κάποια ανώτερη δύναμη τον έσωσε από το θάνατο. Θυμόταν πολύ καθαρά πως αντί να πέσει ίσια προς τα κάτω, το σώμα του κινήθηκε λοξά προς την τέντα του τέταρτου ορόφου, έκανε γκελ προς την τέντα του δεύτερου από την απέναντι πολυκατοικία, για να προσγειωθεί τελικά πάνω σε φουντωμένο ιβίσκο. «Μα άκουσα χτύπημα φτερών…» έλεγε, για να αντιμετωπίσει ακόμη μια φορά την απάντηση ότι ήταν σε κατάσταση σοκ και ότι θα ήταν απόλυτα φυσιολογικό, όχι μόνο να άκουγε, αλλά να έβλεπε και αγγέλους.
Και ήταν κρίμα που δεν μπόρεσε να τον δει. Στην πρώτη του πτήση μετά από πολλά χρόνια, τα μαύρα φτερά του ιρίδισαν τόσο όμορφα με το φως του ήλιου, σαν να έκρυβαν ήδη μέσα τους όλα τα χρώματα, αρκεί να τα άφηνε ανοιχτά με περηφάνια.
Ο Γιώργος σκεφτόταν ότι δεν έπρεπε να δοκιμάσει έτσι τον εαυτό του, σε μια απελπισμένη κίνηση θάρρους. Πίστεψε αφελώς ότι θα ξεπερνούσε τη γοητεία που του ασκούσε ο θάνατος, ιδίως από ελεύθερη πτώση, αν τον αντιμετώπιζε κατάμουτρα. Τώρα μπροστά από το κάγκελο και με μια κίνηση να τον χωρίζει από το κενό, συνειδητοποιούσε ότι η γοητεία αυτή είχε γιγαντωθεί μέσα του και ότι λίγα λεπτά, ή ακόμη και δευτερόλεπτα, τον χώριζαν από το τέλος.
Ο Άγγελος είχε πολύ καιρό να πετάξει, ουσιαστικά δε θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά. Όταν τα φτερά του ήταν ακόμα γκρίζα πρέπει να πετούσε ακόμα, όχι πολύ ψηλά, όχι πολύ γρήγορα, αλλά πετούσε. Πόσο όμορφα λαμπύριζαν οι πόλεις των ανθρώπων τη νύχτα, πόσο αστραφτερό ήταν από κοντά το φεγγάρι! Είχε όμως βαρεθεί τη νοσταλγία, δεν είχε κανένα απολύτως νόημα να θυμάται ποιος ήταν κάποτε. Σημασία είχε να γινόταν κάποιος τώρα.
Ο Γιώργος αναρωτήθηκε τι να έκανε η Μαρία, τώρα που βρισκόταν ένα βήμα πριν από το τίποτα. Μάλλον θα γαμιόταν με τον άλλον, του είχε ξεκαθαρίσει εξάλλου ότι ο βασικός λόγος που χώρισαν ήταν ότι δεν πηδούσε καλά. Θα έβλεπε τώρα τι ωραία που πηδούσε, στο αποχαιρετιστήριο γράμμα ξεκαθάριζε ότι αυτή ήταν ο βασικός λόγος που αυτοκτονούσε.
Ο Άγγελος έσυρε τα μαύρα, άχρηστα φτερά του για χρόνια, προσπαθώντας να βοηθήσει όπως μπορούσε τους ανθρώπους που του ανέθεταν. Ομολογουμένως δεν ήταν από τους πιο επιτυχημένους φύλακες και ο ίδιος έριχνε τις περισσότερες ευθύνες στο ότι δεν μπορούσε να πετάξει. Σε αυτό όμως είχε ξεκάθαρα άδικο: πρώτα έχασε την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και μετά τη δυνατότητά του να πετάει. Όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι που αναλάμβανε, συνήθιζε να αποδίδει σε εξωτερικές συγκυρίες και σε κακή τύχη, καταστάσεις για τις οποίες ήταν ο ίδιος βασικά υπεύθυνος. Ήταν πλέον αποφασισμένος να το αλλάξει αυτό.
Ο Γιώργος έκλεισε τα μάτια και άρχισε να μετράει αντίστροφα. Ο Άγγελος άνοιξε τα φτερά του και άρχισε να μετράει αντίστροφα.
Πήδηξαν.
Όλα τα επόμενα χρόνια της ζωής του, ο Γιώργος προσπαθούσε να πείσει τους άλλους ότι κάποια ανώτερη δύναμη τον έσωσε από το θάνατο. Θυμόταν πολύ καθαρά πως αντί να πέσει ίσια προς τα κάτω, το σώμα του κινήθηκε λοξά προς την τέντα του τέταρτου ορόφου, έκανε γκελ προς την τέντα του δεύτερου από την απέναντι πολυκατοικία, για να προσγειωθεί τελικά πάνω σε φουντωμένο ιβίσκο. «Μα άκουσα χτύπημα φτερών…» έλεγε, για να αντιμετωπίσει ακόμη μια φορά την απάντηση ότι ήταν σε κατάσταση σοκ και ότι θα ήταν απόλυτα φυσιολογικό, όχι μόνο να άκουγε, αλλά να έβλεπε και αγγέλους.
Και ήταν κρίμα που δεν μπόρεσε να τον δει. Στην πρώτη του πτήση μετά από πολλά χρόνια, τα μαύρα φτερά του ιρίδισαν τόσο όμορφα με το φως του ήλιου, σαν να έκρυβαν ήδη μέσα τους όλα τα χρώματα, αρκεί να τα άφηνε ανοιχτά με περηφάνια.