CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »

18.3.07

Επτά ταινίες στο μίξερ

[Εγώ και ο Σαμμάνος προσκληθήκαμε από την Blondie να γράψουμε ο καθένας για επτά αγαπημένες μας ταινίες. Επειδή οι κακές συνήθειες δεν κόβονται και πέρα από καπνιστής είμαι και μπλογκοτέχνης, αποφάσισα να γράψω μια ιστορία με επτά ήρωες αγαπημένων μου κινηματογραφικών ταινιών. Σε κάθε πρώτη εμφάνιση ήρωα υπάρχει και ένα λινκ στο όνομά του, που οδηγεί σε μια παρουσίαση της ταινίας, συνήθως από την αγγλική Βικιπαιδεία. Οι φίλοι κινηματογραφόφιλοι ή και κινηματογραφιστές ας έχουν υπόψη τους ότι η επιλογή των ταινιών δεν είναι αξιολογική, αλλά συναισθηματική, ενώ έπρεπε να βοηθά και στην αφήγηση.]

Η Γουάντα χάιδεψε με χάρη τις μακριές, υπέροχες γάμπες της, ελπίζοντας ότι κάποιος από τους θαμώνες του παραλιακού μπαρ θα την πρόσεχε, θα της την έπεφτε και ακόμα καλύτερα θα την ερωτευόταν. Σε δύο εβδομάδες θα της έκαναν έξωση, έπρεπε να βρει κάπου να μείνει. Έλεγξε με την άκρη του βλέμματος της το ενδιαφέρον που προκάλεσε. Τίποτα, όλοι ήταν σκυμμένοι στα ποτά τους ή στην καλύτερη περίπτωση χάιδευαν τα γυμνά μπούτια μιας Μεξικάνας πόρνης. Ήπιε την τελευταία γουλιά από την όγδοη τεκίλα της και έστρεψε την προσοχή της προς τη σκηνή. Απόψε λέει είχε θεματική βραδιά, γερμανικό καμπαρέ ή κάτι τέτοιο.

Η Σάλλυ βγήκε χορεύοντας μαζί με το υπόλοιπο μπαλέτο. Δεν την έλεγες όμορφη, σχολίασε από μέσα της η Γουάντα, αλλά είχε ξεκάθαρα τύπο. Όταν όμως άρχισε να τραγουδάει, η Γουάντα χάθηκε στη μουσική και τη φωνή της. «Αν δεν την καταστρέψουν τα ναρκωτικά και το ποτό, θα κάνει σίγουρα καριέρα.» σκέφτηκε «Εγώ από την άλλη, και να μη με κατέστρεφε το ποτό, δε νομίζω να έκανα τίποτα σπουδαίο. Το μόνο μου ταλέντο που έχω ανακαλύψει ως τώρα είναι να μπορώ να πίνω μέχρι τελικής πτώσης.» Η Σάλλυ κουνούσε το μποά και τον κώλο της με εξαιρετικό συγχρονισμό, ενώ οι κοπέλες του μπαλέτου ανεβοκατέβαζαν τα πόδια τους με φρενήρεις ρυθμούς, εκτός μουσικής βέβαια, προσπαθώντας όμως να κρατήσουν την προσοχή των πελατών αμείωτη.
«Συγγνώμη, μπορώ να καθίσω μαζί σας;» ρώτησε η Γκρέις, αποσπώντας τη Γουάντα από το τραγούδι. «Πω ρε γαμώτο, από όλο το μπαρ, έπρεπε να μου την πέσει λεσβία; Το έχω δοκιμάσει και δε μου βγαίνει.» σκέφτηκε και ακούμπησε το ελαφρό τζάκετ της από φτηνή δερματίνη πάνω στο διπλανό σκαμπό. «Λυπάμαι είναι πιασμένη, περιμένω το φίλο μου να μου φέρει πράσινο καλαμπόκι.» Της άρεσε αυτή η δικαιολογία, τρομοκρατούσε τους ανεπιθύμητους και έδινε στο Χένρι μια θέση φύλακα άγγελου στη ζωή της. Που να βρισκόταν άραγε χαμένος;
- Εεε, μάλλον δεν καταλάβατε. Δεν ψάχνω για χμμ άλλου είδους παρέα, απλά είστε η μόνη γυναίκα στο μπαρ και έχω ανάγκη την ησυχία μου. Κάθισα ήδη δίπλα από έναν άντρα και χάιδευε μια το στήθος της Μεξικάνας και μια το δικό μου.
- Αν είναι έτσι, τι να σου πω, κάθισε. Θα με κεράσεις ένα ποτό;
- Πολύ ευχαρίστως, θα γνωριστούμε και ευκολότερα έτσι. Εμένα με λένε Γκρέις.
- Χαίρω πολύ, Γουάντα.
Η Γουάντα έπινε την ένατη τεκίλα για απόψε το βράδυ (τα μεσημεριανά τζιν τα είχε πιει σπίτι της, οπότε από ένα σημείο και μετά χανόταν το μέτρημα), όταν είδε το παράξενο ψάρι να κολυμπάει στον ουρανό. Η Σάλλυ είχε κάνει διάλειμμα, αλλά στα αυτιά της άρχισε να ηχεί ένα παράξενο τραγούδι, που οι στίχοι ταίριαζαν πολύ με την κατάστασή της.

Ήταν σχεδόν βέβαιη ότι είχε παραισθήσεις από το αλκοόλ (το πάθαινε όλο και πιο συχνά) σκέφτηκε όμως ότι δεν είχε τίποτα να χάσει αν ρωτούσε και τη Γκρέις, το πολύ πολύ να έφευγε τρομαγμένη και να της άφηνε και το ποτό της.
- Δε μου λες, την ακούς κι εσύ τη μουσική;
- Ναι, περίεργο, δεν ταιριάζει με τραγούδι για καμπαρέ.
- Κάτσε, μη μου πεις ότι βλέπεις και το ψάρι;
- Ααααα!
Η Γκρέις σχεδόν έπεσε από την καρέκλα της, βλέποντας το ψάρι που αιωρούνταν από πάνω της. Αμέσως μετά άρχισε ένα μονόλογο που έκανε τη Γουάντα να σκεφτεί ανακουφισμένη πως υπήρχαν και πιο τρελές γυναίκες από αυτήν στο μπαρ: «Με δέσανε, με βιάσανε, με βάλανε να κάνω τις πιο δύσκολες, τις πιο απάνθρωπες δουλειές, όλα τα άντεξα, είχα όμως τη δύναμη της θέλησής μου, την ακεραιότητα του χαρακτήρα μου! Το μυαλό μου με κράτησε Γουάντα, τίποτα άλλο, δεν μπορώ να το χάσω κι αυτό!» Είχε κρύψει το πρόσωπό της στις χούφτες της και έκλαιγε σπαρακτικά, όταν ακούστηκε η κραυγή της Μεξικάνας πόρνης.
Η Γουάντα και η Γκρέις γύρισαν ταυτόχρονα προς το μέρος της Μεξικάνας, ενώ η Σάλλυ σταμάτησε το τραγούδι της. Οι κοπέλες από το μπαλέτο έτρεξαν στα παρασκήνια, η Σάλλυ όμως έβγαλε μια φαλτσέτα που είχε κρυμμένη στην καλτσοδέτα της και υποχώρησε ήρεμα στο πίσω μέρος της σκηνής. Ο Τζακ κοιτούσε ενθουσιασμένος το αίμα να αναβλύζει από το λαιμό της δύστυχης πόρνης, ενώ έβγαζε από το σάκο του ένα ματωμένο τσεκούρι. Γύρισε προς τους υπόλοιπους πελάτες και είπε: «Αφού της εξήγησα ότι δεν πρέπει να με διακόπτει όταν μιλάω, γιατί χάνω την αυτοσυγκέντρωσή μου. Με αποσπά πως να το κάνουμε. Τώρα που το σκέφτομαι, όλοι με αποσπάτε. Δε θα ζήσει κανείς σας!»
Οι κάπως νηφάλιοι πελάτες έτρεξαν γρήγορα προς την έξοδο, αυτοί όμως δεν ήταν παραπάνω από τρεις. Οι υπόλοιποι άρχισαν να βρίσκουν τραγικό θάνατο από το τσεκούρι του Τζακ, παραπατώντας προς την έξοδο. Η Γκρέις άνοιξε τη μεγάλη μαύρη βαλίτσα που κουβαλούσε και έβγαλε ένα Καλάσνικοφ. Στην έκπληκτη Γουάντα εξήγησε: «Μου το έχει δώσει ο μπαμπάς για περίπτωση ανάγκης. Νομίζω πως είναι μία τέτοια περίπτωση.» Φώναξε «Ε, παλικάρι, για έλα λίγο προς τα εδώ!»
Ο Τζακ είχε μόλις αποκεφαλίσει το μπάρμαν, και γύρισε προς το μέρος της. Για μία μόνο στιγμή έδειξε τρομαγμένος και αμέσως έτρεξε προς το μέρος των δύο γυναικών με μια λάμψη στα μάτια. Η Γκρέις πάτησε τη σκανδάλη, αλλά το όπλο έπαθε εμπλοκή και δεν πυροβόλησε. «Ωχ δεν ξέρω τι κάνουν σε αυτές τις περιπτώσεις!» είπε η Γκρέις, πέταξε το όπλο κάτω και κοίταξε έντρομη τον Τζακ που πλησίαζε επικίνδυνα. Ο Τζακ είχε ήδη σηκώσει το τσεκούρι για να ανοίξει στη μέση το κεφάλι της Γκρέις, όταν του ήρθε στα μούτρα ένα γεμάτο μπουκάλι “Havana Club”. «Κρίμα τόσο ρούμι,» σκέφτηκε η Γουάντα, που πήρε από το χέρι τη Γκρέις και άρχισε να τρέχει προς τα έξω. «Δε θα μου ξεφύγετε έτσι εύκολα μικρά μου γουρουνάκια!» άκουσαν τον Τζακ να λέει πίσω τους και αμέσως μετά «Ααααχ!». Η Γουάντα και η Γκρέις γύρισαν για να δουν το Τζακ ξαπλωμένο στο γρασίδι, με τη φαλτσέτα της Σάλλυ καρφωμένη στην πλάτη του. Αυτή προχωρούσε προς το μέρος τους. «Ένα κορίτσι που είναι μόνο του πρέπει να ξέρει πώς να προστατεύει τον εαυτό του. Και εσείς δεν τα πάτε άσχημα πάντως κοπελιές.» είπε και ρώτησε αμέσως μετά: «Εμείς τώρα τι κάνουμε; Εδώ είναι ερημιά. Έχει καμιά σας αυτοκίνητο για να φύγουμε;»
Η Γκρέις ετοιμαζόταν να πάρει το μπαμπά της τηλέφωνο για να στείλει το σοφέρ του, όταν ο Τζακ τράβηξε ξανά την προσοχή τους. Είχε σηκωθεί από το γρασίδι και στο ένα του χέρι κρατούσε πια τη φαλτσέτα της Σάλλυ, κραδαίνοντας με το άλλο χέρι το κατακόκκινο από τα αίματα τσεκούρι. «Δεν πεθαίνω τόσο εύκολα!» είπε και έκανε το πρώτο βήμα προς το μέρος τους.
Ένας συριχτός ήχος ακούστηκε εκείνη την ώρα, σαν ένα αεροπλάνο που πλησίαζε προς το μέρος τους για να προσγειωθεί. Η Γουάντα, η Γκρέις, η Σάλλυ και ο Τζακ έστρεψαν τα βλέμματα τους προς τα πάνω, για να δουν ένα τεράστιο ξύλινο σπίτι να πέφτει από τον ουρανό προς το σημείο που βρίσκονταν, και για την ακρίβεια εκεί που στεκόταν ο Τζακ. Ήταν η μόνη φορά που ο Τζακ φάνηκε πραγματικά τρομαγμένος.
Μισό λεπτό μετά, το μόνο που είχε απομείνει από τον Τζακ ήταν τα πόδια του που εξείχαν από τον ανατολικό τοίχο του σπιτιού, με τις μπότες του να μοιάζουν κόκκινες πια από το αίμα τόσων θυμάτων. Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε και βγήκε έξω ένα νεαρό κορίτσι με το σκύλο του, κοίταξε γύρω του τρομαγμένο και ρώτησε τις τρεις γυναίκες: «Μα που βρίσκομαι; Αυτή περιοχή δε μοιάζει καθόλου με το Κάνσας! Και πόσοι σκοτωμένοι Χριστέ μου!» Η Γουάντα ήταν έτοιμη να δώσει κάποιες βασικές εξηγήσεις, με αυτά και με εκείνα είχε ξεμεθύσει τελείως, την πρόλαβε όμως μια αντρική μορφή που βγήκε από τη διαφήμιση του Martini. «Καλησπέρα Ντόροθυ» είπε. «Μόλις σκότωσες τον κακό Μάγο της Λαμπερής Ανατολής.»
- Μα που βρίσκομαι; Θέλω να γυρίσω σπίτι μου!
- Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να συναντηθείς με το Θαυμάσιο Μάγο του Μαυρόζ, τον κύριο όλων των αμφίθυμων καταστάσεων. Το παλάτι του βρίσκεται στο δρόμο που οδηγεί μακριά από εδώ, στη λεωφόρο με τα κίτρινα φώτα. Ίσως οι τρεις κυρίες μπορούν να σε βοηθήσουν.
Η Γουάντα, η Σάλλυ και η Γκρέις κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και η Σάλλυ σχολίασε: «Οπουδήποτε θα είναι καλύτερα από εδώ.» Ο νεαρός άντρας σκούπισε τα χείλη του με τον αντίχειρά του και φίλησε τη Ντόροθυ στο μέτωπο λέγοντας: «Είμαι ο καλός Μάγος της Κρυστάλλινου Βορρά. Εφόσον σε φίλησα, τίποτε κακό δεν μπορεί να σου συμβεί.»
Η Σάλλυ, η Γουάντα, η Γκρέις και η Ντόροθυ πιάστηκαν αγκαζέ και άρχισαν να προχωράνε στη λεωφόρο με τα κίτρινα φώτα. Από τα ηχεία του μπαρ ακουγόταν ένα χαρούμενο τραγούδι, εντελώς παράταιρο με τα πτώματα που ήταν σωριασμένα παντού. Τους φάνηκε αισιόδοξο και ξεκίνησαν να το τραγουδάνε όλες μαζί, καθώς απομακρύνονταν.
[We are off to see the wizard]
-----------------------------------------------------------
H Angelique δεν ήταν καθόλου χαρούμενη που είχαν αναθέσει σε αυτήν την υποδοχή του συγκεκριμένου νεκρού. Ήταν η πρώτη φορά μετά από χρόνια που δεν μπορούσε να βρει έστω και μια δικαιολογία για τις αδικίες που είχε διαπράξει κάποιος στη ζωή του. «Τόσο αίμα, τόσο άδικο αίμα…» σκεφτόταν, ενώ άναβε τα φώτα της σκηνής και έδινε τις τελευταίες οδηγίες στους χορευτές. Ο Τζακ άνοιξε την πόρτα της πλατείας και μπήκε οργισμένος μέσα. «Τι σκοτεινά τούνελ είναι αυτά, που βρίσκομαι;» Η Angelique γύρισε προς το μέρος του χαμογελώντας και του απάντησε: «Μα στον προθάλαμο του Κάτω Κόσμου, Τζακ. Κάνουμε σε όλους μια καλή υποδοχή, προτού πάνε εκεί που αρμόζει στον καθένα. Κάτσε σε μια θέση, χαλάρωσε κι απόλαυσέ το. Είναι το πρώτο και τελευταίο χαρούμενο πράγμα που θα βιώσεις σε αυτήν την καινούρια ζωή σου…» Χτύπησε τα δάχτυλά της προς τη σκηνή και τα φώτα χαμήλωσαν, με το μπαλέτο και τον τραγουδιστή να παίρνουν τις κανονικές θέσεις τους. Η παράσταση ήταν έτοιμη να αρχίσει.

16.3.07

Δες και βρες, βρες και δες!!

(Η Blondie μας προσκάλεσε να γράψουμε αγαπημένες ταινίες. Ήθελε μόνο 7 και -χωρίς αξιολογική σειρά- αυτές είναι: Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του και ο εραστής της, ο Ψαλιδοχέρης, Η αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού, οι Επικίνδυνες Σχέσεις, τα Σκυλιά στη Χλόη, το Love actually, και ο Εραστής της κομμώτριας. Αλλά οι ταινίες που δεν τα κατάφεραν ως το top 7 σαν τα κοράκια έκρωζαν διαρκώς μες στο κεφάλι μου, ραμφίζοντας με λύσσα το μυαλό μου ("α, ώστε τον "Λευτέρη Δημακόπουλο" που έλεγες ότι είναι η αγαπημένη σου ελληνική, τώρα κάνεις πως δεν τον θυμάσαι" και "το ρέκβιεμ για ένα όνειρο τώρα το προσπερνάς λες και ήταν εφιάλτης ε;"). Αναγκάστηκα να γράψω το παρακάτω για να τις αποκαταστήσω ηθικά. ΥΓ: Αν τις βρείτε να τις δείτε!)

Η τελευταία φορά που σκέφτηκα να πεθάνω ήταν όταν έπιασα τον εραστή της κομμώτριας (της Καιτούλας) στο κρεβάτι με τον άντρα μου. Ο δικός μου ήταν ανάσκελα και φώναζε «δέσε με» ενώ ο άλλος προτιμούσε τη στάση «σκυλιά στη χλόη» και τον έσπρωχνε να γυρίσει μπρούμυτα. Έπρεπε να καταλάβω ότι κάτι κακό θα συνέβαινε γιατί την προηγούμενη νύχτα είχα δει ένα ψάρι στο όνειρό μου (και όχι τίποτα κούτσικο, μιλάμε για big fish) και μια μάγισσα που ήξερε κόλπα απ’ τον καιρό των τσιγγάνων μου είχε πει πως «το ψάρι είναι κακό».

Η εμπειρία ήταν καταλυτική για τον ψυχισμό μου κι έτσι ξεκίνησα να πηγαίνω σ’ ένα ψυχολόγο. Για καιρό συζητούσαμε ότι ο γάμος δεν έχει καμία μαθηματική σταθερά π για να τον εδραιώνει και δεν ανήκει στις μαθηματικές ή φυσικές, αλλά στις χημικές, τοξικές και επικίνδυνες σχέσεις. Όμως οι διαπιστώσεις δε λύναν το πρόβλημα, ο καιρός πέρναγε κι εγώ δεν έφτανα στο ζητούμενο: την αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού.

Η ψυχολόγος τότε είπε ότι αφού απέρριψα τις προηγούμενες πεποιθήσεις μου για τον έρωτα, την πίστη και την αφοσίωση θα έπρεπε να δημιουργήσω νέες. Έτσι με έβαλε σε ομαδικό πρόγραμμα με κεντρικό θέμα «Αγάπη είναι…».

Η πρώτη ομαδική συνεδρία ήταν και η τελευταία. Ανάμεσα στους ασθενείς ήταν ένας μάγειρας, ένας κλέφτης, η γυναίκα του και ο εραστής της, καθώς και μια Γιαπωνέζα που είχε ερωτευτεί έναν τύπο ονόματι «Old boy» ο οποίος ένα πρωί μπάρκαρε για Χονολουλού και της έγραψε να ετοιμάσει τα στέφανα και θα γυρίσει να την παντρευτεί ως το 2046.

Η παρεξήγηση έγινε γιατί η Γιαπωνέζα επέμενε ότι ο μάγειρας της έκλεψε μια συνταγή σούσι («Ποδίιι Λά Ταάα Σουσίιιιι» είπε στα γιαπωνέζικα) αλλά ο κλέφτης δίπλα στον μάγειρα νόμιζε ότι μίλησε γι’ αυτόν (είπε εμένα κλέφτη ποδηλάτων λες και είμαι κανένας ψιλικατζής;) και πετάχτηκε να την πιάσει. Ο ψυχολόγος επιβεβαίωσε πως «βρισκόμεθα χαμένοι στη μετάφραση», ο μάγειρας διατηρούσε την σιωπή των αμνών ενώ η Γιαπωνέζα τρομοκρατημένη έτρεχε αλαλάζοντας «Adaaa Pta tiοοon» και «Niiine Sooongs» και έσπευσε να προστατευτεί στην αγκαλιά του εραστή της γυναίκας του κλέφτη και τότε η γυναίκα του κλέφτη που ζήλεψε την έπιασε απ’ το μαλλί. Και φυσικά, γίνανε Βαβέλ!

Μετά από αυτό δεν ξαναπήγα στην ψυχολόγο. Βάφομαι, φτιάχνομαι, βγαίνω με φίλους και ξεχνάω τον πόνο μου ζώντας με 24 hour party people. Αυτό που με ανησυχεί είναι ότι κάθε φορά που πιάνω ένα καλλυντικό AVON για να βαφτώ, θυμάμαι τον Ψαλιδοχέρη και αμέσως μετά τη Wynona ξανθιά –που παρεμπιπτόντως είναι και το φυσικό της χρώμα. Και τότε σκέφτομαι μήπως πρέπει να κάνω κι εγώ μια αλλαγή, να τα βάψω ξανθά, οι άντρες προτιμούν τις ξανθές και διάφορα τέτοια. Μετά κάνω «μπρρρ -χάλια η Wynona ξανθιά»- αλλά δεν παύω να με τρομάζω και μόνο που το σκέφτηκα…

Δε θέλω να αλλάξω. Ούτε να πεθάνω έτσι –για έναν άντρα. Ο ιδανικός θάνατος θα ήταν να με πετύχουν τίποτα ιπτάμενα στιλέτα ένα βράδυ τραγουδώντας στη βροχή. Και αφού πρώτα έχω φάει όλα τα γλυκά απ' τον Τσάρλι και το εργοστάσιο σοκολάτας του!

14.3.07

Η διελκυστίνδα της καθημερινότητας

(H Lucy of the wildflowers διάλεξε τις λέξεις ροδόσταμο, αποσπερίτης, φουριόζα, διελκυστίνδα, βενεδικτίνος και με κάλεσε να συμμετάσχω στο παιχνίδι δημιουργίας μιας ιστορίας με αυτές. Θέλησα να ανταποκριθώ γοργά στην πρόσκλησή της (ποτέ δεν πρέπει να κάνεις μια κυρία να περιμένει) κι έτσι έγραψα την πρώτη ιστορία που σκέφτηκα. Ίσως να περίμενε κάτι πιο παραμυθένιο, αλλά δεν μπόρεσα να καταπολεμήσω την εμμονή μου να σκαλίζω για παραμύθια μέσα στην καθημερινότητα. ΥΓ: Επειδή δε σκαμπάζω από savoir vivre των blogger, αν πρέπει τώρα να προτείνω 5 λέξεις και 5 νέους παίκτες, παρακαλώ να με ενημερώσετε για να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις του παιχνιδιού)!

Ο Χρήστος φώναξε «πιείτε λίγο νερό και πάρτε στρώματα» και γύρισε μπροστά του στον καθρέφτη. Έπιασε την πετσέτα να σκουπίσει το ιδρωμένο πρόσωπό του, βλέποντας τα είδωλα των γυναικών πίσω του να ετοιμάζουν τα στρώματα, αποκαμωμένες μετά τα σαράντα λεπτά αεροβικής άσκησης. Μόνο εκείνο το αδέξιο κορίτσι, που δε σταύρωνε σωστό βήμα στο αερόμπικ, έδειχνε ακόμα δυνατό. Φορούσε μια μπλούζα με ένα άστρο σταμπαρισμένο πάνω της και χαμογελούσε δείχνοντας του κάτι με τα χέρια της: είχε σχηματίσει με τους δείκτες και τους αντίχειρες δυο στραβά ημικύκλια που ενώνοντας τα έφτιαχνε μια καρδιά. Δεν κατάλαβε τι εννοούσε κι όπως γύρισε να την ρωτήσει, εκείνη έδειξε με το δάχτυλο το στέρνο του. Ο Χρήστος πρόσεξε τότε πως η μπλούζα του στο σημείο αυτό είχε έναν λεκέ από ιδρώτα ακριβώς σε σχήμα καρδιάς!
Όταν κάνανε και τους κοιλιακούς και τους ραχιαίους και τις διατάσεις τους, ο Χρήστος μάζεψε το σάκο του κι έφυγε βιαστικός για να προλάβει ένα ιδιαίτερο τένις που είχε βάλει στις οκτώ. Στο ασανσέρ του 6ου ορόφου που στεγαζόταν το γυμναστήριο, μπήκε μαζί του και η κοπέλα με το πελώριο χρυσό αστέρι στη μπλούζα της.
-Ωραίο μάθημα, του είπε
-Ευχαριστώ, της είπε αυτός.
Σούφρωσε λίγο τη μύτη της και οσφράνθηκε τον αέρα.
-Σου μυρίζει κάτι σαν… ροδόσταμο;
-Μάλλον με τόση γυμναστική σου άνοιξε η όρεξη για γλυκό, χαμογέλασε αυτός.
Εκείνη γύρισε και κοίταξε τα «ψωμάκια» της κι εκείνος, για να τη βγάλει απ’ την άβολη θέση, τη ρώτησε:
-Πως σε λένε;
-Αφροδίτη.
-Α, οπότε να υποθέσω ότι και το αστέρι στη μπλούζα σου είναι ο Αποσπερίτης λοιπόν!
Και χαμογέλασαν και οι δυο.
Μόλις έφτασαν στο ισόγειο η Αφροδίτη φόρεσε το σκούφο της, τυλίχτηκε σ’ ένα κασκόλ και περπάτησε μπροστά φουριόζα λέγοντας του «καληνύχτα». Ο Χρήστος έβαλε την κουκούλα του και προσπάθησε να κουμπώσει το μακρύ μαύρο μπουφάν. Όπως περπατούσε πίσω της αργά κι έτσι σκυμμένος έμοιαζε σαν βενεδικτίνος μοναχός παραδομένος στην ασκητική πρακτική της ομφαλοσκόπισης. Κι αφού δεν κοίταγε μπροστά επόμενο ήταν να κουτουλήσει σε κάποιον. Έτεινε αντανακλαστικά τα χέρια του για να σταματήσει την πτώση του άλλου και τότε είδε την Αφροδίτη: ήταν γονατισμένη κι έδενε τα κορδόνια της και την ώρα που κουτούλησαν είχε μόλις σηκωθεί. Η μύτη της ήταν κατακόκκινη απ’ το κρύο μα τα χέρια της έκαιγαν.
-Καις, της είπε αμήχανα.
-Ξέρεις, ο Αποσπερίτης λάμπει γιατί βρίσκεται κοντά στον ήλιο και φλέγεται. Θα μπορούσες ίσως να τον δροσίσεις με τη νερένια καρδιά σου.
Ο Χρήστος ακαριαία σκέφτηκε το τένις, το λογαριασμό της ΔΕΗ που δεν πλήρωσε και το αμάξι του που μισοέκλεινε ένα γκαραζ. Και μετά κοίταξε την πατημένη γάτα στο δρόμο και θυμήθηκε πως η ζωή είναι μικρή. Και έτσι άφησε το κορίτσι να απλώσει τα χέρια του πάνω στην μουσκεμένη καρδιά του. Κι άπλωσε κι εκείνος τα δικά του πάνω στο καυτό άστρο της. Και φιλήθηκαν. Και μείνανε εκεί για ώρα.
Λίγο μετά το γυμναστήριο έκλεισε και οι ιδιοκτήτες είδαν το μαρμαρωμένο ζευγάρι από κάτω. Τους μίλησαν μα δεν αποκρίθηκαν και κάπως ανησύχησαν. Έτσι βάλθηκαν να πιάσουν ο ένας την Αφροδίτη και ο άλλος τον Χρήστο και να τους τραβούν να ξεκολλήσουν. Το αστείο θέαμα είδε μια κυρία που είχε βγάλει βόλτα το σκυλάκι της και δυο παιδιά που γύρναγαν απ’ το φροντιστήριο. Χωρίς να το πολυσκεφτούν πήραν κι αυτοί θέσεις και άρχισαν να τραβάνε.
Να μην τα πολυλογούμε, μέχρι την επόμενη μέρα πίσω από την Αφροδίτη βρισκόταν ο ένας ιδιοκτήτης, η κυρία, το σκυλάκι της, δυο σκουπιδιάρηδες –γιατί εκεί που στεκόταν το ζεύγος έκλεινε τον κάδο-, ένας εφοριακός –η εφορία έδρευε από πάνω- μια δασκάλα με έναν σχολικό τροχονόμο –«μα φιλιούνται μες στη μέση του δρόμου, τι παράδειγμα δίνουν στα παιδιά»- , μια γάτα με ψωρίαση κι ένας ταξιτζής. Πίσω από τον Χρήστο ήταν ο άλλος ιδιοκτήτης, τα δυο σχολιαρόπαιδα, δυο κυρίες που πήγαιναν στην πρωινή λειτουργία –«μα επιτέλους, να επέλθει λίγη τάξις και ηθική», τρία περιστέρια –εκ των οποίων το ένα μάλλον δεκαοκτούρα ινκόγκνιτο- ο ιδιοκτήτης του γκαράζ που μισοέκλεινε με το αμάξι του ο Χρήστος, ένας Πακιστανός που πήγαινε να πάρει το λεωφορείο και μια μισότρελη ποιήτρια που ήθελε να διαπιστώσει αν πράγματι «έρως ανίκατε μάχαν».
Αυτή η παλαβή διελκυστίνδα πάσχιζε για ώρες να χωρίσει το ζευγάρι και είναι περίεργο που λέμε «τι τραβάνε οι ερωτευμένοι» όταν η σωστή διατύπωση είναι «ποιοι τραβάνε τους ερωτευμένους». Γιατί λίγο μετά κι άλλοι κατέφθασαν να συνδράμουν: οι γονείς τους, οι προϊστάμενοί τους, φίλοι και γνωστοί, και φίλοι των φίλων και γνωστοί των γνωστών και κάποια στιγμή όλη η πόλη είχε μοιραστεί πίσω από της πλάτες τους. Και τελικά, μετά από κόπο και κούραση και τόση προσπάθεια, μια μέρα έξη μήνες μετά ο Χρήστος και η Αφροδίτη ξεκόλλησαν ο ένας απ’ τον άλλο. Κοιτάχτηκαν και είδαν ένα σωρό κόσμο πίσω τους. «Τι είναι αυτός ο κόσμος πίσω σου, νόμιζα ότι εγώ είμαι όλος ο κόσμος για σένα» είπε η Αφροδίτη. «Τι είναι όλοι αυτοί πίσω σου, θέλω εσένα όχι όλο τον κόσμο σου με τα προβλήματά του» είπε ο Χρήστος. Και ξάφνου άφησαν τα χέρια.
Η διελκυστίνδα ανατράπηκε και για μια στιγμή όλος ο κόσμος ήρθε τούμπα. Φίλοι, οικογένειες, δουλειές, όλοι κυλίστηκαν στο χώμα. Μα λίγο μετά στάθηκαν πάλι στα ποδάρια τους. Η Αφροδίτη και ο Χρήστος κοιτάχτηκαν για μια στιγμή. Έκαναν να ξαναπιάσουν τα χέρια. Μα τελικά γύρισαν απλά τις πλάτες. Και όλη η πόλη γύρισε στις δουλειές της. Όλα γύρισαν στην κανονικότητά τους. Όπως δηλαδή γίνεται πάντα μετά τον έρωτα.

13.3.07

Άλλος έχει το όνομα κι άλλος τη χάρη

[Δεύτερη πρόσκληση μέσα σε αυτήν την εβδομάδα για το παιχνίδι των κειμένων με τις πέντε λέξεις. Συνοπτικά, επειδή το έχω εξηγήσει και σε προηγούμενο ποστ, πρέπει να γράψεις ένα κείμενο που θα περιλαμβάνει πέντε λέξεις που σου έχουν ήδη δοθεί από έναν άλλο μπλογκερ. Στη συνέχεια προτείνεις εσύ πέντε νέες λέξεις και πέντε νέους μπλόγκερ. Αυτή τη φορά με κάλεσε η Loreley Lucy, βάζοντάς μου τις λέξεις: ρουσφέτι, βρώμικος, πείνα, λυγαριά, σαρδανάπαλος]

Ο Ασσούρ – Μπα – Νιπάλ συγκέντρωσε όλη την προσοχή του στο δεύτερο τόμο από την «Ιστορία της Σεξουαλικότητας» του Φουκώ, ώστε να μπορέσει να την απομακρύνει από το ράφι και να τη μεταφέρει μέχρι το τραπέζι του αναγνωστήριου. Κάθε φορά που έμπαινε σε αυτήν τη διαδικασία νοσταλγούσε τη μεγάλη βιβλιοθήκη που είχε χτίσει, τόσα πολλά χρόνια πριν. Ήταν σίγουρα πιο βρώμικη κι ακατάστατη από τις μοντέρνες βιβλιοθήκες, με τα βιβλία ασύγκριτα βαρύτερα, θυμόταν όμως με γλυκιά πίκρα τον εαυτό του να περπατά τυλιγμένος στα βαριά του φορέματα, να απλώνει το χέρι και να διαλέγει μία πλάκα, έτσι απλά. Τώρα η περισσότερη ενέργειά του έφευγε στο να μεταφέρει το βιβλίο στο τραπέζι και να καταφέρει να γυρίσει τις σελίδες. Το Λακάν και το Ντεριντά έτσι τους είχε παρατήσει, δεν του άφηναν καθόλου δύναμη για να γυρνά τις σελίδες.
Του άρεσε ο τίτλος «Η χρήση των απολαύσεων», η εισαγωγή όμως τον εκνεύρισε. Δεν μπορείς να ξεκινάς ένα έργο με μία λογική στον πρώτο τόμο και να την εγκαταλείπεις στο δεύτερο, πώς περιμένεις να σε πάρουν στα σοβαρά; Ο Ασσούρ – Μπα – Νιπάλ έτσι και αλλιώς δεν αγαπούσε ιδιαίτερα τη φιλοσοφία του εικοστού αιώνα, και ως παλαιό στοιχειό των βιβλιοθηκών συχνά αναπολούσε τις εποχές που ο Καντ και ο Χέγκελ γέμιζαν τα ράφια με τα αυστηρά, οργανωμένα συστήματα σκέψης τους.
Είχε μόλις γυρίσει την τελευταία σελίδα της εισαγωγής, όταν άκουσε την πόρτα της βιβλιοθήκης να τρίζει, από το προσεκτικό άνοιγμά της. Μα τι ήθελαν στις δύο η ώρα το βράδυ εδώ; Έστρεψε απλώς την προσοχή του προς τα εκεί, έτσι κι αλλιώς ήταν αόρατος.
Ο Βλάσσης και η Νάσια μπήκαν γελώντας και παραπατώντας μέσα, έχοντας πιει ήδη παραπάνω από πολύ. Ο Ασσούρ – Μπα – Νιπάλ δε συμπαθούσε ιδιαίτερα το Βλάσση, φαινόταν ότι έχει προσληφθεί με ρουσφέτι ως βιβλιοθηκονόμος και δεν τον ένοιαζε καθόλου η δουλειά του. Δύο χρόνια που τον έβλεπε εδώ δεν είχε πάρει μια φορά ένα βιβλίο για να διαβάσει, όλο στα σεξοτσάτ έμπαινε από τον υπολογιστή της βιβλιοθήκης, ενώ τον είχε γεμίσει και ιούς από τις τσόντες που κατέβαζε. Αν περνούσε από το χέρι του, θα τον είχε αποκεφαλίσει, είχαν όμως περάσει παρα πολλοί αιώνες από την τελευταία φορά που είχε μπορέσει να κάνει κάτι τέτοιο.
«Πωπω, έχω μια πείνα!» είπε ο Βλάσσης, «Με θέρισαν οι ρετσίνες.» Η Νάσια είχε αρχίσει ήδη να ξεντύνεται, γύρισε όμως και τον κοίταξε χαμογελώντας. «Θα φας καλά, μην ανησυχείς…» απάντησε και έβγαλε το σουτιέν της. Έμεναν και οι δύο με τους γονείς τους, και δεν ένιωθαν αρκετά άνετα να πηδηχτούν στο σπίτι, ενώ το αυτοκίνητο τους ξενέρωνε. Τα όποια λεφτά για το ξενοδοχείο ημιδιαμονής τα είχαν φάει όλα στις ρετσίνες από το απόγευμα.
Η Νάσια είχε όμορφο σώμα, και θύμιζε στον Ασσούρ - Μπα - Νιπάλ την αγαπημένη του παλλακίδα τη Σε – Μίρα, έτσι όπως τσάκιζε τη μέση της μπροστά σαν λυγαριά. Ο Βλάσσης είχε γδυθεί ήδη και ετοιμαζόταν να φορέσει το προφυλακτικό του, ενώ η Νάσια στήριζε τα χέρια της στο τραπέζι. Τον Ασσούρ – Μπα – Νιπάλ δεν τον ενδιέφερε το συγκεκριμένο θέαμα, είχε χορτάσει από αυτά στη ζωή του και η σάρκα είχε πάψει από αιώνες να τον ταλαιπωρεί με τους πόθους και τις χαρές της.
Θα είχε βυθιστεί στον ήρεμο ύπνο χωρίς όνειρα των φαντασμάτων, αν δεν τραβούσε πίσω την προσοχή του η έντονη διαφωνία του ζευγαριού, παρόλο που γινόταν ψιθυριστά (έτσι κι αλλιώς συναισθηματικά κύματα έπιανε ο Ασσούρ – Μπα – Νιπάλ, τα αυτιά του είχαν επιστρέψει στον πατέρα ουρανό μαζί με το υπόλοιπο σώμα του αιώνες πριν, κατά την καύση του). Η Νάσια είχε καθίσει πάνω στο τραπέζι του αναγνωστηρίου και έλεγε με θυμό και νάζι στο Βλάσση: «Μα τι σου ήρθε τώρα; Αφού σου λέω είναι βρώμικο.» Ο Βλάσσης χαμογελούσε και επέμενε: «Έλα βρε, να δεις που θα σου αρέσει. Έχω φέρει και αλοιφή μαζί μου, δε θα πονέσεις καθόλου.» Η Νάσια είχε αποκλείσει μάλλον από την αρχή την πιθανότητα της αλοιφής και έλεγε άλλα αντί άλλων, γιατί αμέσως κοίταξε πονηρά το Βλάσση, ξάπλωσε προς τα πίσω, πάνω στο τραπέζι και σήκωσε τα πόδια της ψηλά στον αέρα. «Άντε να δούμε. Αν με πονέσεις όμως σταματάμε αμέσως, παλιο – Σαρδανάπαλε!»
Αυτό πήγαινε πολύ, δεν ήταν η πρώτη φορά που άκουγε αυτήν την άδικη φήμη για το πρόσωπό του, αλλά να το ακούει και από ένα ζευγάρι που ντροπιάζει μια βιβλιοθήκη με τα αίσχη του, πήγαινε πολύ. Θα τους έδειχνε αυτός, να προσέχουν άλλη φορά που βγάζουν τα μάτια τους. Συγκέντρωσε όλες τις δυνάμεις του στο ψηλό ράφι με τις εγκυκλοπαίδειες που βρίσκονταν στο κέντρο της βιβλιοθήκης, μπροστά από το τραπέζι του αναγνωστηρίου.
Ο Βλάσσης δεν είχε μπει ποτέ ξανά με τόση δύναμη στον πρωκτό μιας κοπέλας, και ούτε μπόρεσε ξανά, για προφανείς λόγους. Τα ουρλιαχτά και των δύο ξύπνησαν τους γείτονες, που κάλεσαν τους αστυνομικούς, που τηλεφώνησαν στην διευθύντρια της βιβλιοθήκης. Ο Ασσούρ – Μπα – Νιπάλ, όταν συνήλθε από το βαθύ λήθαργο που είχε πέσει εξαιτίας της υπερπροσπάθειας, χάρηκε με τη νέα βιβλιοθηκονόμο, που η μόνη της παρατυπία ήταν να μπαίνει καμιά φορά στα μπλογκ από τον υπολογιστή της βιβλιοθήκης όταν βαριόταν.

Ο Ασσουρμπανιπάλ κυνηγά, εύρημα από το παλάτι της Νινευή


[Παρά την κοινή έκφραση που χρησιμοποιούμε για αυτόν, ο Σαρδανάπαλος ή Ασσουρμπανιπάλ (Αh-shur-BA-neh-pal) λέγεται πως ήταν ο ένας από τους δέκα μόλις βασιλιάδες της αρχαιότητας που ήξεραν να διαβάζουν και να γράφουν. Σε αυτόν οφείλουν οι αρχαιολόγοι, και όλοι μας γενικότερα, τη μεγάλη βιβλιοθήκη της Νινευή, στης οποίας τα απομεινάρια σφηνοειδών επιγραφών βασίζονται πάρα πολλές από τις γνώσεις μας για τον ασσυριακό πολιτισμό. Για περισσότερες πληροφορίες μπορεί κανείς να συμβουλευτει την αγγλική Βικιπαιδεία. Δεν μπόρεσα δυστυχώς να βρω κάποια επαρκή και αξιόπιστη πηγή στο ελληνικό ίντερνετ.]

Σκέφτηκα αυτή τη φορά να προσκαλέσω τους μπλόγκερ να γράψουν σε κάποιο συγκεκριμένα από τα μπλογκ τους, ως μια πρόκληση και προς τις θεματικές, πέρα από τα πρόσωπα. Καλώ λοιπόν να γράψουν: η Ροδιά στο Τα παράπονά σας στο Mixer, η Nosyparker στις Nosy - Νοστιμιές, o Μαύρος Γάτος στο Είμαστε Κάφροι, ο Polsemannen στον Πυροβολημένο Χανούμη και ο George Le Nonce στο Φυλλάδιο. Οι λέξεις που τους προτείνω (με βάση ένα συνειρμό για τον καθένα) είναι: κρύσταλλος, βέρα, μάγκίτης, φανάρι, καθρέφτης.

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Update 13-2-2007 απόγευμα: Σε προηγούμενη εκδοχή του κειμένου καλούσα τη Magica από το Magicasland να γράψει στο Magica de Spell is cooking της Magica de Spell. Από την πρώτη Magica έμαθα ότι είναι δύο διαφορετικές μπλόγκερ, οπότε τη θέση τους κατέλαβε η Ροδιά, με αλλαγή και της λέξης συνειρμού.

Update 14-2-2007: H Ροδιά τελικά ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση από το μπλογκ της "Η Ροδιά ουρλιάζει ψιθυριστά"

11.3.07

Χρόνια Πολλά! - Λίστα άμμου 1

[Η Misirlou Oubliez έχει σήμερα γενέθλια και μου ζήτησε ως δώρο να κλείσω το μπλογκ, για να μειωθεί ο ανταγωνισμός στη μπλογκόσφαιρα. Δεν μπορώ να της κάνω μια τόσο μεγάλη χάρη, τουλάχιστον όμως δε θα δημοσιεύσω ποστ σήμερα. Καλωσορίζω λοιπόν το Σαμμάνο, ο οποίος θα ανεβάζει κάθε βδομάδα μουσικές για παντερημένους. Η λογική των επιλογών (με το γενικό τίτλο "Λίστα άμμου") παραπέμπει στο αμερικάνικο έθιμο για αυτά που πρέπει να φορά η νύφη την ημέρα του γάμμου της. Εδώ το "something old" είναι ένα παλαιό τραγούδι, το "something new" ένα νέο, το "something borrowed" θα αφορά διασκευές ή κομμάτια κλεμμένα και αναμμολόγητα, ενώ το "something blue" θα είναι άλλοτε μπλε κι άλλοτε απλώς λυπημένο.]
Άμμος

Something old... Gary Jules - Mad world : "the dreams in which I'm dying are the best I've ever had". Χρειάζονται και διευκρινίσεις;

Something new... Klaxons - Golden scans : Έχουν ενέργεια, έχουν κέφι και μια μπασογραμμή που σου γαζώνει όλα τα τραύματα (ΟΚ κύριε Morrissey, απόψε θα βγω, "I found a stitch to wear")!

Something borrowed... O Jose Gonzales "δανείζεται" το Heartbeats και φτιάχνει ένα ονειρικό μονοπάτι από καρδιοχτύπια. Επειδή είμαι καλός άνθρωπος, σας δίνω και το πρωτότυπο: Knife - Heartbeats

Something blue... Τρίφωνο - Νυχτοπαίδι

9.3.07

Η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας

[Η αγαπητή Νερίνα με κάλεσε να συμμετάσχω σε ένα παιχνίδι που παίζεται στην ελληνική μπλογκόσφαιρα και σύμφωνα με το οποίο πρέπει να γράψεις ένα κείμενο χρησιμοποιώντας πέντε λέξεις. Στο τέλος του κειμένου προτείνεις ο ίδιος πέντε νέες λέξεις και δίνεις τη σκυτάλη σε άλλους πέντε μπλόγκερ. Οι λέξεις που όφειλα να χρησιμοποιήσω ήταν εικόνα, υποτροπή, πόρτα, μυστήριο, τιάρα.]

Το ωστικό κύμα πέταξε τη Λοχαγό Ντιάνα Τρέβορ πολλά μέτρα μακριά από το παγιδευμένο αυτοκίνητο, πάνω στον τοίχο μιας πολυκατοικίας. Η Ντιάνα ένιωσε το σοβά να θρυμματίζεται από την πίεση του σώματός της, μπόρεσε όμως να αντέξει εύκολα τον πόνο και έπεσε ήρεμα προς τα κάτω. Χρησιμοποίησε την αετίσια της όραση για να διακρίνει ανάμεσα στους καπνούς που είχαν απλωθεί στην κεντρική πλατεία της Βαγδάτης. Όπως πάντα, κόσμος που έτρεχε πανικόβλητος, τραυματισμένοι που ούρλιαζαν, ήχος από σειρήνες και διαταγές αστυνομικών. Θα έπρεπε κι αυτή να μαζέψει τους άντρες της, αλλά έπρεπε να πάρει πρώτα μια απόφαση.
Αν δεν έβλεπε το μωρό στην αγκαλιά της διαμελισμένης γυναίκας να κλαίει και να της απλώνει τα χέρια, ίσως να είχε σκεφτεί για μια ακόμη φορά ότι η λογική των ανθρώπων ήταν πολύ διαφορετική από τη δική της και ότι εν πάση περιπτώσει, στο Ιράκ υπήρχε πλέον δημοκρατία. «Μα τι κάνω εγώ εδώ;» φώναξε και έτρεξε για να συγκεντρώσει το λόχο της. Η εικόνα του μωρού ήταν χαραγμένη για πολλούς μήνες στη μνήμη της, ακόμα και όταν η καθημερινότητά της είχε αλλάξει ριζικά, μένοντας πλέον στην Ελλάδα.
Οι ανώτεροί της δε θέλησαν βέβαια να συζητήσουν την παραίτησή της, ούτε καν την επίσημη μετάθεσή της σε κάποια άλλη περιοχή, η Ντιάνα όφειλε να καταλάβει πόσο ειδικό βάρος θα είχε μια τέτοια κίνηση από τη μεριά της. Μπορεί να είχε ακόμα το βαθμό του λοχαγού ώστε να αξιοποιούνται οι εξαιρετικές ικανότητές της στη μάχη, ήταν όμως διάσημη στην πατρίδα. Το μόνο που μπορούσαν να αποδεχτούν ήταν μια επίσημη ανακοίνωση ότι η λοχαγός Ντιάνα Τρέβορ αναχώρησε για μυστική αποστολή, ενώ αυτή θα καταλάμβανε μια θέση ρουτίνας με άλλο όνομα στην Αμερικάνικη Πρεσβεία της Ελλάδας. Η Ντιάνα σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να πηγαίνει συχνά στον Όλυμπο και να βλέπει φίλους που είχε καιρό να βρεθεί μαζί τους κι αποδέχτηκε την πρόταση.
Δεν περίμενε βέβαια ότι η θέση της στην Πρεσβεία θα ήταν να βάζει σφραγίδες ως γραμματέας, δίπλα από την πόρτα της τουαλέτας που είχαν ανατινάξει πρόσφατα οι τρομοκράτες. Στην αρχή της φαινόταν πραγματικά μυστήριο που η αμερικάνικη κυβέρνηση δεν αξιοποιούσε έναν άνθρωπο με τις ικανότητές της σε μια πιο υπεύθυνη θέση. Δε βρίσκονταν πια στη δεκαετία του ’50 που ήταν η γραμματέας της “Justice League of America” παρόλο που ήταν η πιο δυνατή απ’ όλους! Σιγά σιγά όμως κατάλαβε ότι στην πραγματικότητα την τιμωρούσαν για την απόφασή της, αυτό της είχε πει και η Αθηνά, όταν τη συνάντησε κάποια στιγμή στον Όλυμπο. Με την Αθηνά συζήτησαν αρκετά και για την αμερικάνικη εξωτερική πολιτική και άκουσε πολλή αυστηρή κριτική για την ίδια. Τη θυμόταν χαρακτηριστικά να της λέει: «Άρτεμις, όσο και να αγαπάς τις μάχες, πρέπει κάποια στιγμή να το συνειδητοποιήσεις. Στηρίζεις μια χώρα που παρουσιάζει συνεχείς υποτροπές: σε ηγεμονική συμπεριφορά, σε σφαγές, σε αυταρχικότητα.»
Η Ντιάνα διάλεξε την 8η Μαρτίου για να απελευθερωθεί, τιμώντας έτσι κι όλες τις θνητές που είχαν αγωνιστεί για το δίκιο τους τον προηγούμενο αιώνα. Ήθελε όμως πρώτα να βεβαιωθεί ότι πράγματι την τιμωρούσαν με αυτή τη θέση. Πήρε την τσάντα της, έλεγξε ότι βρισκόταν μέσα το Λάσσο της Αλήθειας και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του Πρέσβη. Χτύπησε απαλά την πόρτα και άκουσε το βούισμα που έδειχνε ότι η πόρτα άνοιγε από μέσα. Χαμογέλασε στον ειδικό φρουρό και έσπρωξε την πόρτα.
Ο Τσαρλς Ρις καθόταν αναπαυτικά στη δερμάτινη πολυθρόνα του, πίσω απ’ το γραφείο από ξύλο καρυδιάς. “Diana, I am rather busy right now, tell me what you want…” της είπε και διάλεξε μάλλον τυχαία κάποια χαρτιά για να φαίνεται απασχολημένος. Η Ντιάνα έβγαλε γρήγορα το Λάσσο της Αλήθειας από την τσάντα της και το πέταξε στον πρέσβη, τυλίγοντας τον σφιχτά. «Πες μου τώρα. Αν δεν επιστρέψω στο Ιράκ, υπάρχει περίπτωση να κάνω κάτι άλλο από το να βάζω σφραγίδες;» Τυλιγμένος στο λάσσο της, ο πρέσβης ήταν υποχρεωμένος να πει την αλήθεια και ψέλλισε: “Ο – ο - όκι. No chance at all.” Η Ντιάνα δε χρειαζόταν να ακούσει τίποτα άλλο. Πέταξε από πάνω της το γκρίζο ταγιέρ, για να εμφανιστεί η μπλε και κόκκινη στολή της που είχε φορέσει από μέσα. Αφήνοντας ακόμα δεμένο τον πρέσβη, άνοιξε το παράθυρο και έβγαλε από την τσάντα της τη χρυσή της τιάρα. Τη φόρεσε, ξετύλιξε το λάσο και είπε στον έκπληκτο πρέσβη: “Bye, bye Charles”. Πετώντας πάνω από τη Βασιλίσσης Σοφίας άκουγε το στριγγό ήχο του συναγερμού, αλλά δεν την ένοιαζε πια. Ήταν πολύ πιο γρήγορη από οποιοδήποτε ελικόπτερο μπορούσαν να βάλουν στο κατόπι της.
Στην αρχή σκεφτόταν να κρυφτεί στις ομίχλες του Ολύμπου, μέχρι να μαζέψει αρκετές δυνάμεις για το μακρινό ταξίδι στο Νησί του Παραδείσου. Μια ιδέα άστραψε όμως στο μυαλό της: θα έκανε μια στάση από τον Όλυμπο για να πάρει μαζί της τον Απόλλωνα και τον Άρη και μετά θα πήγαιναν στο Γκουαντάναμο. Ας μην ήταν η μόνη που θα απελευθερωνόταν σήμερα.


[Η ιστορία αυτή αξιοποιεί το χαρακτήρα της Wonder Woman, μιας βασικής ηρωίδας των DC Comics, που δεν είναι όμως ιδιαίτερα γνωστή στην Ελλάδα. Για περισσότερες και πιο ακριβείς πληροφορίες μπορεί ο/η φιλοπεριέργος/η αναγνώστης/τρια να ανατρέξει στην αγγλική Βικιπαιδεία.]


Στο παιχνίδι προσκαλώ με τη σειρά μου τους και τις:
Γούφα, Σάκο με Μπιφτέκια, Κουρούνα, Reader’s Diggest, Πρόβατο
προτείνοντας τις ακόλουθες λέξεις (οι οποίες προέκυψαν προσπαθώντας να έχω μία λέξη – συνειρμό για τον καθένα):
κιμπαριλίκι, Μαντόνα, αϋπνίες, μοντερνισμός, ρεμάλι

7.3.07

Οι φοβίες κρύβουν βαθύτερα προβλήματα

Η νεαρή γραμματέας έριξε με προσοχή το εμφιαλωμένο νερό μέσα στο ποτήρι, προσέχοντας ώστε να φτάσει λίγο παραπάνω από τη μέση και προσέθεσε ένα καλαμάκι.. Δεν παρατήρησε βέβαια ότι ο πάγκος της μικρής κουζίνας ήταν υγρός και έτσι έβαλε το ποτήρι στο δίσκο χωρίς να το σκουπίσει. Προχώρησε αργά στο διάδρομο και μπήκε στο γραφείο του διευθυντή πωλήσεων, ελέγχοντας συνεχώς μήπως και ο καφές στάξει από τα χείλη του φλιτζανιού.
- Ο καφές σας, κύριε Άρη.

Ο Άρης σήκωσε τα μάτια του από την οθόνη του υπολογιστή και κάρφωσε με το βλέμμα του τη νεαρή γραμματέα. «Καλά, κόκαλα είχε ο καφές; Ευκαιρία ψάχνετε για χασομέρι εδώ μέσα!» είπε και άπλωσε το χέρι του προς το ποτήρι με το νερό, αμέσως όμως συνοφρυώθηκε ακόμη περισσότερο. Κρατώντας με τις άκρες των δαχτύλων του το ποτήρι από τα στεγνά του σημεία, το έδειξε στη γραμματέα. «Δε σου έχω πει ένα εκατομμύριο φορές ότι δε θέλω το ποτήρι από όπου πίνω νερό να είναι έστω και ελάχιστα υγρό; Το νερό το θέλω μέσα στο ποτήρι, όχι έξω απ’ αυτό, πόσο πιο λιανά να στο κάνω;» Η κοπέλα ήταν έτοιμη να βουρκώσει, πήρε όμως το δίσκο χωρίς να μιλήσει και επέστρεψε στην κουζίνα. Προχτές την είχε απειλήσει με απόλυση, δεν την έπαιρνε ούτε καν να δείξει ενοχλημένη.
Ο Άρης επέστρεψε στους αριθμούς της βάσης δεδομένων, περιμένοντας τον καφέ του. Δεν πήγαιναν πολλά χρόνια από τότε που βρισκόταν στη θέση της κοπέλας, καινούριος πωλητής σε αυτήν την εταιρία. Δούλεψε πολύ, έγλειψε καλά, γάμησε και τη γενική διευθύντρια μια δύο φορές και ανέβηκε γρήγορα προς τα πάνω. Από τον πρώτο καιρό που βρέθηκε έξω είχε καταλάβει εξάλλου ότι έτσι ανεβαίνεις στον κόσμο των ανθρώπων και ότι όποιος βρίσκεται ψηλότερα πηδάει όλους τους από κάτω. Αυτά που του έκαναν παλιότερα έκανε τώρα και δεν ένιωθε καμία ενοχή γι’ αυτό.
Αυτή τη φορά όλα ήταν σωστά και ο καφές, και το νερό. Άνοιξε το παράθυρο και άναψε ένα τσιγάρο. Κανονικά απαγορευόταν να καπνίζουν στην εταιρία, αλλά αυτός το είχε πει στη γενική διευθύντρια και δεν είχε κανένα πρόβλημα, αρκεί να μην τον έβλεπαν οι άλλοι. Κοίταξε προς τα έξω, το γαλάζιο ουρανό που φαινόταν πάνω από τις πολυκατοικίες. Σκέφτηκε ότι τα τελευταία χρόνια ο καιρός βελτιωνόταν συνεχώς, οι βροχές γίνονταν όλο και πιο σπάνιες με την άνοιξη και το φθινόπωρο εξαφανισμένα και το χειμώνα να συρρικνώνεται.
Πρέπει να αφαιρέθηκε για αρκετή ώρα κοιτώντας το γαλάζιο ουρανό. Τι να έκαναν οι δικοί του στη θάλασσα άραγε; Είχε να τους δει πάνω από δέκα χρόνια, από την εποχή που έφυγε. Δεν τον έψαξαν, δεν τους έψαξε, και μάλλον αυτό ήταν το καλύτερο. Τον επανέφερε στην πραγματικότητα το χτύπημα της πόρτας. Πέταξε το τσιγάρο από το παράθυρο (να ήταν το πέμπτο ή το έκτο, αναρωτιόταν τώρα) και είπε αυστηρά «Ποιος;» Η νεαρή γραμματέας δεν άνοιξε την πόρτα, αλλά φώναξε όσο μπορούσε απέξω: «Κύριε Άρη, ετοιμαζόμαστε να φύγουμε, θα κλείσετε εσείς τον όροφο;» Θυμήθηκε ότι θα έκαναν ένα σεμινάριο στο κατώτερο προσωπικό, ο ίδιος δε χρειαζόταν να πάει αλλά δεν είχε και κανένα νόημα να καθίσει σε ένα άδειο γραφείο. Η γενική διευθύντρια είχε αρκετή κατανόηση σε αυτά, ιδίως αν την είχε γαμήσει πρόσφατα και απ’ ότι θυμόταν του είχε πάρει μια πίπα πριν καμιά βδομάδα στο γραφείο της. Εκείνη γκρίνιαζε όλο και συχνότερα που ο Άρης δεν έκανε τίποτα χωρίς προφυλακτικό και για να αποφύγει το σάλιο της στο δέρμα του τον έβγαζε απλά από το παντελόνι, αυτός όμως της είχε ξεκαθαρίσει πως αλλιώς δεν μπορούσαν να το κάνουν. Η φωνή της γραμματέα ακούστηκε για άλλη μια φορά: «Κύριε Άρη, πρέπει να φύγουμε για το σεμινάριο, τι θα κάνετε;»
«Φύγε Βιβή, θα κλείσω εγώ.» της φώναξε, σκεπτόμενος ότι θα ήταν καλύτερο να μην τον δουν να φεύγει μαζί τους. Ας νόμιζαν ότι έκατσε και σήμερα ως αργά, θα τον σέβονταν πιο εύκολα ως εργασιομανή. Ήθελε και να κατουρήσει κιόλας, δεν είχε νόημα να βιαστεί. Στο μπάνιο κατέβασε το παντελόνι και κάθισε στη λεκάνη, τράβηξε το πετσάκι του προς τα πίσω και έσπρωξε τον πούτσο του προς τα κάτω. Ήταν εξαιρετικά σημαντικό να μην πιτσιλιστεί ούτε και λίγο και αυτή η στάση κατουρήματος είχε ανακαλύψει ότι έδινε τα λιγότερα ατυχήματα. Έπρεπε επίσης να μην κατουρήσει με ορμή, γιατί έτσι μπορεί το νερό της λεκάνης να πεταγόταν προς τα πάνω, που ήταν ακόμη χειρότερο. Ευτυχώς όλα πήγαν καλά, σκούπισε το κεφαλάκι με ένα χαρτί υγείας, σηκώθηκε και κουμπώθηκε.
Στο δρόμο δε συνάντησε ιδιαίτερη κίνηση, οπότε δε χρειάστηκε πολλή ώρα για να φτάσει στην Άνω Πόλη, βρήκε μάλιστα και πάρκινγκ μέσα στα πρώτα πέντε λεπτά. Είδε το φως του σαλονιού αναμμένο, η Άννα μάλλον θα είχε αράξει και θα τον περίμενε. Καθώς ανέβαινε με το ασανσέρ, έβαλε το χέρι μέσα στην τσέπη του υφασμάτινου παντελονιού και άρχισε να τον ψευτοπαίζει, ήθελε να είναι έτοιμος με το που θα έμπαινε στο σπίτι.
Η Άννα δεν ήταν άνθρωπος που έφερνε εύκολα αντιρρήσεις, ιδίως σε άντρες που είχαν την πρόθεση να τη συντηρήσουν. Έτσι αποδέχτηκε και αυτήν την παραξενιά του Άρη αδιαμαρτύρητα, μαζί με το ότι κλεινόταν για ώρες στο μπάνιο και δεν μπορούσε να μπει κανείς μέχρι να τελειώσει. Ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ και βλέποντάς τον να ξεντύνεται με το που έκλεισε την εξώπορτα, γύρισε προς την τηλεόραση και έβαλε τις ειδήσεις του ALTER. O Άκης Παυλόπουλος ήταν το πιο ξεκαυλωτικό πράγμα που μπορούσε νa παρακολουθήσει εκείνη την ώρα, δυστυχώς από τα παράθυρα του MEGA έλειπε σήμερα ο Πρετεντέρης. Ο Άρης γυμνός και μισοκαυλωμένος τράβηξε τη φούστα της προς τα πάνω κι έλεγξε με τα δάχτυλά του το μουνί της, για να βεβαιωθεί ότι ήταν τελείως στεγνή. Τον έπαιξε λίγο ακόμα, καύλωσε τελείως και προσπάθησε να μπει μέσα της, σπρώχνοντας τον πούτσο του μέσα στο στεγνό κόλπο της, ενώ αυτή σήκωνε το ένα πόδι για να το στηρίξει στον ώμο του. Συνέχιζε βέβαια να είναι προσηλωμένη στις ειδήσεις και σκεφτόταν ταυτόχρονα ένα ένα τα ρούχα που έπρεπε να σιδερώσει την επόμενη ημέρα, από τη μέχρι τώρα εμπειρία της αυτός ήταν ο συνδυασμός που μπορούσε να την κρατήσει στεγνή μέχρι το τέλος. Έπρεπε φυσικά και να μην κοιτάζει τον Άρη, είχε τόσο ωραίο σώμα, χωρίς καμία γυμναστική κιόλας, που αμέσως υγραινόταν.
Ο Άρης έδωσε ένα τελευταίο χτύπημα με τον πούτσο του στη μήτρα της και τελείωσε μέσα της, ξέροντας πως αποκλείεται να την άφηνε έγκυο. Τον έβγαλε μορφάζοντας προς τα έξω (ο στεγνός κόλπος του ήταν περισσότερο οδυνηρός αφού έχυνε, όταν ο πούτσος του ήταν πιο ερεθισμένος) και έσπρωξε τις τελευταίες σταγόνες σπέρματος προς τα έξω, σε μία χαρτοπετσέτα. «Πώς ήταν η μέρα σου. μωρό;» ρώτησε την Άννα που είχε γυρίσει προς το μέρος του και τον χάζευε όρθιο και γυμνό μπροστά της, χαϊδεύοντας ταυτόχρονα την κλειτορίδα και τα εξωτερικά χείλη του μουνιού της. «Μμμ, τίποτα το ιδιαίτερο αγάπη μου, μμμαγείρεψα, είδα τηλεόραση, αυτάααχ…» ήταν η απάντηση της, ενώ με το άλλο χέρι έτριβε την αριστερή της θηλή και μάλαζε το στήθος της.
Ο Άρης είχε αποδεχτεί αυτό το τελετουργικό αμέσως αφού γαμούσε την Άννα, στο κάτω κάτω είχε και αυτή δικαίωμα να έρθει σε οργασμό. Ήταν ήδη πολύ σημαντικό από τη μεριά της που είχε εκπαιδευτεί στο να μην ερεθίζεται κι υγραίνεται όσο έκαναν σεξ, αυτός ήταν εξάλλου και ο βασικός λόγος που σκεφτόταν ένα γάμο μαζί της. «Δεν είναι εύκολο να βρεις μια γυναίκα σαν την Άννα.» αναλογίστηκε καθώς την έβλεπε να σπαρταράει μπροστά του, με τα πόδια της να τρέμουν και τα δάχτυλά της μια να χαϊδεύουν τα εξωτερικά της χείλη με την κλειτορίδα και μια να χώνονται στο μουνί της. Μετά από ένα περίπου λεπτό είχε ησυχάσει και τον κοιτούσε αποχαυνωμένη.
Της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα και της είπε: «Μωρό μου με ήθελες τίποτα; Σκέφτομαι να μπω για ένα μπάνιο.» Η Άννα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, έτσι κι αλλιώς σε λίγο θα ξεκινούσε το «Παρά Πέντε» και ήθελε να το παρακολουθήσει με την ησυχία της, ο Άρης το έβρισκε τελείως ηλίθιο και όλο της μιλούσε όσο το έβλεπαν. Προχώρησε αργά προς το μπάνιο, κολακευμένος από το βλέμμα της Άννας που τον παρακολουθούσε.
Άνοιξε το κρύο νερό και το άφησε για λίγο να τρέξει, ώστε να γίνει όσο πιο κρύο μπορούσε. Κλείδωσε την πόρτα αφήνοντας το κλειδί επάνω (η προηγούμενη σχέση του έτσι είχε φύγει τρέχοντας, αφού είχε κοιτάξει μια φορά από την κλειδαρότρυπα) και στάθηκε όρθιος στη μέση της μπανιέρας. Του άρεσε να βυθίζεται με αυτόν τον τρόπο, νιώθοντας σιγά σιγά τα πόδια του να μουδιάζουν και να τον εγκαταλείπουν. Κοίταξε προς τα κάτω, οι τρίχες από τον πούτσο του είχαν πέσει και λέπια άρχιζαν να σκεπάζουν ήδη τα πόδια του σε διάφορα σημεία. Όταν οι πατούσες του χωρίστηκαν στη μέση και μεταμορφώθηκαν σε χοντρές ουρές ψαριού, δε μπορούσε να κρατήσει πλέον την ισορροπία του κι αφέθηκε να γλιστρήσει μέσα στο νερό. Βυθισμένος ολόκληρος χάιδεψε την τραχιά επιφάνεια των μηρών του με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο ανεβοκατέβαζε το πετσάκι στον ήδη ερεθισμένο πούτσο του. Τίποτα δε συγκρινόταν με το σεξ μέσα στο νερό, αυτό όμως το είχε εγκαταλείψει μαζί με τη θάλασσα, χρόνια τώρα.

[Μια προηγούμενη ιστορία του Άρη μπορείτε να διαβάσετε εδώ.]

5.3.07

Εκπεσόντες

Στέκονταν και οι δύο δίπλα δίπλα, κοιτώντας το κενό που έχασκε από κάτω τους. Αν μπορούσαν να μιλήσουν ο ένας στον άλλον, αν έστω μπορούσαν να δουν ο έναν τον άλλο, ίσως τα πράγματα να ήταν πολύ διαφορετικά.

Ο Γιώργος σκεφτόταν ότι δεν έπρεπε να δοκιμάσει έτσι τον εαυτό του, σε μια απελπισμένη κίνηση θάρρους. Πίστεψε αφελώς ότι θα ξεπερνούσε τη γοητεία που του ασκούσε ο θάνατος, ιδίως από ελεύθερη πτώση, αν τον αντιμετώπιζε κατάμουτρα. Τώρα μπροστά από το κάγκελο και με μια κίνηση να τον χωρίζει από το κενό, συνειδητοποιούσε ότι η γοητεία αυτή είχε γιγαντωθεί μέσα του και ότι λίγα λεπτά, ή ακόμη και δευτερόλεπτα, τον χώριζαν από το τέλος.

Ο Άγγελος είχε πολύ καιρό να πετάξει, ουσιαστικά δε θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά. Όταν τα φτερά του ήταν ακόμα γκρίζα πρέπει να πετούσε ακόμα, όχι πολύ ψηλά, όχι πολύ γρήγορα, αλλά πετούσε. Πόσο όμορφα λαμπύριζαν οι πόλεις των ανθρώπων τη νύχτα, πόσο αστραφτερό ήταν από κοντά το φεγγάρι! Είχε όμως βαρεθεί τη νοσταλγία, δεν είχε κανένα απολύτως νόημα να θυμάται ποιος ήταν κάποτε. Σημασία είχε να γινόταν κάποιος τώρα.

Ο Γιώργος αναρωτήθηκε τι να έκανε η Μαρία, τώρα που βρισκόταν ένα βήμα πριν από το τίποτα. Μάλλον θα γαμιόταν με τον άλλον, του είχε ξεκαθαρίσει εξάλλου ότι ο βασικός λόγος που χώρισαν ήταν ότι δεν πηδούσε καλά. Θα έβλεπε τώρα τι ωραία που πηδούσε, στο αποχαιρετιστήριο γράμμα ξεκαθάριζε ότι αυτή ήταν ο βασικός λόγος που αυτοκτονούσε.

Ο Άγγελος έσυρε τα μαύρα, άχρηστα φτερά του για χρόνια, προσπαθώντας να βοηθήσει όπως μπορούσε τους ανθρώπους που του ανέθεταν. Ομολογουμένως δεν ήταν από τους πιο επιτυχημένους φύλακες και ο ίδιος έριχνε τις περισσότερες ευθύνες στο ότι δεν μπορούσε να πετάξει. Σε αυτό όμως είχε ξεκάθαρα άδικο: πρώτα έχασε την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και μετά τη δυνατότητά του να πετάει. Όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι που αναλάμβανε, συνήθιζε να αποδίδει σε εξωτερικές συγκυρίες και σε κακή τύχη, καταστάσεις για τις οποίες ήταν ο ίδιος βασικά υπεύθυνος. Ήταν πλέον αποφασισμένος να το αλλάξει αυτό.

Ο Γιώργος έκλεισε τα μάτια και άρχισε να μετράει αντίστροφα. Ο Άγγελος άνοιξε τα φτερά του και άρχισε να μετράει αντίστροφα.

Πήδηξαν.

Όλα τα επόμενα χρόνια της ζωής του, ο Γιώργος προσπαθούσε να πείσει τους άλλους ότι κάποια ανώτερη δύναμη τον έσωσε από το θάνατο. Θυμόταν πολύ καθαρά πως αντί να πέσει ίσια προς τα κάτω, το σώμα του κινήθηκε λοξά προς την τέντα του τέταρτου ορόφου, έκανε γκελ προς την τέντα του δεύτερου από την απέναντι πολυκατοικία, για να προσγειωθεί τελικά πάνω σε φουντωμένο ιβίσκο. «Μα άκουσα χτύπημα φτερών…» έλεγε, για να αντιμετωπίσει ακόμη μια φορά την απάντηση ότι ήταν σε κατάσταση σοκ και ότι θα ήταν απόλυτα φυσιολογικό, όχι μόνο να άκουγε, αλλά να έβλεπε και αγγέλους.

Και ήταν κρίμα που δεν μπόρεσε να τον δει. Στην πρώτη του πτήση μετά από πολλά χρόνια, τα μαύρα φτερά του ιρίδισαν τόσο όμορφα με το φως του ήλιου, σαν να έκρυβαν ήδη μέσα τους όλα τα χρώματα, αρκεί να τα άφηνε ανοιχτά με περηφάνια.

2.3.07

Η μουσική εξαγριώνει τα ήθη

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
συγνώμη που δε σου έγραψα τόσες μέρες, αλά δεν είχα καμία απολύτος δγιάθεση. Πάλι με τη δουλιά στενοχωργιόμουν, σε έχω πρήξει το ξέρω, αλά δεν έχω και πουθενά αλού να τα πω. Όπως ξέρις εμένα μου αρέσι η ντίσκο και η ποπ του ογδώντα, σπίτι όλο ΡΣΟ ακούω, όταν θέλω να χαλαρόσω. Στη δουλιά λοιπόν βάζουν συνέχεια έναν παλιοσταθμό το Μελοδικό Εφέμ, που δε φτάνει ό,τι παίζει συνέχια ελαφρολαϊκά και σκυλλάδικα, έχει και πλέι λήστ. Κάθε μέρα ακούμαι τα ίδγια τραγούδια και κοντεύω να σαλτάρο. Δηλαδή κάθε μέρα ακόυγαμαι τα ίδγια τραγούδια.
Που λες, εγώ πήγα τη Δεφτέρα και μίλησα στη σκύλλα την υποδιεφθίντρια, αλα αφτή είναι μεγάλη πουτάνα και μου ήπε ό,τι δεν είναι δική της δουλιά τι παίζει το ραδγιόφονο και να πάω να μιλήσω στη Μαριάνα που το γραφίο της είναι δίπλα από το ραδγιόφονο. Εγώ ήπα στη Μαριάνα να βάλουμαι κανένα άλο σταθμό, ΡΣΟ για παράδηγμα, αλά αφτή μου ήπε ότι εγώ δουλέβω στο τιλεμάρκετινγκ και δεμ πρέπει να με νιάζει τι πέζει το ραδγιόφονο, αφού όλο με τους μαλάκες μηλάω και δεν ακούω τη μουσηκή. Εγώ σκέφτηκα λίγο και της είπα μετά εντάξη, αλά της πρότινα να έρθη από το σπίτοι μου για καφέ την Τρίτη το προΐ, δειλαδή εχτές.
Πάλι σκατοδουλιά είναι το τιλεμάρκετινγκ, αλά τόρα τουλάχιστον ακούμε τη μουσηκή που μου αρέση, άλαξα γραφίο και τώρα κάθομε στο γραφίο της Μαριάνας. Δεν μπορεί να μου πει και τέιποτα η σκύλλα η υποδιεφθίντρια που βάζω συνέχια ΡΣΟ, αφού δεν είναι δική της δουλιά τι παίζει το ραδγιόφονο, χαχα.
Πρέπει όμως τόρα να σε αφίσσω αγαπημένο μου ημερολόγιο, τελύωσαν πάλι οι αλκαλικές μπαταρήες και πρέπει να πάο μέχρι το ψηληκατζίδικο να αγοράσω.

Η Λίτσα σηκώθηκε ανακουφισμένη από το γραφείο της και προχώρησε προς το διάδρομο. Κακώς δεν είχε γράψει τόσες μέρες, αφού ήξερε πόσο την ηρεμούσε να γράφει στο ημερολόγιό της. Καθώς φορούσε το κόκκινο παλτό της, έλεγξε αν έχει μέσα τα κλειδιά και το προτοφολάκι της και υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι θα ξανάρχιζε να γράφει καθημερινά.
Κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες και πέρασε τρέχοντας το δρόμο, από την ανυπομονησία της να ξαναρχίσει να λειτουργεί το ντίσκμαν. Μέσα από τη βιτρίνα είδε ότι εξυπηρετούσε στο ψιλικατζίδικο ο Δημήτρης. «Ωρέο παλυκάρι» σκέφτηκε «και ξέρη πολλά από μουσηκή.» Ο Δημήτρης πράγματι έπαιζε πολύ ωραία μουσική στο ψιλικατζίδικο, όπως κι ο Πάρης ο συνέταιρός του, είχαν δουλέψει για χρόνια πόρτα και μπάρμαν σε Μύκονο και Σαντορίνη και είχαν πολλούς φίλους ντιτζέι.
«Καλώς την Ευαγγελία», φώναξε ο Δημήτρης, μόλις η Λίτσα μπήκε στο μαγαζί. «Τι λέει; Πώς περνάς;» Η Λίτσα χαμογέλασε και πήγε τους ώμους της προς τα πίσω για να φανεί το στήθος της. «Μια χαρά ώλα, Δημήτρη μου, όπος τα ξέρις. Δουλιά, σπίτι, καμιά βώλτα το σαβατοκύργιακο, αφτά.» «Έτσι, ησυχία…» είπε ο Δημήτρης, «Κι εγώ στα ίδια είμαι.» «Λιπόν, Δημήτρη επειδή βγιάζομαι λίγο, θα μου δόσεις δγυο κουτάκια με αλκαλικές μπαταρήες;» «Τι έγινε ρε Ευαγγελία, και χτες δύο κουτάκια αγόρασες;» «Εεε, χρησιμοπχιώ πολλύ το ντίσκμαν αφτές τις μέρες, γιαφτό.» Ο Δημήτρης της έδωσε με ένα λαμπερό χαμόγελο τις μπαταρίες, η Λίτσα τον πλήρωσε και βγήκε ψευτοτρέχοντας προς τα έξω. «Ωραίο βυζί έχει», σκέφτηκε ο Δημήτρης, «μήπως να της ζητούσα να βγούμε;» Η Λίτσα το είχε ήδη σκεφτεί από τη μεριά της, αλλά είχε αποφασίσει ότι ήταν καλύτερο να το άφηναν στο φιλικό με το Δημήτρη, ποιος ξέρει αν θα έβρισκε ο Πάρης κάποιον να τον αντικαταστήσει. Δεν ήθελε να χαλάσει τη δουλειά των παιδιών, ήξερε τι αγώνα κάνανε. Στο κάτω κάτω, δεν είχε βγει καν με τον πωλητή από τη δουλειά, που της άρεσε πολύ περισσότερο.
Ανέβηκε γρήγορα τις σκάλες και ξεκλείδωσε την εξώπορτα του σπιτιού της. Αφού έβγαλε τις μπαταρίες από το παλτό της, το ξεκούμπωσε και το άφησε στον καλόγερο, γλιστρώντας και τα πόδια της έξω από τα χαμηλά της παπούτσια. Κατευθύνθηκε προς το μπάνιο σκεπτόμενη ότι είχε βολέψει πολύ τελικά που ήταν τόσο άνετο, ένα σωρό πράγματα χωρούσε.
Στη μέση του μπάνιου ήταν δεμένη σε μια καρέκλα η Μαριάννα με το τζιν της υγρό από τα ούρα δύο ημερών και βγάζοντας έντονα τη μυρωδιά των περιττωμάτων. Η Μαριάννα με το που την είδε, άρχισε να λέει κάτι με τα μάτια γουρλωμένα από τον πανικό, ήταν όμως φιμωμένη και δεν έβγαινε άκρη. Η Λίτσα έλεγξε ατάραχη το ντίσκμαν, βεβαιώθηκε ότι δε δούλευε πλέον και άλλαξε τις μπαταρίες. Χαμογελώντας γλυκά προς τη Μαριάννα, πάτησε το play.



«Έτσι, για να μάθης πος είναι να ακούς το ίδγιο τραγούδι συνέχια!» είπε και έκλεισε την πόρτα με δύναμη πίσω της. Θυμήθηκε ότι έπρεπε να ψάξει στο google πόσο αντέχει ένας άνθρωπος χωρίς νερό και φαΐ, ευχόταν πάντως να άντεχε μέχρι το σαββατοκύριακο, ήταν πολύ αγχωτικό να σκάβεις λάκκους στο Σέιχ Σου, όταν ξυπνούσες νωρίς την επόμενη ημέρα.


[Προηγούμενες ιστορίες της Λίτσας μπορεί κανείς να διαβάσει εδώ και εδώ.]