CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »

9.2.07

Ανοίξαμε και σας περιμένουμε

[Θα λείψω για περίπου ένα τριήμερο από τη Θεσσαλονίκη και την adsl σύνδεσή μου, επειδή όμως μια πραγματική έρημος δε μένει ποτέ μόνη της, αποφάσισα να σας αφήσω στο πόδι μου. Συνεχίστε την ιστορία στα σχόλια, πιάνοντας ο ένας από εκεί που το άφησε ο άλλος. Τα λέμε από Δευτέρα.]

Στη «Μικρή Στοά» της Θεσσαλονίκης ο Μιχάλης χοροπήδαγε πέρα δώθε, ευτυχισμένος που έβγαινε έξω μετά από πολύ καιρό και μεθυσμένος από τα τέσσερα τζιν τόνικ. Η Ισιδώρα χαμογέλασε βλέποντάς τον να μπερδεύεται μέσα στην πράσινη κελεμπία του και χαιρέτησε τον άνθρωπο – καρότο που ετοιμαζόταν να φύγει. Θυμήθηκε ξαφνικά κάτι που είχε διαβάσει πρόσφατα: «Όλοι οι άνθρωποι έχουμε μόνο ένα φτερό ο καθένας. Πρέπει να αγκαλιαστούμε για να μπορέσουμε να πετάξουμε.» Με αυτή τη σκέψη έπεσε στην αγκαλιά του Μάριου, που καθόταν εδώ και ώρα δίπλα της…

14 σχόλια:

lucy of wild flowers είπε...

Να περάσεις όμορφα!
Καλό Π/Σ/Κ!
:-)))

tyharpastos είπε...

O Μάριος γύρισε και την κοιταξε έκπληκτος, αλλά καθόλου ενοχλημένος. Την πρόσεξε από τη στιγμή που τους σύστησαν. Κοντά στο 1,70, μαλλιά καστανόξανθα, μάλλον βαμμένα, ελεύθερα, μέχρι το αγκώνα της σχεδόν, μάτια μεγάλα που το χρώμα τους έπαιζε πότε με το γκρίζο και πότε με το χρώμα της ελιάς -θα 'φτιαχνε ωραία φραπελιά σκέφτηκε-διαστέλλονταν και λαμπύριζαν κάθε φόρα που, στη κουβέντα αργότερα, προσπαθούσε να δώσει έμφαση στα λόγια της, φορούσε ένα τζιν, που μεσα του οι γλουτοί της έμοιαζαν να σαλεύουν ενοχλημένοι από την πίεση, κι ένα μαύρο μπλουζάκι που άφηνε να φαίνεται το τρεμόπαιγμα στο πάνω μέρος του στήθους της κάθε φορά που χειρονομούσε. "Αν ήταν το άλλο μου φτερό θα πετούσα πολύ ψηλά" σκέφτηκε καθώς "Μάριος" είπε και της έδωσε το χέρι. Κάθισε δίπλα του, στ' αριστερά του, κι ο Μάριος κάθε τόσο, τάχα μου τυχαία, άφηνε το πόδι να πλαγιάσει λίγο περισσότερο για να ακουμπήσει το δικό της, ενώ όλη την ώρα χιλιάδες μυρμηγκάκια είχαν πιάσει δουλειά ανάμεσα στα σκέλια του. "Το δικό μου φτερό είναι στην δεξιά πλευρά" του είπε γελώντας και ο Μάριος έμεινε να τη βλέπει με το στόμα ανοιχτό, προσπαθώντας να καταλάβει τι γινόταν. "Θα φωνάζει η σκέψη μου" φαίνεται και προσπάθησε να θυμηθεί αν έχει κανένα γνωστό ψυχίατρο. "Μα τι έπαθες; Το δικό μου είναι δεξιά, αν το δικό σου είναι αριστερά, μπορούμε να πετάξουμε ψηλά".... (Οτι μπορούσα το έκανα...ας παίξει άλλος τώρα)

Maya είπε...

Κι εκεί που ήταν έτοιμοι να σκύψουν και να φιληθούν άκουσαν τις κραυγές του Μιχάλη από τη στοά.
Ο άνθρωπος-καρότο τον είχε αρπάξει και τον έχωνε με τη βία μέσα σε μία σαραβαλιασμένη Άστον Μάρτιν.
Ο Μιχάλης τον παρακαλούσε να τον αφήσει, αλλά ο άνθρωπος-καρότο ήταν ανένδοτος.
Ύστερα από ημέρες, ξύπνησε κι είδε από το παράθυρο τοπία ξένα. Έρημος, κάκτοι... Έβγαλε την πράσινη κελεμπία του κι έμεινε με το τζην και το φανελάκι. Ο άνθρωπος-καρότο, οδηγούσε ασταμάτητα όλες αυτές τις ημέρες, χωρίς να βγάλει τη στολή. Ή μήπως δεν ήταν στολή;
Ο πορτοκαλί απαγωγέας, του πρότεινε ένα μπουκαλάκι με ένα θολό υγρό μέσα. Ο Μιχάλης το πήρε, δίστασε για μια στιγμή, αλλά ήταν τόσο διψασμένος, που το ήπιε μονορούφι.
Ένιωσε να χαλαρώνει. Κάπου είχε διαβάσει παλιά για τον μαγικό ζωμό κάποιων κάκτων... "Ελπίζω να σου αρέσει η Αριζόνα. Απόλαυσε το τοπίο. Δε θα μείνουμε πολύ." είπε ο άνθρωπος-καρότο.
"Μα γιατί εμένα; Τί θέλεις; Που με πας;" ρώτησε ο Μιχάλης.
"Μη γελιέσαι", του είπε το καρότο. "Κι εγώ, ένα φτερό έχω... Πώς να ταξιδέψω μόνος;"

indieann είπε...

"Μόνος" μονολόγησε ο Μιχάλης και προσπάθησε να κάνει ένα ποιηματάκι για να διασκεδάσει την αγωνία του σε αυτό το παρανοϊκό ταξίδι. "Μόνος" κάνει ρίμα με το... "κληρομόνος", "αστυμόνος", "αστρομόνος". Όχι. Δεν... Κάτι συνέβαινε με το ποτό, δε μπορεί, αυτό θα έφταιγε που μπέρδευε τις συλλαβές. Άνοιξε το παράθυρο και έβγαλε το κεφάλι του έξω να τον χτυπήσει ο αέρας. Ήταν ζεστός και λίγο μετά έβγαλε και τον μισό του κορμό έξω. Με κλειστά τα μάτια ένιωθε τον ήλιο πάνω του και την άμμο να χτυπάει με φόρα στο πρόσωπό του. Οι μικρές κουκίδες χώνονταν στους πόρους του, κι εκείνος φανταζόταν μικρά γαργαλιστικά αμμοκόριτσα να χοροπηδάνε στα γένια του που, από χτες που ξυρίστηκε, είχαν αρχίσει να φυτρώνουν. Ένα από αυτά, το πιο τσαχπίνικο είχε χωθεί μέσα στο αυτί του και τον έλεγε τρυφερά "Αμμιχάλη" της. Μα όπως είχε αφεθεί στο γλυκό βούισμα της φωνής της κάτι άκουσε, σαν ένα "κρακ", σαν ένα "χραπ", κάτι απροσδιόριστο που το ακολούθησε ένας οξύς πόνος. Έβαλε αντανακλαστικά το χέρι πίσω από την πλάτη του και άνοιξε τα μάτια τρομοκρατημένος. "Το φτερό" φώναξε. "νομίζω έπεσε το φτερό μου"...

isida είπε...

Αγαπητε αμμος...
Εκτιμω που εβαλες το ονομα μου. Σε διαφορετικη περιπτωση θα ερχομουν στην δυσαρεστη θεση να ζητησω ποσοστα. :p
Περασαμε υπεροχα! Να επαναλαβουμε οταν γυρισεις με το καλο.

Αγαπητε τυχαρπαστε...
Με κολακευεις με την τολμηρη φαντασια σου! Με βαζεις στην διαδικασια να σε σχηματισω κι εγω στο μυαλο μου.
Σορυ αν στο χαλαω βεβαια αλλα εχω καταμαυρα μαλλια.

Helix Nebulae είπε...

Η σαγηνευτική Ισιδώρα, 666η μετενσάρκωση της θεάς Ίσιδος, άφησε το στραγγισμένο από αίμα πτώμα του Μάριου στη μπανιέρα του ξενοδοχείου και τηλεμεταφέρθηκε στην Αριζόνα απλά ανοιγοκλείνοντας τα μάτια της. Προς μεγάλη έκπληξη του Μιχάλη υλοποιήθηκε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο άνθρωπος-καρότο. Σκούπισε λίγο αίμα που είχε απομείνει στις κατάμαυρες μπούκλες της και κοίταξε στα μάτια τον άνθρωπο-καρότο μέσα από το καθρεφτάκι. "Κάνε στην άκρη" του είπε. "Θα οδηγήσω εγώ". Ήταν πια προφανές ποιός είναι το αφεντικό σ' αυτή τη σφιγγοφωλιά. ζαλισμένος ακόμα από το παραισθησιογόνο Mescal, ο Μιχάλης άρχιζε να καταλαβαίνει. Τον είχαν παρασύρει στην παγίδα τους και τον είχαν απαγάγει, αυτό ήταν πια σίγουρο. Τι συνέβη όμως στο πέμπτο τζιν τόνικ που είχε παραγγείλει στη στοά; Και κυρίως, που είχε πάει η μάσκα του;

perssefoni είπε...

ο μπάρμαν κοιτούσε αποσβολωμένος τον τρελαμένο που βγήκε τρέχοντας προς τα έξω.Μιχάλη τον φώναζαν οι φίλοι του,ούτε που τον πήραν χαμπάρι,μόνο ο μπάρμαν είδε την ξαφνική του αντίδραση.Ποιός ξέρει σκέφτηκε,μπορεί τώρα να τρέχει φωνάζοντας και γελώντας στους ψιχαλισμένους δρόμους,ψάχνοντας την ελευθερία του.Οι φίλοι του απέναντι μιλούσαν και γελούσαν, τον ξέχασαν το Μιχάλη,μα,τέτοια αδιαφορία,σκεφτόταν ο μπάρμαν αργοπίνοντας το 5ο τζιν τόνικ που θα μενε άπιωτο.Έχω δει και χειρότερα μουρμούρισε πριν την τελευταία γουλιά...Λίγο πιο μετά συνειδητοποίησε ότι ζήλεψε το μεθυσμένο Μιχάλη.Ήθελε κι αυτός να φύγει τρέχοντας.

αμμος είπε...

Αγαπητή Λορελάι, σε ευχαριστώ για τις ευχές σου και το καλό σου ποδαρικό.
Καλή μου Ισιδώρα, δεν επιτρεπόταν να αλλάξω ένα τόσο μυθιστορηματικό όνομα. Ας κρατήσουν οι χοροί λοιπόν.

Αγαπητή Perseffoni
καλωσόρισες. Ομολογώ ότι έκανες την πιο εντυπωσιακή πρώτη εμφάνιση σχολιαστή σε αυτό το μπλογκ. Να είσαι καλά.

Σας ευχαριστώ όλους/ες για τη συμμετοχή σας

Maria_Adouaneta (Δε με λενε Μαρία) είπε...

Άνοιξε τα μάτια του. Πονούσε η μέση του πολύ. Τον είχε πάρει ο ύπνος στο γραφείο πάλι. Έβαλε το χέρι του στο κεφάλι του. Εϊχε εκείνα τα εκνευριστικά σημάδια που μένουν όταν κοιμάσαι πάνω στο χέρι σου. Μπλιαχ και μπλιαχ σκέφτηκε. Δε θυμόταν σχεδόν τίποτα. Μια πίεση μόνο κάτω από την κοιλιά του του θύμιζε πως κάτι έχασε το προηγούμενο βράδυ. Κοιτάχτηκε. Η πρωινή κάυλα μαζί με την ανάγκη να κατουρήσει τον ανάγκασε να σηκωθεί. Πήγε στο μπάνιο. Θυμήθηκε. Πού ήταν η Δήμητρα; Γύρισε βιαστικά στο γραφείο, την πήρε τηλέφωνο.
- Δημητρα;;
- Καλημέρα λένε πρώτα. Ξύπνησες;
- Τί έγινε; Έφυγες; γιατί;
- …….
- Δήμητρα! Πες μου
- Τι να σου πω μωρε Παύλο, τί να σου πω, είναι καλύτερα όταν θέλεις να μείνεις μόνος να μη με κουβαλάς. Έγραψες τουλάχιστον;
- Οχι, δεν ξέρω, δε θυμάμαι, τι να γράψω;
- Την ιστορία που μου έλεγες, με το Μιχάλη, με τον ανθρωπο καρότο..
- Δε νομίζω να έγραψα, μα τί έγινε; πες μου δε θυμαμαι τιποτα
- Πάντα έτσι κάνεις Παύλο. Δε θυμάσαι τίποτα. Με πηρες τηλεφωνο και μου ειπες οτι πεθαινεις να με δεις. Με κάλεσες, καθήσαμε, μου ειπες για την ιστορια που εχεις στο μυαλο σου, προλαβες να μου πεις την αρχη, ησουν στεναχωρημενος που δν ειχες εμπνευση, ηπιαμε, σου ειπα πως η εμπνευση ερχεται οταν δν την περιμενεις, αρχισες να με φιλας, σηκωθηκες να φερεις προφυλακτικα απο το γραφειο σου και δεν επεστρεψες. Περιμενα, σε φωναξα μια φορα, δεν απαντησες, ηρθα και σε βρηκα να κοιμασαι πανω στο πληκτρολογιο. ΑΝοιξα την πορτα κι εφυγα.
- Πωπω τωρα ντρεπομαι.
- Μην πεις συγνωμη θα νευριασω. Δε χρειαζεται να ντρεπεσαι. Νομιζω οτι καταλαβαινω. Το γραψιμο εχει σημασια για σενα, και σου παει κιολας. Απλα δε θελω να με μπερδευεις μαυτο. Οταν είσαι μαζί μου θέλω να εισαι μαζι μου, μόνο αυτο θέλω. Κι όταν γραφεις να με γραφεις και μενα σταρχιδια σου.
- Ησουν ομορφη χτες. Θέλω να ρθεις.
- Οχι σπιτι σου, Οχι. Παμε καπου μαζι. Να φυγουμε ενα τριημερο . Πες ναι
- ……
- Δεν θελεις ε;
- Θελω, θελω πολυ, αλλά η ιστορία;;;
- Θα την τελειώσουν οι φίλοι σου μι αμορ..
- Καλα λες. Σε εικοσι λεπτα θα μαι εκει.
- Παυλο……
- Ναι;
- Μην περάσεις από το γραφέιο σου.
- Τι εννοεις;
- Εννοω μπες κατευθειαν στο δωματιο και παρε δυο ρουχα.
- Μην ανησυχεις σου λεω θα ειμαι εκει σε λιγο.
Ο Παύλος μπήκε στο δωμάτιο, πήρε το μπλε μποξερακι που του φερνε τυχη στο γαμησι και την κοκκινη μπλουζα που του φερνε τυχη στο γαμησι. Θυμηθηκε τα κλειδια, ηταν πανω στο γραφειο, διπλα στο πληκτρολόγιο. Πλησίασε, διστασε για λιγο. Κάθησε.
Η Δημητρα περιμενε,
Και περιμενε , και περιμενε…
Και αντε γαμησου Παυλο

Maria_Adouaneta (Δε με λενε Μαρία) είπε...

Οπως παντα, καθυστερημενη και καταιδρωμενη..ουφφφφφφφφ και εκτος θεματος

Misirlou Oubliez είπε...

:(
Δεν σε προλαβα

αμμος είπε...

Μισιρλού μου δεν έκλεισε το κείμενο, ένωσα απλώς τα σχόλια που είχαν ήδη γραφτεί. Αν μπορείς να πας την ιστορία παραπέρα, είσαι παραπάνω από καλοδεχούμενη.

Maria_Adouaneta (Δε με λενε Μαρία) είπε...

Τωρα που τα εκανε η ΑΝτουανετα σαν τα μουτρα της....αυτο εννοει μισιρλου, αυτο εννοει

αμμος είπε...

Αγαπητή μου Τία – Αννέτα, την ιστορία την κάνατε ακριβώς σαν τα μούτρα του προφίλ σας, παράξενα όμορφη. Μην αυτομαστιγώνεστε επομένως, εκτός και αν το κάνετε για τη δική σας απόλαυση, οπότε πάω πάσο.