CLICK HERE FOR THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES »

2.1.07

Καλή χρονιά στους γάτους

[Με αφορμή το ομώνυμο τραγούδι της Λένας Πλάτωνος: Καλή χρονιά στους γάτους, δίσκος "Η Ηχώ και τα Λάθη της", Σείριος - 1985.]

Η Σελίνα όπως πάντα προχωρούσε λικνίζοντας με χάρη τους γοφούς της και μοιράζοντας χαμόγελα στους περαστικούς άντρες, αν και σήμερα οι πολλές σακούλες που κουβαλούσε της στερούσαν λίγη από τη γοητεία του βαδίσματός της. Ένας άντρας έδειξε παραπάνω ενδιαφέρον και άρχισε να την ακολουθεί, οπότε η Σελίνα μπήκε σε ένα κακοφωτισμένο στενό χαμογελώντας του προκλήτικά και ετοιμάστηκε να τον σαπίσει στο ξύλο, την τελευταία στιγμή όμως θυμήθηκε ότι είχε κατεβεί για άλλη δουλειά. Βγήκε απότομα από το στενό, ρίχνοντάς του απλά μια γρήγορη μπουνιά στο στομάχι και προχώρησε προς τους απέναντι σκουπιδοντενεκέδες.
"Ψιψιψι, Τζέσικααα, ψιψιψι που είσαι γλυκιά μου;" άρχισε να φωνάζει και μια χαριτωμένη κόκκινη κεραμιδόγατα πετάχτηκε μέσα από μία σακούλα σκουπιδιών. Ενώ την πλησίαζε γουργουρίζοντας, η Σελίνα έβγαλε από την τσάντα της ένα περιλαίμιο με ψεύτικα διαμαντάκια. "Καλή χρονιά, ομορφιά μου" της είπε καθώς της το φορούσε "Είχα και ένα με αληθινά μπριγιάν να σου φέρω από την προχτεσινή ληστεία, αλλά σκέφτηκα ότι θα ήταν πολύ εύκολο να το χάσεις εδώ στους δρόμους". Η γάτα νιαούρισε γκρινιάρικα, αλλά σύντομα ξεκίνησε να χαϊδεύεται στα πόδια της Σελίνα.
Η επόμενη στάση της Σελίνα ήταν στην πίσω πόρτα του ψαράδικου, όπου πέτυχε κατευθείαν τον Τζόναθαν. "Ψιψιψι έλα εδώ αγάπη μου Τζόναθαν, έλα εδώ." Έβγαλε από την σακούλα της μια μεγάλη κονσέρβα με φιλέτο σολωμού και την άνοιξε μπροστά στον έκπληκτο γάτο. "Ξέρω πόσο σου αρέσουν τα ψάρια, αλλά το συγκεκριμένο μαγαζί όπου τρως δεν έχει καμία φινέτσα. Σου έφερα λοιπόν κάτι για να αλλάξεις τη γεύση σου. Καλή χρονιά!" Ο γάτος έβγαζε έναν πολύ παράξενο ήχο που συνδυάζε γουργούρισμα με γρήγορο μάσημα τροφής, ήταν όμως ξεκάθαρο πως ήταν πολύ ευχαριστημένος.
Μοίρασε δώρα σε όλους τους φίλους και τις φίλες της, αλλά άφησε τελευταία την πιο αγαπημένη της, την Ίσιδα. Της άρεσε πολύ αυτη η γάτα γιατί της έμοιαζε, με το μαύρο στιλπνό τρίχωμα και τα πράσινα μάτια, αλλά κυρίως επειδή ήταν ριψοκίνδυνη και εκλεκτική (προτιμούσε να κλέβει από τα ψαράδικα και τα μπακάλικα, παρά να ψάχνει στα σκουπίδια). Το δώρο της Ίσιδας δεν ήταν ακριβό, αλλά το καλύτερο που μπορούσε να της κάνει.
"Ψιψιψι Ίσις, που είσαι;" ρώτησε μπροστά από το αδιέξοδο που συνήθως περνούσε τις ώρες της η γάτα. "Έλα και σου έχω μια πολύ μεγάλη έκπληξη..." Η γάτα εμφανίστηκε περπατώντας αργά και νιαουρίζοντας θλιμένα. Πριν από δύο ημέρες της είχαν κλέψει τα μικρά της, είχε ψάξει σε όλη τη γειτονιά και δεν τα είχε βρει πουθενά. Η Σελίνα έβγαλε από την τελευταία σακούλα ένα χαρτόκουτο γεμάτο με τρύπες και το άνοιξε μπροστά στη γάτα, που άρχισε αμέσως να χοροπηδάει από τη χαρά της. Μέσα στο χαρτόκουτο βρίσκονταν τρία κατάμαυρα γατάκια, τα μικρά της Ίσιδας. "Τα είχαν πάρει κάτι βλαμένα παιδάκια από το διπλανό τετράγωνο και τα είχαν στο διαμέρισμά τους. Πήγα Ίσις μου και έδειρα τους πάντες, το μπαμπά, τη μαμά, τα δύο παιδία, μέχρι και την οικιακή βοηθό που ήταν εκείνη την ώρα στο σπίτι. Μου υποσχέθηκαν όλοι ότι δεν θα το ξανακάνουν." Ενώ η Ίσις έγλειφε τα μικρά της, η Σελίνα σκέφτηκε ότι ήταν καλύτερο να την αφήσει μόνη της. Βγαίνοντας πίσω στο δρόμο τη χαιρέτησε πάντως και της φώναξε "Καλή χρονιά!" Πλησιάζαν πια τα μεσάνυχτα, ήταν ώρα να γυρίσει σπίτι για να αλλάξει.
Φόρεσε πρώτα το εφαρμοστό παντελόνι από βινύλιο και στη συνέχεια το αντίστοιχο τζάκετ, τα μαύρα γάντια με τα μεταλλικά νύχια και τις μπότες με τα καρφιά. Τελευταία άφησε τη μάσκα της γάτας. Να βαφόταν μόνο στο μέρος που άφηνε να φανει η μάσκα ή σε ολόκληρο το πρόσωπο; Με τον Μπάτμαν είχαν ραντεβού για μονομαχία στον καθεδρικό του Γκόθαμ Σίτι, τον τελευταίο καιρό όμως πάντα ένα καλό καβγά το τελείωναν με ένα ακόμα καλύτερο σεξ. Τότε έβγαζαν και τις μάσκες και τις στολές και όλα. Μάλλον έπρεπε να βαφτεί κανονικά.
Είχε βάλει πλέον και το κατακόκκινο κραγιόν της όταν είδε ότι η ώρα κόντευε μία. Ήταν ικανος να βαρεθεί και να φύγει, και αυτή να πρέπει να τραβηχτεί μέχρι το αρχοντικό του για να παίξουν ξύλο. Έβαλε γρήγορα τη μάσκα, πήρε το μαστίγιο και πετάχτηκε έξω από το παράθυρό της, στο γείσο της απέναντι πολυκατοικίας.

6 σχόλια:

-ΩΣ ΠΟΤΕ; -ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ! είπε...

...να στείλουμε παρακαλώ και την καλή χρόνια μας στις παρακάτω ψιψίνες; Δίνοντας και μια μικρή έμφαση στο τελευταίο δίστιχο...


Oι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

Tα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι' αυτούς σα μια γλυκιά γυναίκεια συντροφιά.

Eίναι περήφανη κι οκνή, καθώς όλες οι γάτες,
κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό·
κι όπως χαϊδεύουν απαλά τη ράχη της, νομίζεις
πως αναλύεται σ' ένα αργό και ηδονικό σπασμό.

Στο ρεμβασμό και στο θυμό με τη γυναίκα μοιάζει
κι οι ναύτες περισσότερο την αγαπούν γι' αυτό·
κι όταν αργά και ράθυμα στα μάτια τούς κοιτάζει,
θαρρείς έναν παράξενο πως φέρνει πυρετό.

Tης έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακήν αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να την φυλάξουν απ' το μαύρο θάνατο μ' αυτό.

Γιατί είναι τ' άγρια μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο το τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σ' ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.


Λίγο πριν απ' το θάνατον από τους ναύτες ένας,
―αυτός οπού 'δε πράματα στη ζήση του φριχτά―
χαϊδεύοντάς την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μέσ' στη θάλασσα την άγρια την πετά.

Kαι τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή.

-ως πότε; -ως το τέλος... είπε...

παράλειψη:
οι στίχοι που παρέθεσα στο προηγούμενο ποστ είναι το ποίημα του Ν. Καββαδία "οι γάτες των φορτηγών" από την συλλογή "Μαραμπού" (Άγρα 1990)

Misirlou Oubliez είπε...

Νομιζω οτι τα γραπτα σου ειναι το δωρο μου για φετος.
Βεβαια δεν ξερω αν ημουν τοσο καλο κοριτσι για να τα αξιζω...

αμμος είπε...

Καλώς τον και χαρά στο κουράγιο σου να αντιγράψεις ολόκληρο ποίημα. Νομίζω ότι το συγκεκριμένο έχει μελοποιηθεί και από τους "Ξέμπαρκους". Έχω δίκιο;

Κατά τα άλλα δεν κατάλαβα αν το τελευταίο δίστιχο έχει γενικό ή ειδικό ενδιαφέρον, αλλά για αυτά μπορούμε και να μιλήσουμε.

Τα φιλιά μου από τη Θεσσαλονίκη

αμμος είπε...

Τα γραπτά μου το δώρο σου για φέτος; Καλή μου Μισιρλού με κάνεις να κοκκινίζω... Σε ευχαριστώ πάααααρα πολύ.

Είμαι πάντως βέβαιος ότι ήσουν πολύ καλό κορίτσι την περσινή χρονιά, σκέψου μόνο ότι επισκέφθηκε το μπλογκ σου γυμνός, αδύνατος Αγιο - Βασίλης.

Καλως όρισες, όμορφη, ευτυχισμένη χρονιά.

-ως πότε; -ως το τέλος... είπε...

Πράγματι, το ποίημα έχει μελοποιηθεί από τους Ξέμπαρκους το 1986.
Μια ματιά εδώ (http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=311&author_id=75)θα σε πείσει ότι ο κάματος που δαπάνησα δεν ήταν και τόόόσο βαρύς!

Όσο για την έμφαση στο δίστιχο, έχει γενική καθολική ισχύ και όχι ειδική (προς το παρόν!)