CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »

9.7.07

Δε φτάνει να θέλει η νύφη κι ο γαμπρός...

Τα μαύρα μαλλιά της στέγνωναν από το δυνατό ήλιο και ενώνονταν σε πυκνούς βόστρυχους, που έπεφταν πίσω από τους λεπτούς ώμους της ή κάλυπταν το μικρό αλλά σφριγηλό της στήθος, κατάλευκο με πορφυρές θηλές. Έτσι όπως ακουμπούσε στους αγκώνες της και χάζευε την πρασινογάλαζη θάλασσα, τον είδε να αναδύεται από μέσα της.
Στο δυνατό φως του ήλιου, η χρωματική τους αντίθεση φαινόταν ιδιαίτερα έντονη. Είχε κι αυτός μαύρα σγουρά μαλλιά, το δέρμα του όμως ήταν τελείως μελαχρινό, με πυκνές τρίχες να καλύπτουν όλο το στέρνο, τα χέρια και τα πόδια του. Τα μαύρα του μάτια έλαμψαν από χαρά και ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του, αποκαλύπτοντας δυο σειρές από καλοσχηματισμένα κίτρινα δόντια. «Ξέρεις πόσο όμορφη είσαι;» τη ρώτησε και ξάπλωσε δίπλα της στην άμμο, αρχίζοντας να της φιλά το λαιμό και το στήθος, ενώ το ερεθισμένο του πέος τριβόταν πάνω στο μηρό της.
«Έλα, σταμάτα, δεν προλαβαίνουμε,» δυσανασχέτησε αυτή, γουργουρίζοντας ταυτόχρονα από ευχαρίστηση, «η μητέρα μου θα με ψάχνει ήδη, είμαι σίγουρη». «Άσε με τώρα, ένα ολόκληρο μήνα έχουμε να βρεθούμε» της απάντησε σπρώχνοντας την απαλά από τους ώμους. Έχασε την ισορροπία της κι έπεσε προς τα πίσω, δίνοντάς του την ευκαιρία να πεταχτεί μπροστά από το αιδοίο της, να της σηκώσει γρήγορα τα πόδια και να μπει μέσα της με μια αποφασιστική ώθηση. Έσφιξε τους μυς του κόλπου της και έκλεισε τα μάτια, ψιθυρίζοντας «γαία πυρί μιχθήτω» και χώνοντας τα δάχτυλά της στην καυτή άμμο.

Τους είδε ξαφνικά όπως ξεπρόβαλλε μέσα από το μονοπάτι των βράχων, πλεγμένους μαζί να κάνουν έρωτα, ένα σύνολο φωτεινό και σκοτεινό να το λούζει ο δυνατός ήλιος. Τίναξε τα μακριά ξανθά μαλλιά της, που έπεφταν σα στάχυα μπροστά στο σταρένιο της πρόσωπο και τους παρακολούθησε για λίγη ώρα. Δεν την ενοχλούσε το θέαμα, στην οικογένειά τους δεν είχαν τέτοια προβλήματα, μόλις συνειδητοποιούσε μάλιστα ότι η κόρη της είχε κάνει πολύ καλή επιλογή εραστή. Αυτό που την εξόργιζε ήταν η αθέτηση της συμφωνίας, ο γαμπρός της την αψηφούσε κανονικά σαν να ήταν καμία ασήμαντη. Αποφάσισε να κάνει εντυπωσιακή εμφάνιση, πήδηξε τα εφτά μέτρα που τη χώριζαν από την παραλία και προσγειώθηκε τραντάζοντας το έδαφος.
Η μικρή σεισμική δόνηση δεν έκανε όμως την αναμενόμενη εντύπωση, καθώς συνέπεσε με τον οργασμικό σπασμό τους. Αναγκάστηκε να φωνάξει «Τι κάνεις εσύ εδώ;» για να σηκωθεί αλαφιασμένος από την κόρη της, με τις τελευταίες σταγόνες σπέρματος να κυλούνε ακόμη από το τεντωμένο πέος του. «Νομίζω πως είναι προφανές...» της απάντησε με ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο, δείχνοντας για άλλη μια φορά τα κίτρινα δόντια του. «Κάνουμε κι αστεία; Τώρα θα δεις!» τσίριξε αυτή και πέταξε μια χούφτα από σπόρους προς το μέρος του. Πυκνά κλαδιά βάτων πετάχτηκαν από το έδαφος και άρχισαν να τον τυλίγουν, αυτός όμως γέλασε δυνατά καθώς έβλεπε τα κλαδιά να ξεραίνονται και να θρυμματίζονται κάθε φορά που τον άγγιζαν.
Το σχόλιο του «Αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς;» την εξόργισε. Άπλωσε τα χέρια της προς τα κάτω, καλώντας μπροστά της ένα μεγάλο όγκο από άμμο. Όταν μαζεύτηκε μπροστά της μια σφαίρα με διάμετρο δύο μέτρα, τίναξε ξαφνικά τα δάχτυλά της και την εκσφενδόνισε προς το μέρος του. Η συγκεκριμένη επίθεση ήταν ομολογουμένως πιο δύσκολη, αυτός πήρε όμως μια βαθιά αναπνοή και φύσηξε μια πυκνή στήλη φωτιάς προς τη σφαίρα, καθυστερώντας την ταυτόχρονα με ένα δυνατό κύμα ανέμου. Όταν σταμάτησε να φυσάει, μια όμορφη λίμνη από υγρό γυαλί απλωνόταν πλέον στην παραλία και κυλούσε αργά προς τη θάλασσα.
«Δε θέλω να παραμορφώνω το τοπίο, αλλά δε μου αφήνεις άλλη επιλογή» είπε εκείνη και χτύπησε με δύναμη το πόδι της κάτω. Ένα αβυσσαλέο ρήγμα άνοιξε ξαφνικά κάτω από τα πόδια του, ξαφνιάζοντας τον τόσο ώστε να προλάβει μόνο να πιαστεί από το χείλος του. Έβαλε όλη του τη δύναμη για να σκαρφαλώσει προς τα πάνω, ήξερε όμως ότι αυτή η μάχη ήταν χαμένη από την αρχή, η άβυσσος τον καλούσε προς τα κάτω με πολλή μεγαλύτερη δύναμη από τη δικιά του. Την άκουσε να λέει «Έλα κόρη μου, καιρός να πηγαίνουμε» και εγκατέλειψε την προσπάθεια. Η άβυσσος αντιλάλησε από την κραυγή του «Σ’ αγαπάωωωω! Θα γυρίσωωωω!» καθώς γκρεμιζόταν πίσω στα Τάρταρα.


[Αν συνεχίζετε να απορείτε για τα ονόματα των ηρώων, ακούστε αυτό.]

13 σχόλια:

αμμος είπε...

Αγαπητή vain, περιμένω έστω ένα εικοσάευρο στο κούτελο. :-)

Σαμμανος είπε...

Ωραίο (Μ)ποστ!

Δροσιστήκαμε, καήκαμε, υπήρχε μια σύγχιση και ποικιλιά!! :)

keimgreek είπε...

κακιά πεθερά. έτσι είναι αυτές.

Για την Αρλέτα είπε...

Η διήγηση άψογη, αισθησιακή και κοκαλοκαιρινή. Όμως, τα κίτρινα δόντια, δυο φορές που τα ανάφερες, δεν τα κτάλαβα...
Είναι σαν να πέρνεις το μέρεος της πεθεράς. Γιατί, κι εγώ στη θέση της να ήμουν δε θαθελα ποτέ η κόρη μου να έχει εραστή με κίτρινα δόντια.
Τι θέλει να πει ο ποιητής;

Fight Back είπε...

νομιζω πως ειναι μοναδικό που χρησιμοποιησες τη λεξη "βοστρυχους"

idimon είπε...

Ο κουμπαρος και η κουμπαρα....

lee-cherry είπε...

Εννοείται πως η Δήμητρα χρειάζεται υποστήριξη... Μην ξεχνάμε την τραγική της αναζήτησή. Από την Εκάτη στον Ήλιο... Τον τσίμπησε τον κλέφτη στην παραλία όμως! Όμορφο άμμε!

αμμος είπε...

Βρε καλώς τους/τες!

Ευχαριστώ Σαμμάνε, καλές βουτιές και πιες και κανένα ούζο στην υγειά μου!

Αστα keimgreek, μάστιγα είναι οι πεθερές από αρχαιοτάτων χρόνων.

Κλέλια μου προσπάθησα να δώσω στους ήρωες εξωτερικά χαρακτηριστικά που να δημιουργούν συνειρμούς για την ταυτότητά τους, χωρίς να αναφέρω το ονομά τους π.χ. η Δήμητρα έχεει σταρένιο δέρμα. Για τον Άδη αξιοποίησα κάποιες εξωτερικές ιδιότητες του Διαβόλου, μαύρος, τριχωτός και με κίτρινα δόντια. Ομολογουμένως πάντως ο Άδης δεν ήταν και κανένα τεφαρίκι γαμπρός...

Γουέλκομ μπακ φαητμπάκ! Ε, τι τα 'χουμε τα πτυχία φιλολογίας, άμα δεν πετάμε και καμιά δύσκολη λέξη;

Idimon μου κάτι έχασες, παντρεμένα είναι τα παιδιά, όχι κουμπάροι. :-)

Καλωσόρισες lee-cherry! Σε ευχαριστώ πολύ, να σου πω την αλήθεια πάντως στο συγκεκριμένο μύθο μου είναι όλοι συμπαθείς, τον κακομοίρη τον Άδη τον σκέφτεσαι που είχε μόνη χαρά την Περσεφόνη στη μαυρίλα του κάτω κόσμου;

genna είπε...

... στην άμμο? κυλιστηκαν τους ειχε φτιάξει ο ήλιος, σαν να την ξέρω τουτη την ιστορία!

αμμος είπε...

Καλωσόρισες genna! Ομολογώ πως δεν καταλαβαίνω το σχόλιό σου, εννοείς πως σου θυμίζει κάποια δικιά σου εμπειρία, ότι παραπέμπει στο γνωστό μύθο, ότι την έχω αντιγράψει από κάπου; Για το τελευταίο μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως όχι, χωρίς βέβαια να μπορώ να αποκλείσω ότι έχει υπάρξει κάποια παρόμοια ιστορία.

genna είπε...

...όχι δικά μου πράγματα, συνειρμοί, ωραία...

ημίφως είπε...

Μου άρεσε που διαβάζοντας άλλαζα γνώμη για το τι μπορεί να σημαίνει όλο αυτό, σα να με πήγαινε το κείμενο κάνοντας ζικ-ζακ μεταξύ ρομαντικού, αισθησιακού, τολμηρού, κωμικού και πάλι ρομαντικού στο τέλος... Μου άρεσε επίσης που έμεινα με την απορία στο τέλος, την οποία ήρθε να μου λύσει το τραγούδι. Ωραίο ήταν, με ταξίδεψε.

αμμος είπε...

Ωραία genna, χαιρομαι που σου μίλησε έτσι.

Καλωσόρισες ημίφως! Σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια.